Μετα-αλήθεια

Post-truth
Ο Harry Gordon Frankfurt είναι αμερικανός φιλόσοφος και ομότιμος καθηγητής φιλοσοφίας του πανεπιστημίου του Princeton. Το 1986 δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο On Bullshit, του οποίου η επανέκδοση σε βιβλίο το 2005 έγινε bestseller. Το επιχείρημα που αναπτύσσει εκεί ο Frankfurt στηρίζεται στην αντιδιαστολή του bullshitter με τον ψευδόμενο. Και στους δυο καταλογίζει πρόθεση εξαπάτησης. Ωστόσο, υπάρχει μια σημαντικότατη διαφορά, κατά την άποψή του: Ο ψευδόμενος δεσμεύεται από την αλήθεια. Ξέρει τι είναι αλήθεια, γνωρίζει τους αντικειμενικούς περιορισμούς που επιβάλλει η πραγματικότητα και αυτό που προσπαθεί να κάνει είναι να ξεγελάσει το θύμα του ως προς την ύπαρξη αυτών των περιορισμών. Αντίθετα, ο bullshitter δεν ενδιαφέρεται ούτε να πει ούτε να συγκαλύψει την αλήθεια. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο λόγος του είναι αναρχικά παρορμητικός, αλλά ότι τα κίνητρά του δεν έχουν να κάνουν με το πώς έχουν όντως τα πράγματα. Το έργο του δεν είναι ευκολότερο, αλλά είναι δημιουργικότερο από εκείνο του ψευδόμενου. Ρέπει προς την επινοητικότητα και την κατασκευή και ενέχει περισσότερες δυνατότητες αυτοσχεδιασμού, χωρίς να δεσμεύεται από την αναλυτική και διαβουλευτική αυστηρότητα που απαιτείται από τον ψευδόμενο.

Χωρίς αναφορά στο έργο του Harry Frankfurt, το λεξικό της Οξφόρδης επέλεξε ως λέξη της χρονιάς για το 2016 τον όρο post-truth. Ο ορισμός που συνοδεύει τη λέξη είναι ο ακόλουθος: «Επίθετο που σχετίζεται με ή δηλώνει συνθήκες στις οποίες τα αντικειμενικά γεγονότα έχουν μικρότερη επίδραση στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης απ’ ό,τι η επίκληση σε συναισθήματα και προσωπικές πεποιθήσεις». Το λεξικό διαπιστώνει ότι όλο και συχνότερα η σύγχρονη πολιτική χαρακτηρίζεται ως post-truth politics. Σύμφωνα με τον ορισμό του Frankfurt, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως bullshit politics.

Σε ένα άρθρο με τίτλο «The post-truth world», ο Economist σημειώνει ότι κάποτε το ψεύδεσθαι των πολιτικών συνίστατο στην απόκρυψη της αλήθειας. Τα σώματα των εμπειρογνωμόνων, των νομικών και των ακαδημαϊκών, όμως, μπορούσαν να ελέγξουν την πολιτική εξουσία βάσει της αντικειμενικής αποτίμησης των γεγονότων. «Σήμερα, ένας όλο και μεγαλύτερος αριθμός πολιτικών και ανθρώπων των media, απλώς δεν νοιάζονται, πλέον. Αρκούνται σε αυτό που ένα αμερικανός κωμικός, ο Stephen Colbert,  αποκαλεί truthiness: ιδέες που “μοιάζουν αληθείς” ή που “θα έπρεπε να είναι αληθείς”. Ενδιαφέρονται περισσότερο για τη διαισθητική αλήθεια και την προέλευση των πληροφοριών, παρά για την ακρίβεια και τη συμφωνία με τα γεγονότα». Και παραθέτει τα λόγια ενός Ρώσου δημοσιογράφου: «Τώρα κανείς δεν ασχολείται με το να αποδείξει “την αλήθεια”. Μπορείς να πεις ό,τι θέλεις. Να δημιουργείς πραγματικότητες».

Πόσες πραγματικότητες είναι δυνατές; Τίνος την αλήθεια περιέχουν; Σε ποια από αυτές ζούμε – είναι δυνατό να ζούμε σε περισσότερες από μία; Είναι η αλήθεια ένα νέο πεδίο ταξικής πάλης στον ψηφιακό καπιταλισμό;

Συνεχίζεται…

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ 29, στις 2.12.2017.

Ψηφιακή γνώση
Στο προηγούμενο φύλλο μιλήσαμε για τη μετάβαση σε ένα καθεστώς μετα-αλήθειας, όπου «τα αντικειμενικά γεγονότα έχουν μικρότερη επίδραση στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης απ’ ό,τι η επίκληση σε συναισθήματα και προσωπικές πεποιθήσεις». Ο κρίσιμος παράγοντας σε αυτή τη μετάβαση είναι η ψηφιοποίηση της γνώσης. Η γνώση μετατρέπεται σε πληροφορία και αποθηκεύεται στον ψηφιακό χώρο. Αυτό σημαίνει ότι οι μεγάλες θεωρητικές συνθέσεις της εποχής του εγκυκλοπαιδισμού διασπώνται σε ενότητες, καθεμιά από τις οποίες αντιπροσωπεύει επιμέρους ιδιότητες ή χαρακτηριστικά ενός φαινομένου. Χάρη στις τεχνολογικές δυνατότητες διαχείρισης της πληροφορίας, οι ενότητες αυτές μπορούν να υπάρξουν και να διακινηθούν αυτοτελώς στον ψηφιακό χώρο. Υπό αυτή την έννοια, ο ψηφιακός κόσμος είναι ένας κόσμος δυνάμεων οι οποίες αντιστοιχούν σε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά των «φυσικών» οντοτήτων, αλλά εξίσου εύκολα μπορούν να ανασυνδυαστούν για να δημιουργήσουν οντότητες που υφίστανται αποκλειστικά εντός του ψηφιακού πλαισίου.

Πώς παράγεται νέα γνώση στον ψηφιακό χώρο; Ας σκεφτούμε πρώτα πώς παράγεται νέα γνώση στον προ-ψηφιακό, μαθηματικό χώρο: Αφετηρία είναι οι εξισώσεις που περιγράφουν τη δομή και την εξέλιξη στον χρόνο ενός φαινομένου. Η επίλυση του συστήματος εξισώσεων οδηγεί σε μια μαθηματική έκφραση που περιγράφει μια νέα κατάσταση στον φυσικό κόσμο. Η παρατήρηση ή το πείραμα εξασφαλίζουν ότι η αρχική και η τελική αναφορά στον φυσικό κόσμο έχουν εμπειρικό περιεχόμενο. Συνεπώς, η διαδικασία παραγωγής νέας γνώσης σε αυτή την περίπτωση χαρακτηρίζεται από γραμμικότητα και αναφορικότητα.

Αντιθέτως, η παραγωγή νέας γνώσης στον ψηφιακό χώρο δεν εκκινεί από τα φαινόμενα, αλλά από τα συστατικά τους, δηλαδή από τις ψηφιοποιημένες δυνάμεις που αντιστοιχούν στα φαινόμενα του φυσικού κόσμου. Επίσης, ο τρόπος εργασίας δεν είναι η επίλυση, αλλά η αναζήτηση και ο συνδυασμός, η στατιστική επεξεργασία και η μετασχηματιστική ανάλυση αυτών των δυνάμεων. Η διαδικασία παραγωγής νέας γνώσης σε αυτό το πλαίσιο δεν χαρακτηρίζεται ούτε από γραμμικότητα ούτε από αναφορικότητα: Μπορεί να ξεκινήσει από οποιοδήποτε σημείο του ψηφιακού χώρου και να προχωρήσει συνδυαστικά ή κλαδικά για να καταλήξει σε ένα ή περισσότερα προϊόντα που θα τοποθετηθούν και πάλι εντός του ψηφιακού χώρου. Υπό αυτή την έννοια, η διαδικασία παραγωγής νέας γνώσης στον ψηφιακό χώρο είναι αυτοαναφορική. Αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε μια ιστορική αναλογία, μοιάζει με τον τρόπο παραγωγής γνώσης μέσω των υπομνημάτων στο πλαίσιο της αριστοτελικής φιλοσοφίας. Ο στόχος της δεν είναι να αυξήσει το φορτίο αλήθειας (πράγμα που προϋποθέτει μια σχέση εξωτερικότητας), αλλά να πολλαπλασιάσει τα νοήματα και να πυκνώσει το εννοιολογικό περιεχόμενο του ψηφιακού χώρου.

Συνεπώς, η ψηφιακή γνώση από τη φύση της δεν δεσμεύεται από τα «πραγματικά» γεγονότα. Είναι α/νόητη, άν/αρχη, ά/τακτη και εγγενώς δημιουργική. Και η τεράστια φιλολογία που αναπτύσσεται τον τελευταίο καιρό, με αφορμή το φαινόμενο των fake news, για τον έλεγχο της γνώσης στον ψηφιακό χώρο είναι απλώς ύποπτη.

Συνεχίζεται…

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ 30, στις 16.12.2017.

Fake news
Έγραφα στο προηγούμενο φύλλο ότι οι προσπάθειες που γίνονται για τον έλεγχο της ψηφιακής γνώσης με αφορμή το φαινόμενο των fake news είναι ύποπτες. Αυτό ασφαλώς δεν είναι προφανές, εφόσον η αλήθεια και η αντικειμενικότητα αποτελούν θεμελιώδεις αξίες του πολιτισμού μας. Σε αυτήν ακριβώς τη βάση αναπτύσσονται διάφορα εγχειρήματα που έχουν στόχο να προσφέρουν στους χρήστες του διαδικτύου τη δυνατότητα να ελέγχουν, και μάλιστα αυτόματα και άμεσα, την εγκυρότητα των ειδήσεων που διαβάζουν. Η Google, η Wikipedia, το Facebook και τα ποικίλα «think tank», που εσχάτως κατέκλυσαν τη δημόσια σφαίρα, πρωτοστατούν σε αυτό το ράλι αντικειμενικότητας και αμεροληψίας.

Μόνο που το πρόβλημα είναι εξαιρετικά δυσεπίλυτο. Αφενός επειδή, σύμφωνα με όσα έγραφα στο προηγούμενο σημείωμα, η γνώση που παράγεται στον ψηφιακό χώρο είναι αυτοαναφορική. Συνεπώς, δεν υπάρχει καμιά ασφαλής διαδικασία διασταύρωσης που να μπορεί να εγγυηθεί ότι μια συγκεκριμένη είδηση αντιστοιχεί σε πραγματικά γεγονότα «εκεί έξω». Αφετέρου επειδή ούτε η προσφυγή στη λογική βοηθάει σε αυτές τις περιπτώσεις, εφόσον η αναπαραγωγή των fake news στηρίζεται στην πολιτική οικονομία του συναισθήματος: Οι άνθρωποι είναι διατεθειμένοι να πιστέψουν πράγματα που βρίσκονται πλησιέστερα στις εδραιωμένες πεποιθήσεις τους, ακόμα και καθ’ υπέρβαση της κοινής λογικής. Η εξάπλωση των fake news στηρίχτηκε σε τεράστιο βαθμό στο φαινόμενο που ονομάστηκε homophilous sorting, δηλαδή στη δημιουργία και την ενεργητική συντήρηση δικτύων όπου οι συμμετέχοντες ενίσχυαν τις κοινές τους πεποιθήσεις μέσω της αναπαραγωγής και του διαμοιρασμού ενός μίγματος αληθών και αναληθών ειδήσεων.

Αυτά είναι προβλήματα που θέτει μπροστά μας η μετάβαση στην ψηφιακότητα. Οι νέοι τρόποι παραγωγής και επικύρωσης της γνώσης δοκιμάζουν τις αντοχές της παραδοσιακής γνωσιολογίας, καθώς και των οντολογικών διακρίσεων στις οποίες στηρίχτηκε η νεωτερικότητα. Δεν είναι αυτό, όμως, που απασχολεί τη Google, το Facebook, τις ευρωπαϊκές και τις αμερικανικές αρχές. Αυτό που τις απασχολεί είναι η διασφάλιση της αξιοπιστίας των ροών πληροφόρησης, ώστε οι άνθρωποι να διαβάζουν και να πιστεύουν τις «έγκυρες» ειδήσεις και να μην μπαίνουν στον πειρασμό να «φτιάχνουν δικές τους πραγματικότητες». Ο πόλεμος ενάντια στα fake news, επομένως, δεν είναι ο πόλεμος των καλών ενάντια στους κακούς ούτε της αλήθειας ενάντια στην απάτη, αλλά η προσπάθεια αποτροπής μιας απειλής για το πολιτικό σύστημα. Γιατί αν η αναζήτηση της μοναδικής αλήθειας αντιπροσωπεύει ένα ισχυρό αξιακό πρότυπο του δυτικού πολιτισμού, η πειθάρχηση μέσω της ενημέρωσης αντιπροσωπεύει μια επιτακτικότητα από την οποία το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να παρεκκλίνει στο ελάχιστο.

Αν έτσι έχουν τα πράγματα όμως, οι μακροπρόθεσμες πολιτικές συνέπειες αυτής της κατάστασης μπορεί να είναι καταλυτικές. Πώς επιδρά η αναρχία που προκαλεί η εισβολή της ψηφιακής α/νοησίας στο άβατο της εξουσίας; Ποιο είναι το πραγματικό πολιτικό βάρος της ιστορικά πρωτόγνωρης δυνατότητας των ανθρώπων να δημιουργούν νέες πραγματικότητες στον ψηφιακό χώρο;

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ 31, στις 31.12.2017.