Κάπνισμα και Διαφωτισμός

Θα πρέπει, ίσως, να διευκρινίσω εξαρχής ότι δεν είμαι καπνιστής, αλλά υπήρξα για πολλά χρόνια. Γνωρίζω καλά την απόλαυση του καπνού αν και για δικούς μου λόγους επέλεξα να ζω με την ψευδαίσθηση ότι εισπνέω μόνο καθαρό αέρα. Ελπίζω ότι στο τέλος θα φανεί πως αυτό το κείμενο δεν έχει σχέση με την υπεράσπιση του καπνίσματος ή το αντίθετο, αλλά με την ανάδειξη μιας εναλλακτικής και πολιτικά ευαίσθητης ανάγνωσης του φαινομένου.

Το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία. Δεν είναι μόνο οι προειδοποιήσεις του υπουργείου ή οι κανονισμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης που μας το γνωστοποιούν. Αποτελεί, πλέον, κοινό τόπο: Φέρνει βήχα, προκαλεί αναπνευστικά προβλήματα, επιβαρύνει το κυκλοφορικό και έχει συνδεθεί με κάποιες μορφές καρκίνου. Μήπως οι καπνιστές έχουν αντίθετη άποψη επ’ αυτού; Πιθανολογώ πως όχι. Τουλάχιστον δεν έχει πέσει κάτι τέτοιο στην αντίληψή μου. Αντίθετα, δεν είναι λίγες οι φορές που έχει τύχει να ακούσω βλαστήμιες για το «ρημάδι το τσιγάρο», συνοδευόμενες από το αδικαιολόγητο λαχάνιασμα, τον υγρό βήχα και τη χαρακτηριστική βραχνάδα του καπνιστή ή της καπνίστριας, που (παρ’ όλα αυτά) σπεύδει να ανάψει το επόμενο τσιγάρο. Η ψυχρή λογική —την οποία, ως γνωστόν, από τα χρόνια του Διαφωτισμού μοιράζεται σε ίσα μερίδια το σύνολο των ανθρώπινων πλασμάτων— οδηγεί σε ένα και μοναδικό συμπέρασμα. Όσοι και όσες αναγνωρίζουν τον επιβλαβή χαρακτήρα του καπνίσματος και παρ’ όλα αυτά επιμένουν να καπνίζουν είναι είτε ανόητοι είτε εθισμένοι. Η διακοπή του καπνίσματος αποτελεί, επομένως, σύνθετο ιατρικό πρόβλημα για την επίλυση του οποίου πρέπει να συνεργαστούν οι νευροεπιστήμες, η χημική βιομηχανία, η παραδοσιακή κινέζικη ιατρική, η κοινωνική ψυχολογία και φυσικά πλήθος κλάδων της παραδοσιακής δυτικής ιατρικής.

Όπως έχει δείξει η μέχρι τώρα ιστορία, η συνέργεια όλων αυτών των παραγόντων, υποστηριζόμενη από το κατάλληλο νομικό πλαίσιο και ικανή δόση συλλογικής υστερίας, διαφοροποίησε σημαντικά την τοπογραφία και την ανθρωπολογία του καπνίσματος. Φαντάζομαι, ωστόσο, ότι δεν είμαι ο πρώτος άνθρωπος στη ιστορία που θα πει ότι το κάπνισμα δεν είναι ένα απλό ιατρικό θέμα, αλλά ένα πολύ πιο σύνθετο φαινόμενο. Και μια όψη αυτού του φαινομένου συνίσταται στο ότι το να είναι κάποιος καπνιστής ή καπνίστρια αποτελεί δήλωση. Σχεδόν θα ήθελα να πω ταυτότητα, αν δεν υπήρχε τόσο μεγάλη θεωρητική συζήτηση γύρω από αυτό το ζήτημα. Σε κάθε περίπτωση, οι άνθρωποι που καπνίζουν δεν κάνουν κάτι, είναι κάτι. Και με τη στάση τους κάνουν μια δημόσια δήλωση γι’ αυτό που είναι.

Στις Ρίζες του Ρομαντισμού ο Isaiah Berlin έγραφε (αν θυμάμαι καλά, εξ αφορμής του τρόπου με τον οποίο έχει εδραιωθεί στη συλλογική συνείδηση του δυτικού ανθρώπου το αίτημα της ελευθερίας) ότι πολλές φορές αυτό που πιστεύουμε ή που διεκδικούμε είναι προϊόν εκτενών θεωρητικών επεξεργασιών που έχουν λάβει χώρα στο παρελθόν και για τις οποίες εμείς, οι αποδέκτες των αποτελεσμάτων τους, δεν έχουμε την παραμικρή γνώση. Σε αυτή τη βάση, θα ήθελα να καταθέσω κι εγώ μια υπόθεση εργασίας σχετικά με το κάπνισμα, η οποία παρεμπιπτόντως στηρίζεται σε ένα άλλο κείμενο του Berlin: Αυτό που κάνει δυνατή τη φαινομενικά αντιφατική στάση των καπνιστών (με σκοτώνει, αλλά δε θέλω να το κόψω το ρημάδι) είναι η ανεπίγνωστη υιοθέτηση των προτύπων ενός κινήματος, του κυρίαρχου μάλιστα κινήματος του 19ου αιώνα. Του ρομαντισμού. Ακόμα κι αν δεν το γνωρίζουμε, ακόμα κι αν δεν το επιθυμούμε, πολλές εκφάνσεις της σύγχρονης ζωής είναι απόρροια των εικόνων που έπλασε για τα υποκείμενα ο ρομαντισμός. Ο οποίος ρομαντισμός, ασφαλώς, δεν έχει καμιά σχέση με ροδόχροα ηλιοβασιλέματα και περιπαθείς Βαλεντίνους, όπως δεν έχει σχέση με αλήθειες και κανονικότητες που επιβάλλονται στην πραγματικότητα με μεταφυσική αναγκαιότητα:

Η ιδέα ότι υπάρχει ουράνια, κρυστάλλινη σφαίρα, ανεπηρέαστη από τον κόσμο της μεταβολής και της εμφάνειας, όπου οι μαθηματικές αλήθειες και οι ηθικές ή οι αισθητικές αξίες βρίσκονται σε πλήρη αρμονία, εγγυημένη από ακατάλυτους λογικούς δεσμούς, τώρα εγκαταλείπεται ή, στην καλύτερη περίπτωση, αγνοείται. Αυτό βρίσκεται στην καρδιά του ρομαντικού κινήματος, ακραία έκφραση του οποίου είναι η αυτοπροβολή της μεμονωμένης δημιουργικής προσωπικότητας ως δημιουργού του δικού της σύμπαντος· βρισκόμαστε στον κόσμο των εξεγερμένων ενάντια στις συμβάσεις, των ελεύθερων καλλιτεχνών, των σατανικών παρανόμων, των βυρωνικών απόκληρων· πρόκειται για τη «χλομή και εμπύρετη γενεά» που εξυμνήθηκε από Γερμανούς και Γάλλους ρομαντικούς συγγραφείς του πρώιμου 19ου αιώνα, τους θυελλώδεις προμηθεϊκούς ήρωες που απέρριψαν τους νόμους της κοινωνίας τους και έθεσαν στόχο τους να επιτύχουν την αυτοπραγμάτωση και την ελεύθερη αυτοέκφραση χωρίς να λογαριάζουν τις συνέπειες.

Αστεία, ασφαλώς, από πρώτη άποψη, η συσχέτιση των βυρωνικών απόκληρων με τους καπνιστές και τις καπνίστριες. Εξάλλου, η «χλομή και εμπύρετη γενεά» δεν έπασχε από καρκίνο του πνεύμονα, αλλά από φυματίωση. Δεν πρέπει, ωστόσο, να παραβλέπουμε το γεγονός ότι ο ρομαντισμός εκτός από τα δύο τέρατα που έπλασε —το Διαφωτισμό ως έκφραση της άρνησής του, και τον εθνικισμό ως έκφραση της υπερβατικής ολοκλήρωσής του— έπλασε και μια ανθρωπολογία, η οποία στην πορεία της ιστορίας όρισε τις στάσεις εκατομμυρίων ανθρώπων από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Ενάντια στο λόγο, που ταυτίστηκε με το λόγο της εξουσίας, οι άνθρωποι αυτοί επέλεξαν προσωπικές διαδρομές που επιζητούσαν να δικαιώσουν το εσωτερικό τους φως, ακόμα κι αν αυτό το φως απειλούσε να τους κατακάψει.

Δεν έχει σημασία κατά πόσον το εσωτερικό φως κάποιου ανθρώπου φωτίζει τους άλλους ή όχι· ούτε κατά πόσον το υπηρετεί με επιτυχία· οφείλει να το υπηρετεί, έστω κι αν εξαιτίας αυτού γίνει γελοίος, έστω κι αν ό,τι κάνει καταλήγει σε αποτυχία. Ουσιαστικά, αυτό το είδος αποτυχίας θεωρείται ηθικά απείρως ανώτερο από την εγκόσμια επιτυχία, ακόμη και από την επιτυχία του καλλιτέχνη…

Μ’ αυτόν τον τρόπο η τραγωδία διεισδύει στη ζωή ως μέρος της ουσίας της, κι όχι ως κάτι που επιλύεται μέσω ορθολογικής διευθέτησης.

Η επιλογή μου να καπνίσω δεν είναι αποτέλεσμα τεκμηριωμένης, ορθολογικής ανάλυσης, αλλά έκφραση της επιθυμίας μου να υλοποιήσω ένα αισθητικό πρότυπο που συνδέεται με την ατομική μου υπόσταση με μη απαλλοτριώσιμο τρόπο. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχει τόση σημασία ότι το πρότυπο αυτό μού το προμήθευσαν εκατοντάδες κινηματογραφικές ταινίες και χιλιάδες φωτογραφίες στον τύπο, όσο το ότι μου παρέχει τη δυνατότητα να οραματιστώ τον εαυτό μου ως μια ολοκληρωμένη ατομικότητα, η οποία, εξαιτίας ακριβώς του ανορθόλογου χαρακτήρα της απόφασής της, διεκδικεί την μοναδικότητά της απέναντι στην απρόσωπη εξουσία του λόγου που την κατακερματίζει. Και αν η απόλαυση του καπνίσματος έχει συνέπειες στην υγεία μου, τόσο το χειρότερο: Αναλώνω την ύπαρξή μου στο βωμό μιας προσωπικής αισθητικής επιλογής, η αξία της οποίας υπερβαίνει κατά πολύ την αξία οποιασδήποτε εξωτερικά επιβεβλημένης ορθολογικότητας.

Αν, όμως, ο καθένας κι η καθεμιά υλοποιούσαν τις προσωπικές τους αισθητικές επιλογές, θα το είχαμε κλείσει το μαγαζί προ πολλού. Όταν ο καπνιστής μοιράζεται την απόλαυσή του με άλλους, δημιουργεί λιμνάζουσες εστίες εκεί όπου οι άνθρωποι οφείλουν να παραμένουν προσηλωμένοι στις ορθές οικονομικές πρακτικές· όταν αρρωσταίνει, επιβαρύνει τις δαπάνες για τη δημόσια υγεία· όταν εξαπλώνει το δύσοσμο νέφος του, οικειοποιείται ένα τμήμα του χώρου αμφισβητώντας το δημόσιο χαρακτήρα του. Οι προσωπικές επιλογές έχουν κόστος για το σύνολο. Σύμφωνα με το μοντέλο του στατιστικού ανθρώπου —άλλο ένα από τα τέρατα που γέννησε ο Διαφωτισμός— οι ορθολογικές επιλογές των υποκειμένων δεν μπορεί να υπαγορεύονται από την προσδοκία μιας φαντασιακής αυτοπραγμάτωσης, αλλά από τη «φυσική νομοτέλεια» που διέπει την κοινή ανθρώπινη φύση. Αν η επιλογή του καπνίσματος, λοιπόν, υλοποιεί ένα ανθρωπολογικό πρότυπο του Ρομαντισμού, η γενική απαγόρευση του καπνίσματος υλοποιεί ένα θεμελιώδες πρόταγμα του Διαφωτισμού.

Η επιλογή του καπνίσματος ενάντια σε κάθε ορθολογική κρίση αναδεικνύει το ρόλο της υποκειμενικής βούλησης στην οργάνωση της προσωπικής ζωής. Η επιβολή της απαγόρευσής του, αντίθετα, αναδεικνύει το ρόλο του λόγου στην οργάνωση του δημόσιου βίου. Η ιστορία έχει δείξει τους κινδύνους που κρύβουν και οι δυο αυτές προτάσεις, καθώς και οι κάθε λογής διαλεκτικές υπερβάσεις τους. Επειδή, όμως, δεν είναι όλες οι ιστορικές περιστάσεις ίδιες, οι όροι μιας διαλεκτικής σχέσης ενέχουν κάθε φορά διαφορετική ιστορική δυναμική. Σε μια συγκυρία σαν τη σημερινή, η αντιστροφή των δύο παραπάνω διατυπώσεων ξαναθέτει ένα φαινομενικά τετριμμένο πρόβλημα με ενδιαφέροντα τρόπο: Η πρόταξη της υποκειμενικής βούλησης αναδεικνύει το ρόλο της επιλογής στην οργάνωση του δημόσιου βίου. Η πρόταξη του λόγου αναδεικνύει το ρόλο της επιβολής στην οργάνωση της προσωπικής ζωής.

ΥΓ. Για όσους και όσες δεν το κατάλαβαν ήδη, αφορμή γι’ αυτό το σημείωμα στάθηκε το βιβλίο του Isaiah Berlin, Το στρεβλό υλικό της ανθρωπότητας, μτφρ. Γ. Μερτίκας, επιμ. Γ. Λυκιαρδόπουλος, Κριτική, Αθήνα 2004.

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο «Αναγνώσεις» της εφημερίδας η Αυγή στις 3.4.2011