Κώστας Γαβρόγλου

Η επιστήμη, η ιστορία, η αριστερά:
Η αμφισβήτηση της στερεοτυπικής εικόνας του Διαφωτισμού

Στις 11 Δεκεμβρίου 2014, το τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης τίμησε τον Κώστα Γαβρόγλου για την προσφορά του στην ιστορία της επιστήμης και στο ελληνικό πανεπιστήμιο. Ήμουν εκεί, ένας από τους τυχερούς στους οποίους ανατέθηκε ο ρόλος του οικοδεσπότη και του ομιλητή. Μίλησα εκτός χειρογράφου, με λίγες σημειώσεις που είχα κάνει για να μη νιώθω ανασφάλεια. Όμως ένιωσα ανασφάλεια, όχι εξαιτίας της απουσίας “paper”, αλλά εξαιτίας της παρουσίας όλων αυτών των ανθρώπων που περίμεναν να εκτεθώ, να μιλήσω γι’ αυτό που ήταν και είναι η ουσία της σχέσης μου με τον Κώστα. Τώρα θα προσπαθήσω να ανασυγκροτήσω από μνήμης όσα είπα, καθώς και κάποια άλλα που, όπως γίνεται συχνά σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν κατόρθωσα να εκφράσω λόγω του συναισθηματικού φόρτου της στιγμής.

Λοιπόν, συνοψίζοντας μια κοινή διαδρομή που πλησιάζει πλέον την εικοσαετία, θα έλεγα ότι αν κάτι μοιραστήκαμε πάνω απ’ όλα με τον Κώστα αυτό ήταν οι εμμονές. Μοιραστήκαμε, ασφαλώς, και άλλα: Τη μεταμορφωτική εμπειρία της Πόλης, τις χαρές για τις επιτυχίες του Τμήματος που ήταν και δικές μας, την ανείπωτη λύπη για την απώλεια αγαπημένων προσώπων. Όμως, ο πραγματικός καταλύτης της σχέσης μας υπήρξαν οι εμμονές. Τρεις τέτοιες εμμονές θα προσπαθήσω να συνοψίσω εδώ, μιλώντας σε πρώτο πρόσωπο.


Η ΕΜΜΟΝΗ της Αριστεράς με τον Διαφωτισμό (δεν είπα ότι θα μιλήσω μόνο για τις δικές μας εμμονές) είναι ένα θέμα που επαναφέρει συχνά στη συζήτηση ο Κώστας: Η άκριτη και αδιαπραγμάτευτη αποδοχή των επιτευγμάτων του Διαφωτισμού, ως το όριο πίσω από το οποίο δεν μπορούμε να υποχωρήσουμε, και ενδεχομένως ως το σύνολο των προταγμάτων που θα πρέπει να βρίσκονται στη βάση κάθε προγράμματος της Αριστεράς. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ασφαλώς, ότι ο Διαφωτισμός είναι στενά συνδεδεμένος με την κοινοβουλευτική δημοκρατία και το φυσικό δίκαιο. Όπως επίσης είναι συνδεδεμένος με την κυριαρχία του ορθού λόγου και της επιστήμης· με την εκκοσμίκευση και την πρόοδο· με τη θεσμοθέτηση των κοινωνικών ρόλων που ενσαρκώνουν τις αξίες της αστικής κοινωνίας· με τη Γαλλική Επανάσταση· με τη θεμελίωση της σύγχρονης Ευρώπης. Αυτή είναι η στερεοτυπική εικόνα του Διαφωτισμού, αυτή είναι η εικόνα που αναπαράγεται στο δημόσιο λόγο, κι αυτή είναι η εικόνα που απαντά στο λόγο μεγάλου μέρους της Αριστεράς.

Ο Γαβρόγλου, ας το πω προλαμβάνοντας όσα ακολουθούν, είναι ο άνθρωπος που συνομιλεί με την Αριστερά ως ιστορικός και με την ιστορία ως αριστερός. Για έναν ιστορικό, τίποτα δεν αποτελεί αυτονόητη και αυταπόδεικτη κατάκτηση. Οι εξελίξεις στην ιστορία της επιστήμης των τελευταίων δεκαετιών συνέτειναν σε σημαντικό βαθμό στην “απομάγευση” του Διαφωτισμού. Πράγμα φυσικό εξάλλου, εφόσον η επιστήμη υπήρξε επί μακρόν η παραδειγματική κατηγορία του Διαφωτισμού. Η Διαλεκτική του Διαφωτισμού και ο κριτικός λόγος των κινημάτων της δεκαετίας του ’60 έχουν κληροδοτήσει σε πολλούς σημερινούς ιστορικούς της επιστήμης ένα ριζικό σκεπτικισμό, όσον αφορά την ουδετερότητα της επιστήμης και τη νομοτελειακή σύνδεσή της με την αξίωση της προόδου. Η εξιδανίκευση του ορθού λόγου και η θετικιστική αξιοποίησή του από τον Διαφωτισμό για την οργάνωση της νεωτερικής κοινωνίας μετατρέπονται σε αντικείμενο διερώτησης, πολύ δε περισσότερο όταν διαπιστώνεται ότι η κεντρική κατηγορία της περιόδου, η επιστήμη, είναι ένα σύνολο από ετερογενή και αποκλίνοντα διανοητικά εγχειρήματα.

Η αμφισβήτηση της στερεοτυπικής εικόνας του Διαφωτισμού έχει συνδεθεί και με άλλες πλευρές της ιστορικής έρευνας. Η θεσμοθέτηση των κοινωνικών ρόλων που ενσαρκώνουν τις αξίες της αστικής κοινωνίας συσχετίζεται πλέον στο έργο πολλών ιστορικών με την εδραίωση της επιτήρησης και των μηχανισμών κοινωνικού ελέγχου. Η δημιουργία της σύγχρονης ευρωπαϊκής ταυτότητας συνδέεται με τη θεσμοθέτηση της ετερότητας ως νομιμοποιητικού στοιχείου της ευρωπαϊκής ανωτερότητας και της συνδεδεμένης με αυτή ηγεμονικής πολιτικής της Δύσης. Η Γαλλική Επανάσταση αποσυνδέεται από τον Διαφωτισμό καθώς σήμερα δεν είναι λίγοι οι ιστορικοί που θεωρούν ότι είναι ορθότερο να αντιληφθούμε τον Διαφωτισμό ως δημιουργία της Γαλλικής Επανάστασης (ως μια εξιδανικευμένη και αυτονομιμοποιητική γενεαλογία της κοινωνικής ρήξης), παρά τη Γαλλική Επανάσταση ως νομοτελειακή συνέπεια του Διαφωτισμού.

Σε αυτό το πλαίσιο, η αφελής και οπτιμιστική αναπαραγωγή της στερεοτυπικής εικόνας του Διαφωτισμού μπορεί να αποβεί ιστοριογραφικά παραλυτική. Στο βαθμό που η σημερινή Ευρώπη αναδύεται μέσα από την πολυμορφία και τις αντιφάσεις του 18ου αιώνα, οι ιστορικοί οφείλουν να αναδείξουν τη δυναμική που μας κληροδότησαν οι αντιφάσεις αυτές και να μην ενδώσουν σε μια κανονιστική και καθησυχαστική ανάγνωση της ιστορίας. Για τον Γαβρόγλου (κι ας με συγχωρέσει που διερμηνεύω τα αισθήματά του) αυτή η αναθεώρηση της εικόνας του Διαφωτισμού θα έπρεπε να αποτελεί ένα από τα κύρια προτάγματα της Αριστεράς. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Γαβρόγλου είναι αντιδιαφωτιστής. Τουναντίον, σημαίνει ότι μας καλεί να αξιοποιήσουμε την πιο βαθιά κατάκτηση, την πιο πολύτιμη παρακαταθήκη του ίδιου του Διαφωτισμού: Την κριτική. Ο Φουκώ, σε ένα από τα τελευταία κείμενά του, όπου αναμετράται με τον Καντ γύρω από το ερώτημα «Τι είναι Διαφωτισμός;», σημειώνει με γοητευτική ενάργεια: «Η κριτική οντολογία του εαυτού μας σίγουρα πρέπει να θεωρηθεί όχι ως μια θεωρία, ένα δόγμα, ούτε ακόμα ως ένα σταθερό σώμα γνώσεως που συσσωρεύεται∙ πρέπει να συλληφθεί ως μία στάση, ένα ήθος, ένας φιλοσοφικός βίος στον οποίο η κριτική αυτού που είμαστε είναι συγχρόνως η ιστορική ανάλυση των ορίων που έχουν επιβληθεί πάνω μας και ένας πειραματισμός με την πιθανότητα να τα υπερβούμε. […] Δεν γνωρίζω κατά πόσο πρέπει να ειπωθεί σήμερα ότι το κριτικό έργο συνεπάγεται ακόμη την πίστη στον Διαφωτισμό∙ επιμένω να πιστεύω ότι αυτό το έργο απαιτεί εργασία πάνω στα όριά μας, δηλαδή, υπομονετικό μόχθο ο οποίος δίνει μορφή στον πόθο μας για ελευθερία».


ΜΙΑ ΔΕΥΤΕΡΗ εμμονή στη βάση της οποίας διασταυρώθηκαν οι διαδρομές μας με τον Κώστα Γαβρόγλου αφορά τη ρήξη με τις πρακτικές της θετικιστικής ιστοριογραφίας. Και αυτή η εμμονή (του Κώστα, και δική μου αυτή τη φορά) καλλιεργήθηκε στο έδαφος της ιστορίας των επιστημών και των ιστοριογραφικών τομών που επιχειρήθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες. Αλλά ουσιαστικά ωρίμασε μέσα από την κριτική αναθεώρηση των στερεοτύπων του Διαφωτισμού, στην οποία αναφέρθηκα. Το σχήμα του Διαφωτισμού μεταφέρθηκε στα καθ’ ημάς και έγινε τμήμα της εθνικής μας ιστοριογραφίας. Η θεμελιώδης παραδοχή είναι ότι ο ελληνισμός αποτελούσε πάντοτε τμήμα του Ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η συμμετοχή αυτή αποτυπώνεται στη σχέση που αναπτύσσουν οι Έλληνες λόγιοι με τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό. Καθώς οι επιστήμες και η φιλοσοφία ανθίζουν στην Ευρώπη, οι Έλληνες λόγιοι, ή έστω μια σημαντική και δυναμική μερίδα από αυτούς, αντιλαμβάνονται την κοσμογονική σημασία αλλά και την εγγενή ελληνικότητα αυτών των διανοητικών εγχειρημάτων. Έτσι, αναλαμβάνουν να διεκπεραιώσουν τη “μετακένωση”, την επανα-παροχέτευση (ναι, είναι μια άχαρη λέξη σε όλες τις εκδοχές της) στην ελληνική πνευματική ζωή, αυτού που ήταν εξαρχής ελληνικό και καρποφόρησε στα χέρια άλλων, εξαιτίας της απουσίας των απαραίτητων υλικών και πνευματικών προϋποθέσεων στο οικείο πολιτισμικό πλαίσιο. Τότε είναι που η ελληνική πνευματική ζωή γίνεται τμήμα του μεγάλου Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και διανύει την περίοδο που καθιερώθηκε στην ιστοριογραφία ως Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Η αναβίωση του ελληνικού στοχασμού και η αφομοίωση της νεότερης επιστήμης και φιλοσοφίας από τους υπόδουλους Έλληνες οδήγησε στην ανασύσταση της εθνικής συνείδησης, η οποία με τη σειρά της ενεργοποίησε τις πολιτικές διεργασίες που οδήγησαν στην Ελληνική Επανάσταση και στη συγκρότηση του νέου ελληνικού κράτους.

Το σχήμα παραείναι γραμμικό για τα γούστα του Γαβρόγλου: Ο ελληνισμός ανακαλύπτει την Ευρώπη και μέσω αυτής επανανακαλύπτει τον εαυτό του, ο Ελληνικός Διαφωτισμός αντανακλά τον Γαλλικό, ο Κοραής ενσαρκώνει τον Βολταίρο, η Ελληνική Επανάσταση ακολουθεί τη Γαλλική. Όπως είπα και στην παρουσίαση, όποιος έχει δει το γραφείο του Κώστα γνωρίζει ότι αυτό που τον γοητεύει είναι το χάος ― όπου “τίποτα δεν χάνεται” κατά την προσφιλή του ρήση. Αυτό που δεν αντέχει είναι η γραμμικότητα και η ευλογοφάνεια των θετικιστικών αφηγήσεων. Το χάος και η αταξία βρίσκονται πλησιέστερα στην πραγματική ζωή, πλησιέστερα στην ιστορία.

Η συζήτηση για τον ελληνισμό είναι μεγάλη και την έχει καταγράψει παλαιότερα με ενάργεια ο Αντώνης Λιάκος. Τι αντιπροσωπεύει ο ελληνισμός, πώς υποστασιοποιεί το δόγμα της συνέχειας και με ποιο τρόπο εγγράφεται στην ιστοριογραφία ως κεντρική αναλυτική κατηγορία (η “ιστορία του νέου ελληνισμού” του Δημαρά, ας πούμε, για να μην πάμε μακριά); Αλλά όπως είδαμε, υπάρχει επίσης μεγάλη συζήτηση σχετικά με το πότε και κάτω από ποιες συνθήκες υποστασιοποιείται ο όρος Ευρώπη και τι δηλώνει ο αυθαίρετα γενικευτικός όρος ευρωπαϊκός πολιτισμός.

Αυτό που είναι κεντρικό στην κριτική του Γαβρόγλου, ωστόσο, είναι το σχήμα της πρόθυμης πρόσληψης, τόσο στο επίπεδο των επιστημών της φύσης όσο και στο επίπεδο των επιστημών του ανθρώπου. Η συζήτηση των τελευταίων δεκαετιών στην ιστοριογραφία της επιστήμης και της τεχνολογίας εστιάζει όλο και περισσότερο στην τοπικότητα και την ατομικότητα, με την έννοια ότι η διασταύρωση των επιδιώξεων ποικίλων ατομικών και συλλογικών υποκειμένων (κάποιοι θα πρόσθεταν ανθρώπινων και μη ανθρώπινων), καθώς και η διαπραγμάτευση ανάμεσα σε διαφορετικά πολιτισμικά πλαίσια, θεωρούνται παράγοντες καθοριστικής σημασίας για τη (συν-)διαμόρφωση της επιστήμης και της τεχνολογίας. Θα πρέπει να σημειώσω ότι στον Γαβρόγλου οφείλουμε, τουλάχιστον στα καθ’ ημάς, την καθιέρωση του όρου οικειοποίηση (appropriation), η χρήση του οποίου έχει γενικευτεί τα τελευταία χρόνια στην ιστοριογραφία της επιστήμης. Η οικειοποίηση αποτελεί ένα μεθοδολογικό πλαίσιο που επιτρέπει σε ερευνητές και ερευνήτριες να απεγκλωβιστούν από το σχήμα της πρόθυμης πρόσληψης και να εστιάσουν στη νέα γνώση, που παράγεται από τη διασταύρωση των ελληνόφωνων λογίων με τα διάφορα επιστημονικά και φιλοσοφικά επιτεύγματα του 18ου αιώνα. Δεν υπάρχει ούτε πρόθυμη ούτε απρόθυμη πρόσληψη, υπάρχει παραγωγή ενός τοπικού επιστημονικού λόγου που συνδιαλέγεται με άλλους, αντίστοιχα τοπικούς επιστημονικούς λόγους. Και αν κάτι έχει να επιδείξει η σύγχρονη ιστοριογραφία της επιστήμης, είναι ακριβώς η εμφατική διερώτηση γύρω από το πώς μέσα από αυτές τις διασταυρώσεις προκύπτουν, τελικώς, ηγεμονικά γνωστικά πρότυπα και διαμορφώνονται γεωγραφίες ισχύος.

Η ιστορία της επιστήμης στην υπηρεσία του πολιτικού στοχασμού; Θα επανέλθουμε σε αυτό το ζήτημα. Το βέβαιο είναι ότι η γραμμική αφήγηση του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, η οποία όπως και η στερεοτυπική αφήγηση του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού θέτει στο επίκεντρό της την παντοκρατορία του ορθού λόγου και την πολιτισμική ηγεμονία της επιστήμης, δεν ικανοποιεί τον Γαβρόγλου. Όπως, ασφαλώς, δεν μας ικανοποιεί πια και η εθνεγερτική αφήγηση, η οποία θεωρεί ότι η γνωριμία με τη φυσική των Μούσεμπρουκ (Musschenbroek) και σΧραβεζάντε (’sGravesande), η επαυξημένη με αριστοτελικές προσθήκες μετάφραση της λογικής του Κοντιγιάκ, η επιφυλακτική πρόσληψη του πολιτικού ριζοσπαστισμού των philosophe και η επιλεκτική ανάγνωση του Λοκ συνέβαλαν στην έξαψη του εθνικού φρονήματος και στη συνακόλουθη εξέγερση ενάντια στον αλλόφυλο κατακτητή. Όταν η σχέση Διαφωτισμού-Επανάστασης έχει μπει στο μικροσκόπιο των ιστορικών, είναι πολύ δύσκολο να εμμείνουμε στη γραμμική σύνδεση της Ελληνικής Επανάστασης με τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό κατ’ αναλογία της γαλλικής εμπειρίας. Η ιστορική έρευνα θα πρέπει για άλλη μια φορά να αναμετρηθεί με την αταξία της πραγματικότητας.

Και σε αυτή την περίπτωση, όμως, οφείλω να σημειώσω ότι ο Γαβρόγλου, παρότι κριτικός, διατηρεί στο επίκεντρο της θεώρησής του τη σημαντικότερη παρακαταθήκη της ιστοριογραφικής παράδοσης προς την οποία κατευθύνει την κριτική του: Τη θεματοποίηση της Ευρώπης και τη διερώτηση γύρω από τον χαρακτήρα της ευρωπαϊκής ταυτότητας. Απαλλαγμένες όμως τώρα από την απλοϊκότητα της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου και τον καλοπροαίρετο οπτιμισμό του Δημαρά. Καθώς επίσης και από τον γενικόλογο και κανονιστικό χαρακτήρα με τον οποίο αυτές εισήχθησαν στην εθνική ιστοριογραφία και στο δημόσιο λόγο. Η θεματοποίηση της Ευρώπης οδηγεί τον Γαβρόγλου και πάλι στην ιστορία της επιστήμης, στο επίπεδο της πράξης αυτή τη φορά.


ΓΙΑΤΙ για τον Γαβρόγλου όλα τα θεωρητικά προβλήματα βρίσκουν τη λύση τους, σε τελευταία ανάλυση, στην πράξη. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Κώστας υπήρξε ο εμπνευστής και εμψυχωτής της ομάδας STEP (Science and Technology in the European Periphery), η οποία συγκεντρώνει ιστορικούς της επιστήμης από διάφορες χώρες της λεγόμενης ευρωπαϊκής περιφέρειας: Πορτογαλία, Ισπανία, Ελλάδα, Τουρκία, Ρωσία, Σκανδιναβικές χώρες, Ιρλανδία, Βέλγιο κ.ά. Το STEP είναι ένα success story, καθώς στα 15 χρόνια της πορείας του κατάφερε να ασκήσει σημαντική επιρροή σε αυτό που λέμε mainstream (εδραία, επικρατούσα) ιστοριογραφία της επιστήμης και να γίνει αναγνωρίσιμο χάρη σε μεγάλο αριθμό ερευνητικών εργασιών που δημοσίευσαν τα μέλη του. Ο κεντρικός άξονας γύρω από τον οποίο εργάζονται οι ιστορικοί τού STEP είναι η διάκριση κέντρου-περιφέρειας. Ωστόσο, εδώ ακριβώς βρίσκεται ο καινοτόμος χαρακτήρας του συγκεκριμένου εγχειρήματος — η σφραγίδα Γαβρόγλου: Η περιφέρεια δεν είναι ο φτωχός συγγενής που αναζητά την (ιστορική και πολιτισμική) δικαίωσή της διαμέσου της ενσωμάτωσης στο ηγεμονικό κέντρο, αλλά η θέση από την οποία γίνεται δυνατή μια ορισμένη ανάγνωση της ιστορίας της επιστήμης που οδηγεί στην ίδια την αποδόμηση της διάκρισης κέντρου-περιφέρειας. Ουσιαστικά, το STEP μέσα από την ιστορία της επιστήμης επιχειρεί να θέσει σε συζήτηση τις διαδικασίες μέσω των οποίων παγιώθηκαν πολιτισμικές ιεραρχίες και αποτυπώθηκαν γεωγραφίες ισχύος στον χάρτη της Ευρώπης. Η επιστήμη υπήρξε επί μακρόν το μέσο φυσικοποίησης τέτοιων γεωγραφιών ισχύος, και ως εκ τούτου μια κριτικά προσανατολισμένη ιστορία της επιστήμης μπορεί να μας βοηθήσει να αποτιμήσουμε το παρόν που οικοδομήθηκε πάνω σε αυτές. Ας μου επιτρέψει ο Κώστας να διερμηνεύσω για άλλη μια φορά τα αισθήματά του: Ο τρόπος με τον οποίο ο Γαβρόγλου ονειρεύτηκε το STEP αφορά τη χρήση της ιστορίας της επιστήμης ως μέσο για τον κριτικό αναστοχασμό του παρόντος.

Περιέργως, η συμβολή του δεν τελειώνει εκεί. Εξάλλου, μέχρι τώρα αναφέρθηκα σε δύο εμμονές. Η τρίτη έχει κάτι διαφορετικό από τις δύο προηγούμενες — ή, ίσως, θα μπορούσαμε να πούμε, αποτελεί την επιτομή τους. Κι αυτή δεν είναι άλλη από την έμφαση στο προσωπικό. Για τον Κώστα, πρώτα απ’ όλα υπάρχουν άνθρωποι: Οι συνάδελφοί του, οι μαθητές και οι μαθήτριές του, οι συνεργάτες και οι συνεργάτιδές του, οι φίλοι και οι φίλες του. Να σημειώσω ότι και στην ιστορία, για τον Κώστα, πρώτα απ’ όλα υπάρχουν άνθρωποι. Άνθρωποι με προσδοκίες, σχέδια, φιλοδοξίες, φόβους και ελπίδες∙ άνθρωποι που ζουν μια καθημερινότητα, στην οποία εμείς οι ιστορικοί οφείλουμε να αποδώσουμε πλήρως τον υλικό και ενδεχομενικό χαρακτήρα της. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, που το STEP πρώτα σχηματίστηκε ως παρέα ανθρώπων που ταίριαζαν τα χνώτα τους και κατόπιν εξελίχθηκε σε ιστοριογραφικό πρόγραμμα. Όπως δεν είναι περίεργο ότι αυτό που συνέχει το STEP μέχρι σήμερα είναι ένα ιδιαίτερα εκτεταμένο δίκτυο προσωπικών σχέσεων, και όχι μια αυστηρά προσδιορισμένη οργανωτική δομή. Σε αυτό το πλαίσιο, η συμβολή του Κώστα υπήρξε παραπάνω από καθοριστική: Το STEP θα έπρεπε να αποτελέσει ένα χώρο εργασίας και επικοινωνίας για τους νεοεισερχόμενους ιστορικούς της επιστήμης, γιατί αυτοί είναι που θα ανανεώσουν την ιστοριογραφία και θα τη μπολιάσουν με τις γόνιμες «ασέβειες του ιστορικού». Αυτοί είναι, σε τελευταία ανάλυση, που θα διαχειριστούν μια Ευρώπη, η οποία επερωτά με δραματικό πλέον τρόπο τις αρχές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η καταστατική συναίνεση.

Η έμφαση στο προσωπικό αποτελεί κεντρικό στοιχείο στην πολιτική και ακαδημαϊκή ατζέντα του Γαβρόγλου. Η έγνοιά του για τους νέους, η συνεχής προσπάθειά του να τους εξασφαλίσει ευκαιρίες, η προθυμία του να τους προσφέρει καθοδήγηση, η ετοιμότητά του να τους υπερασπιστεί, αποτελούν μεγάλο μέρος της καθημερινής του εργασίας∙ αποτελούν εμμονή. Στο έδαφος της οποίας, όλα αυτά τα χρόνια, διασταυρώθηκαν μαζί του πολλοί άνθρωποι — οι κάθε λογής μαθητές του. Ένας απ’ αυτούς είμαι κι εγώ, και θέλω να τον ευχαριστήσω για όσα μας πρόσφερε.

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο «Αναγνώσεις» της εφημερίδας η Αυγή, στις 21.12.2014.