Επί παντός

ΤΟ ΜΑΚΡΙΝΟ 2020 έγραφα για την αλαζονεία των experts, που θεωρούν τον εαυτό τους ειδικό όχι μόνο στο επιστημονικό ή τεχνολογικό πεδίο που υπηρετούν, αλλά σε κάθε ζήτημα που απασχολεί την κοινωνία. Τότε το παράδειγμά μου ήταν το φιλοσοφικά αμφιλεγόμενο βιβλίο του απερχόμενου προέδρου της Δημοκρατίας Από την Επαλήθευση στην Επιλάθευση, καθώς και συγκεκριμένοι συνάδελφοί μου από το πανεπιστήμιο που παρουσιάζονται ως επαΐοντες σε όλα τα πιθανά θέματα επιστημονικής πολιτικής, από την πολεοδομία μέχρι τις βιοϊατρικές επιστήμες. Τόλμησα επίσης να υπαινιχθώ ότι αρκετοί από αυτούς τους συναδέλφους μου αντλούν την ειδημοσύνη τους από την εργασία αφανών υποψηφίων διδακτόρων οι οποίοι, μη διαθέτοντας κοινωνικό κύρος και αναγνωρισιμότητα, χάνονται στον συνωστισμό ονομάτων που συνοδεύουν τις επιστημονικές δημοσιεύσεις. Εν πάση περιπτώσει, αναφερόμουν στα κακώς κείμενα και τις μικροπολιτικές του πανεπιστημίου. Αλλά ήταν Μάρτιος.

Αυτό που ακολούθησε δεν μπορούσε να το φανταστεί κανείς. Η διαχείριση της πανδημίας COVID-19 (που είχε ήδη ξεσπάσει, αλλά οι συνέπειές της έγιναν εμφανείς στα καθ’ ημάς μετά τις ειδούς του Μαρτίου) αποτέλεσε το μεγαλύτερο πείραμα βιοπολιτικής στην ιστορία της ανθρωπότητας. Και το πλαίσιο στο οποίο έλαμψαν οι experts. Η κοινωνία, κυριολεκτικά, παραδόθηκε στα χέρια των ειδημόνων, οι οποίοι ανέλαβαν να διαχειριστούν όλα τα ζητήματα, από τη διάγνωση και τη νοσηλεία των πασχόντων μέχρι τις ενδοοικογενειακές σχέσεις, την αστική κινητικότητα, την εκπαίδευση και την οικονομία. Κάποιοι και κάποιες ίσως ισχυριστούν ότι δεν θα έπρεπε να μας ξενίζει η ηγεμονική παρουσία των ειδημόνων στη δημόσια σφαίρα, εφόσον επρόκειτο για έκτακτη συνθήκη. Ωστόσο, από πουθενά δεν συνάγεται ότι στις έκτακτες συνθήκες (που όλο και πληθαίνουν, τελευταία) οι δημοκρατικές διαδικασίες οφείλουν να παραχωρούν τη θέση τους στον άτεγκτο και μονοδιάστατο ορθολογισμό της επιστήμης. Το ζήτημα είναι άλλο, όμως. Οι ειδήμονες που ανέλαβαν de facto την καθοδήγηση της κοινωνίας ήταν, στην πλειονότητά τους, γιατροί. Γιατροί ήταν αυτοί που στελέχωναν τις συμβουλευτικές επιτροπές του κράτους, γιατροί ήταν αυτοί που έβγαιναν στα τηλεοπτικά παράθυρα και κούναγαν το δάχτυλο στον κόσμο, γιατροί ήταν αυτοί που έκαναν εκτίμηση κινδύνου στις διάφορες σφαίρες της κοινωνικής ζωής. Δεν κλήθηκαν, για παράδειγμα, φυσικοί για να κάνουν εκτίμηση του κινδύνου μετάδοσης του ιού μέσω αερολυμάτων, ψυχολόγοι για να εκτιμήσουν τις πιθανές ψυχολογικές επιπτώσεις του εγκλεισμού, επιστήμονες της εκπαίδευσης για να βρουν τρόπους να συνεχιστεί η λειτουργία των εκπαιδευτικών θεσμών, κοινωνιολόγοι, επιτέλους, για να γνωμοδοτήσουν γι’ αυτό που ήταν πάνω απ’ όλα μια πρωτόγνωρη κοινωνική κρίση… Κλήθηκαν γιατροί, επιδημιολόγοι (αρκετοί από τους οποίους, ομολογουμένως, δεν ήταν γιατροί) και λίγοι χημικοί που έτυχε να ασχολούνται με ζητήματα δημόσιας υγείας. Και, όπως διαπιστώσαμε σε μια πρόσφατη έρευνα, αυτοί οι άνθρωποι πιέστηκαν να λειτουργήσουν ως ερασιτέχνες κοινωνικοί επιστήμονες – ως ερασιτέχνες κοινωνιολόγοι, ψυχολόγοι και ανθρωπολόγοι (όπως θυμόμαστε από τις εξορμήσεις ιατρικών ομάδων σε δομές μεταναστών και σε καταυλισμούς Ρομά).

Αν εξαιρέσουμε τα άτομα για τα οποία η πανδημία λειτούργησε ως ευκαιρία για τα 15 λεπτά παγκόσμιας αναγνώρισης που είχε προβλέψει ο Andy Warhol, η πλειονότητα του υγειονομικού προσωπικού πιέστηκε από το κράτος να αναλάβει αυτό το ευρύ φάσμα ανοίκειων καθηκόντων. Ποια ήταν η λογική πίσω από αυτή την απαίτηση; Η απάντηση βρίσκεται στο παρελθόν και συγκεκριμένα στη διαδικασία συγκρότησης της σύγχρονης επιστήμης, η οποία έλαβε χώρα τον 19ο αιώνα. Έγραφα στο προηγούμενο σημείωμα ότι το διάστημα μεταξύ 1830 και 1900 διαμορφώνεται σταδιακά η έννοια και η κοινωνική φιγούρα του επιστήμονα. Επιστήμονας είναι κάποιος όχι επειδή ασχολείται με ένα συγκεκριμένο γνωστικό πεδίο, αλλά επειδή το κάνει με έναν συγκεκριμένο τρόπο: Με αμεροληψία και αντικειμενικότητα. Επιστήμονας είναι ο άνθρωπος που μπορεί να προσεγγίζει τη φυσική αλήθεια ανεπηρέαστος από συναισθήματα, αισθητικές προτιμήσεις και ηθικές αναστολές (επιστήμονες ήταν αυτοί που έκαναν τις ζωοτομές). Το αν η φυσική αλήθεια αφορά τους ζωντανούς οργανισμούς, το γήινο ανάγλυφο, τις τροχιές των ουρανίων σωμάτων ή την ανθρώπινη ευφυΐα είναι δευτερεύον. Το σημαντικό είναι ότι οι άνθρωποι που ασχολούνται με αυτά τα ζητήματα είναι σε θέση να χρησιμοποιούν έναν μαθηματικό τρόπο σκέψης και να προβαίνουν στη μεθοδική εκτέλεση πειραμάτων, προκειμένου να αποκαλύπτουν την αντικειμενική δομή του κόσμου. Γι’ αυτό και πάγια απαίτηση του (λίγο μεταγενέστερου) λογικού θετικισμού ήταν η εφαρμογή του μεθοδολογικού μονισμού: Όλες οι επιστήμες οφείλουν να ακολουθούν την ίδια μέθοδο (τη μέθοδο των φυσικών επιστημών) προκειμένου να θεωρούνται επιστήμες.

Από αυτή την κουλτούρα αναδύεται και η φιγούρα του επιστήμονα ως ειδήμονα. Το να είναι κάποιος επιστήμονας, και δη επιστήμονας με μεγάλη εξειδίκευση στο πεδίο του (άρα, με μεγάλη μεθοδολογική εμβάθυνση και εμπειρία), τον καθιστά κατάλληλο να εκφέρει άποψη και σε κάθε άλλο επιστημονικό πεδίο. Αυτό που του λείπει είναι τα δεδομένα. Αν του δοθούν οι απαραίτητες πληροφορίες, ο expert σε ένα πεδίο μπορεί να γίνει expert και σε οποιοδήποτε άλλο πεδίο ή, έστω, να συνομιλήσει ως ίσος προς ίσον με τους ανθρώπους που είναι ειδήμονες σε αυτό: Μία φορά ειδήμων, πάντα (και παντού) ειδήμων.

Δεν είναι παράξενο, επομένως, που το κράτος απαίτησε από τους λοιμωξιολόγους, τους πνευμονολόγους και τους αιματολόγους να λειτουργήσουν ως ερασιτέχνες κοινωνιολόγοι, ανθρωπολόγοι και ψυχολόγοι. Ευθύνη του ίδιου του κράτους ήταν να εξασφαλίσει τις ροές πληροφορίας που θα εφοδίαζαν αυτούς του ειδήμονες με τα απαραίτητα στοιχεία, προκειμένου να φέρουν εις πέρας το ετερογενές έργο τους. Το γεγονός, μάλιστα, ότι συνδύαζαν την ιατρική ιδιότητα με εκείνες που απαιτούνταν για τη διαχείριση της κοινωνικής κρίσης έκανε το συγκεκριμένο μοντέλο ιδιαιτέρως ελκυστικό (και οικονομικό). Κι έτσι επήλθε η ιατρικοποίηση μιας από τις μεγαλύτερες κοινωνικές κρίσεις που γνώρισε η χώρα.

Το μοντέλο αυτό δεν εφαρμόστηκε μόνο στην Ελλάδα ούτε μόνο στην πανδημία. Αποτελεί ένα καθολικό πρότυπο. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι αυτό το πρότυπο θεμελιώνεται σε μια αφελή θετικιστική αντίληψη, η οποία πηγάζει από τον τρόπο με τον οποίο δημιουργήθηκε ο κοινωνικός ρόλος του επιστήμονα τον 19ο αιώνα. Παρά τη συχνή επίκληση της ανάγκης για διεπιστημονικότητα, η φιγούρα του ειδήμονα, που αντιπροσωπεύει περισσότερο έναν καθολικό τρόπο σκέψης παρά την εξειδικευμένη γνώση ενός συγκεκριμένου επιστημονικού ή τεχνολογικού πεδίου, παραμένει ελκυστική. Πολλές φορές, μάλιστα, η επίκληση της ανάγκης για διεπιστημονικότητα υπονοεί, ακριβώς, τη δυνατότητα των ειδημόνων να είναι ειδήμονες σε όλα. Όμως, οι κρίσεις με τις οποίες ερχόμαστε, πλέον, όλο και συχνότερα αντιμέτωποι είναι πρωτίστως κοινωνικές. Αυτό σημαίνει ότι η αντιμετώπισή τους δεν μπορεί να εμπίπτει στην αρμοδιότητα μιας συγκεκριμένης ομάδας ειδημόνων, αλλά ολόκληρης της κοινωνίας. Και αυτό, με τη σειρά του, καθιστά επιτακτική τη ανάγκη για επιστημολογική ταπεινότητα: Αν πρόκειται να διαχειριστούμε αποτελεσματικά και δημοκρατικά τις επερχόμενες κρίσεις, οι ειδήμονες οφείλουν αφενός να αναγνωρίσουν τους επιστημολογικούς και μεθοδολογικούς περιορισμούς των γνωστικών τους πεδίων και, αφετέρου, να αποδεχτούν το γεγονός ότι η πιθανολογούμενη ειδημοσύνη τους δεν προσδίδει στον πολιτικό τους λόγο μεγαλύτερο κύρος από τον λόγο των υπόλοιπων κοινωνικών υποκειμένων.

Image Credits: Henri Matisse, Femme au tabouret, 1914 | Umberto Boccioni, Head Against the Light, 1912