Επικοινωνία της Επιστήμης

ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑΣ αγγλικός όρος, ο οποίος μόνο με κακά Ελληνικά μπορεί να αποδοθεί: Science Communication. Τον μεταφράζουμε ως «Επικοινωνία της Επιστήμης», υποδηλώνοντας ότι η επιστήμη είναι κάτι που μπορεί να «επικοινωνηθεί». Κατά την άποψή μου, το γεγονός ότι η ελληνική γλώσσα δεν μπορεί να υπηρετήσει τη συγκεκριμένη απόδοση κάτι σημαίνει. Κι αυτό το κάτι έχει σχέση με την ιστορία της επιστημονικής και τεχνολογικής πολιτικής στην Ελλάδα. Ωστόσο, στο παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο εκφοράς του λόγου που ζούμε, η «Επικοινωνία της Επιστήμης» είναι μια πάγια και εύκολα αναγνωρίσιμη πρακτική: Είναι η μεταφορά του λόγου της επιστήμης στη δημόσια σφαίρα.

Γιατί χρειάζεται να μεταφερθεί η επιστήμη στη δημόσια σφαίρα; Και, κυρίως, από πού μεταφέρεται η επιστήμη στη δημόσια σφαίρα; Η απάντηση μοιάζει προφανής. Από το εργαστήριο, το σπουδαστήριο, το παρατηρητήριο, από τους χώρους εν γένει όπου οι ειδικοί ασκούν την επιστήμη με την αυστηρότητα που προσιδιάζει στη συγκεκριμένη δραστηριότητα. Σε αυτούς τους χώρους δεν έχουν πρόσβαση οι απλοί πολίτες, μολονότι έχουν φυσικά το δικαίωμα να πληροφορούνται τι γίνεται εκεί και να ελέγχουν τις αποφάσεις που λαμβάνονται στο επίπεδο της επιστημονικής και τεχνολογικής πολιτικής. Δεδομένου δε ότι οι κοινωνίες στις οποίες ζούμε αποκτούν όλο και πιο έντονα τεχνοεπιστημονικό χαρακτήρα, η παρουσίαση των σχετικών ζητημάτων στη δημόσια σφαίρα καθίσταται πάγια δημοκρατική απαίτηση.

Οι Σπουδές Επιστήμης και Τεχνολογίας έχουν εμπλουτίσει τα τελευταία χρόνια αυτή τη μονοδιάστατη θεώρηση με μια ενδιαφέρουσα αντιστροφή: Η αλήθεια είναι ότι η επιστήμη και η τεχνολογία ποτέ δεν ασκούνταν μόνο στο άδυτο των εργαστηρίων. Μεγάλο μέρος της επιστήμης ασκούνταν πάντα στη δημόσια σφαίρα και πάντα συμμετείχαν σε αυτή πολύ περισσότεροι δρώντες από τους λίγους ασπροντυμένους επιστήμονες. Το να πιστεύουμε ότι ένα συγκεκριμένο τεχνούργημα ή μια συγκεκριμένη θεωρητική σύνθεση είναι προϊόντα της εργασίας ενός ατόμου ή μιας ομάδας ειδικών και μόνο αποτελεί κατανοητή, αλλά εσφαλμένη απλούστευση της πραγματικότητας. Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει: Αυτό που είναι προϊόν ενός πλήθους ετερόκλητων δρώντων το οικειοποιείται μια κλειστή ομάδα, η οποία συνδέει την απαίτηση αποκλειστικότητας επί του αντικειμένου με την ιδιότητα του ειδικού.

Η προσέγγιση αυτή μας επιτρέπει να δούμε την Επικοινωνία της Επιστήμης υπό τελείως διαφορετικό πρίσμα. Η παρουσία του επιστημονικού λόγου στη δημόσια σφαίρα δεν έχει στόχο μόνο την ικανοποίηση της δημοκρατικής απαίτησης για έλεγχο και πληροφόρηση. Η Επικοινωνία της Επιστήμης παίζει αποφασιστικό ρόλο στη συγκρότηση των ίδιων των επιστημονικών και τεχνολογικών δικτύων από τα οποία προκύπτουν τα τεχνοεπιστημονικά αποτελέσματα: δεν κοινοποιεί την επιστήμη, παράγει επιστήμη! Υπό αυτή την έννοια, όσο πιο ενεργητική είναι η εμπλοκή των πολιτών με τις διαδικασίες Επικοινωνίας της Επιστήμης τόσο πιο δημοκρατικές επί της ουσίας γίνονται η επιστήμη και η τεχνολογία. Και σώζεται και η γλώσσα: η επιστήμη δεν «επικοινωνείται», επικοινωνεί.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 50, στις 28 Οκτωβρίου 2018.

Ψευδοεπιστήμες

Στα προηγούμενα σημειώματα ασχοληθήκαμε με τις θεωρίες συνωμοσίας και τους μύθους στην ιστορία της επιστήμης. Η τρίτη διάσταση που ορίζει το σύμπαν της «παρεκκλίνουσας» επιστήμης είναι οι ψευδοεπιστήμες. Οι ψευδοεπιστήμες είναι θεωρίες που ισχυρίζονται ότι διαθέτουν επιστημονική εγκυρότητα, αλλά στην πραγματικότητα είναι επινοήσεις ανθρώπων που αγνοούν ή παρακάμπτουν τις διαδικασίες επικύρωσης της επιστημονικής γνώσης. Ή είναι συστήματα γνώσης που θεωρούνται ισοδύναμα με τομείς της δυτικής επιστήμης και ενίοτε έχουν καλύτερα αποτελέσματα από εκείνους.

Από τις τρεις διαστάσεις του σύμπαντος της «παρεκκλίνουσας» επιστήμης, οι ψευδοεπιστήμες είναι αυτές που εγείρουν τα περισσότερα προβλήματα όσον αφορά τη φύση και την κοινωνική οργάνωση της επιστήμης. Το πιο γενικό ερώτημα αφορά, ασφαλώς, τα κριτήρια βάσει των οποίων ξεχωρίζουμε την επιστήμη από την ψευδοεπιστήμη. Μολονότι θεωρητικά ο έλεγχος της μεθοδολογίας μπορεί να αποτελέσει τη λυδία λίθο, στην πράξη αυτό αποδεικνύεται ιδιαίτερα δύσκολο: Η Επιστημονική Επανάσταση, η ιδρυτική πράξη της νεότερης επιστήμης, χρωστάει τις εκλεπτυσμένες αστρονομικές θεωρίες της στην εργασία των αστρολόγων που θεωρούσαν ότι μπορούσαν να ανιχνεύσουν το ανθρώπινο πεπρωμένο με τη χρήση μαθηματικών εργαλείων στους ουρανούς. Η εισαγωγή του πειράματος και η υιοθέτηση του ατομισμού, που πραγματοποιούνται την ίδια εποχή, χρωστάνε πολλά στο έργο των αλχημιστών, οι οποίοι αναζητούσαν τις μυστικές αρχές που κυβερνούσαν τη συμπεριφορά της ύλης. Πού σταματάει η ψευδοεπιστήμη και πού αρχίζει η επιστήμη; Ποιος ορίζει και με ποια διαδικασία το κρίσιμο σημείο μετά το οποίο η γνώση απαλλάσσεται από τις υποτιθέμενες στρεβλώσεις της και μετατρέπεται σε «έγκυρη» επιστημονική θεώρηση του κόσμου;

Στις αρχές του 20ού αιώνα έχουμε ένα φαινόμενο που μοιάζει με αντεστραμμένο είδωλο της παραπάνω διαδικασίας. Σε μια εποχή που η επιστήμη και η τεχνολογία έχουν κυριαρχήσει ανεπίστρεπτα, κάνει την εμφάνισή του ένα ευρύ και πολύμορφο ρεύμα υπερβατικών αντιλήψεων για τον άνθρωπο και τον κόσμο, που έγινε γνωστό ως θεοσοφία. Πλήθος λογίων και επιστημόνων προσχωρούν σε αυτό φέρνοντας μαζί και την επιστημονική και φιλοσοφική σκευή τους. Αυτό που είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό είναι ότι βασική έγνοια όλων αυτών των ανθρώπων είναι να αποδείξουν ότι η εξωαισθητηριακή αντίληψη, η επικοινωνία με τα πνεύματα των νεκρών και η πρόγνωση του μέλλοντος είναι επιστημονικά τεκμηριωμένα γεγονότα. Ο θετικισμός της εποχής φτάνει στο απόγειό του όχι στα εργαστήρια των επιστημόνων, αλλά στα σαλόνια των θεοσοφιστών.

Αν βγάλουμε από το κάδρο έννοιες όπως «προκαταλήψεις», «ιδεοληψίες», «στρεβλώσεις» κ.λπ., που εξάλλου δηλώνουν και οι ίδιες μια θετική προκατάληψη υπέρ της επιστήμης, η σχέση των ψευδοεπιστημών με τις επιστήμες είναι ένα πολύ δύσκολο θεωρητικό πρόβλημα. Η διερεύνησή του μπορεί, μεταξύ άλλων, να συμβάλει στην κατανόηση του είδους της κοινωνικής εργασίας που απαιτείται για τη διατήρηση της επιστήμης στη θέση του μοναδικού εγγυητή της αλήθειας.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 27, στις 4.11.2017.

Μύθοι

Στο προηγούμενο σημείωμα αναφέρθηκα στις θεωρίες συνωμοσίας. Σε μια ιστοριογραφικά παράλληλη διάσταση υπάρχουν και οι μύθοι της επιστήμης. Ο Γαλιλαίος που βγαίνει από το δικαστήριο της Ιεράς Εξέτασης και ψιθυρίζει το περίφημο «και όμως κινείται» είναι μυθικός χαρακτήρας. Εξίσου μυθικός με τον Νεύτωνα που ξεκουράζεται κάτω από μια μηλιά (έχετε δει μηλιά; Πώς είναι δυνατόν να ξεκουράζεται κάποιος κάτω από μηλιά;) και ανακαλύπτει τον νόμο της παγκόσμιας έλξης εξαιτίας ενός μήλου που πέφτει στο κεφάλι του. Κατά μία έννοια όλοι οι μύθοι αφορούν την ιστορία της επιστήμης. Αρκετοί, ωστόσο, έχουν περάσει στη δημόσια σφαίρα ως επιστημονικές αλήθειες. Το σπανάκι που περιέχει μεγάλη ποσότητα σιδήρου είναι ένας τέτοιος μύθος: περιέργως ο μαϊντανός περιέχει περισσότερο σίδηρο από το σπανάκι. Επίσης, το ότι ο άνθρωπος κατάγεται από τον πίθηκο: στην πραγματικότητα, ο Δαρβίνος μίλησε για κοινό πρόγονο. Και για να μην ξεχνάμε τα καθ’ ημάς, ο τεράστιος μύθος του Κρυφού Σχολειού που για περισσότερο από έναν αιώνα συσκοτίζει την ιστορία της ελληνικής πνευματικής ζωής στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας.

Αυτά και πολλά άλλα είναι μύθοι. Για τους ιστορικούς, τους επιστήμονες, τους πολίτες (και επειδή όλοι είμαστε πολίτες, όλοι είμαστε φορείς τέτοιων αντιλήψεων). Τι διαφορά έχει ένας μύθος από το κοινό ψέμα; Το ψέμα είναι η άρνηση ενός γεγονότος που υποστηρίζεται από τεκμήρια. Τις περισσότερες φορές ο ψευδόμενος γνωρίζει ότι αρνείται τη μαρτυρία αυτών των τεκμηρίων. Ο μύθος, αντίθετα, είναι μια κατάφαση: η κατάφαση ενός γεγονότος, το οποίο όμως δεν αντιστοιχεί στην τρέχουσα πραγματικότητα. Η σύγχυση ανάμεσα στο ψεύδος και τον μύθο τροφοδοτεί τις «ηρωικές» προσπάθειες των myth busters, των ανθρώπων που έβαλαν σκοπό να αποκαταστήσουν την επιστημονική αλήθεια. Όμως, η αλήθεια δεν είναι το αντίθετο του μύθου. Ο μύθος δεν έχει αντίθετο, όπως δεν έχει αντίθετο η πραγματικότητα. Κατά μία έννοια ο μύθος είναι μια εναλλακτική πραγματικότητα και το μόνο που μπορούν να κάνουν οι άνθρωποι είναι να επιλέξουν σε ποια πραγματικότητα επιθυμούν να ζουν – το οποίο δεν είναι λίγο, εδώ που τα λέμε.

Όπως έγραφα και για τις θεωρίες συνωμοσίας, οι μύθοι δεν είναι για πέταμα. Αφενός επειδή, είτε μας αρέσει είτε όχι, αποτελούν ισχυρά ερείσματα κοινωνικής πρακτικής. Άρα, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τη σημασία τους στη διαμόρφωση ατομικών και συλλογικών στάσεων. Αφετέρου επειδή για τους ιστορικούς της επιστήμης αποτελούν πολύτιμο υλικό έρευνας. Μολονότι η δημιουργία μύθων συνδέεται με την παράβλεψη ή την παραποίηση τεκμηρίων που αφορούν το παρελθόν της επιστήμης, η ίδια η διαδικασία παραγωγής τους αποτελεί ανεκτίμητο τεκμήριο για την εποχή και τις συνθήκες στις οποίες παρήχθη ο μύθος. Το γεγονός, ακριβώς, ότι οι μύθοι «ψεύδονται» για το παρελθόν της επιστήμης μας δίνει τη δυνατότητα να ανακαλύψουμε (συχνά ανομολόγητες) αλήθειες για το δικό μας παρελθόν.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 26, στις 21.10.2017.