Μέγας Αλέξανδρος

Ποιος ήταν πραγματικά ο Μέγας Αλέξανδρος; Τι έκανε στη ζωή του, από τι παρακινήθηκε και σε ποιο βαθμό κατόρθωσε να ικανοποιήσει τις φιλοδοξίες του; Αυτές δεν είναι ερωτήσεις που θα έθετε ένας ιστορικός κι αν τις έθετε θα θεωρούσε εξ αρχής αδύνατο να απαντηθούν. Είναι ερωτήσεις, ωστόσο, που θέτει μια ιδιαίτερα εκτεταμένη γραμματεία, η οποία ξεκινάει από τον 3ο αιώνα και διατρέχει το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας. Η γραμματεία αυτή έχει τις απαρχές της στο έργο Historia Alexandri Magni και με την πάροδο του χρόνου εμπλουτίζεται με αραβικές, αιγυπτιακές, περσικές, ελληνικές, γαλλικές και αγγλικές εκδοχές της ιστορίας του Αλέξανδρου.

Το πρόσωπο που παρουσιάζεται σε αυτές τις αφηγήσεις είναι μια μυθική φιγούρα που διακατέχεται από τη φιλοδοξία να φτάσει στα όρια της ανθρώπινης γνώσης και εμπειρίας. Ένας Σεβάχ, που ταξιδεύει στα πέρατα του κόσμου για να γνωρίσει μυστικά απρόσιτα στους κοινούς θνητούς και να κερδίσει την αθανασία. Τα ύψη και τα βάθη δεν έχουν όριο γι’ αυτόν τον Αλέξανδρο. Σε μια από τις ιστορίες, ο Αλέξανδρος επιθυμεί να κατακτήσει τους ουρανούς. Οι σύντροφοί του συλλαμβάνουν δύο γρύπες και τους αφήνουν να λιμοκτονήσουν. Κατόπιν τους δένουν σε ένα καλάθι και τους δελεάζουν με ένα κομμάτι κρέας που κρέμεται πάνω από τα κεφάλια τους. Έτσι τους αναγκάζουν να ανυψώσουν τον Αλέξανδρο στο ψηλότερο σημείο του κόσμου, όπου εκείνος, με μια δόση μελαγχολίας, διαπιστώνει ότι οι ήπειροι δεν είναι παρά τα μέλη ενός γιγαντιαίου ανθρώπινου σώματος. Η ίδια μελαγχολία τον καταλαμβάνει όταν, σε μια άλλη ιστορία, μπαίνει σε ένα γυάλινο δοχείο και βυθίζεται στον ωκεανό για να γνωρίσει τα θαύματα της θαλάσσιας ζωής. Πράγματι, γνωρίζει όλων των ειδών τα παράξενα πλάσματα, αλλά στο τέλος αυτό που μένει είναι μια τετριμμένη διαπίστωση. Ο νόμος του ωκεανού είναι ίδιος με το νόμο της Γης: το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό.

Η φιλοδοξία του Αλέξανδρου είναι μεγάλη, τέτοια που τον οδηγεί στις πύλες του Παραδείσου, τις οποίες αδυνατεί να διαβεί, βέβαια. Μόλις αυτή η φιλοδοξία πασπαλιστεί με τη σκόνη της θνητότητας, όμως, όπως περιγράφει μια άλλη ιστορία, δεν ζυγίζει παραπάνω από ένα άχυρο. Χάνει τη λάμψη και τη μεγαλοπρέπειά της και μετατρέπεται σε αβάσταχτη ανθρώπινη μοναξιά. Ο Αλέξανδρος απαρνείται την αθανασία, όταν ο φύλακας της πηγής με το θαυματουργό νερό τον προειδοποιεί ότι το τίμημα της αθανασίας θα είναι μια ζωή χωρίς φίλους και συντρόφους. Λίγες μέρες αργότερα θα πεθάνει δηλητηριασμένος από έναν από αυτούς του συντρόφους.

Οι ιστορίες για τον Αλέξανδρο έχουν λίγο πολύ το ίδιο τέλος: Ο Αλέξανδρος πεθαίνει χωρίς να έχει ολοκληρώσει το έργο του και η αυτοκρατορία διαλύεται. Το μόνο που μένει είναι η αίσθηση της περατότητας και η αβάσταχτη πεποίθηση ότι ο κόσμος είναι πέρα για πέρα ανθρώπινος.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 43, στις 16.6.2018.