Φόβος

Φιλοσοφία και φύση
Όταν ο θηρευτής κυνηγά τη λεία του, τι αισθάνεται η λεία; Η απάντηση είναι προφανής: Αισθάνεται ότι κινδυνεύει η ζωή της και κάνει ότι μπορεί για να μη συλληφθεί από το ζώο που την επιβουλεύεται: κρύβεται, μεταμφιέζεται, τρέχει, υποκρίνεται ότι είναι ήδη νεκρή… Ενεργεί, με άλλα λόγια, όπως της υπαγορεύει αυτό που ονομάζουμε «ένστικτο της επιβίωσης». Αυτή η απολύτως τετριμμένη περιγραφή, ωστόσο, κρύβει ορισμένες παραδοχές που είναι ιδιαίτερα συζητήσιμες. Αν η λεία – ο λαγός, η κατσαρίδα, η πέστροφα– τρέχει για να σώσει τη ζωή της, αυτό σημαίνει, πρώτα απ’ όλα, ότι γνωρίζει πως έχει ζωή. Επίσης, ότι γνωρίζει πως αυτό που την απειλεί είναι το τέλος της ζωής. Άρα γνωρίζει και τι είναι τέλος – το μη αναστρέψιμο αποτέλεσμα της βίας που θα ασκηθεί επάνω της. Επίσης, γνωρίζει ότι αυτό είναι κακό ή, εν πάση περιπτώσει, ότι δεν είναι επιθυμητό. Άρα, είναι σε θέση να κάνει επιλογές για τη ζωή της με βάση το τι είναι επιθυμητό και τι όχι. Μπορούμε να πάμε ακόμα βαθύτερα, αν θέλουμε. Η λεία έχει αίσθηση της ατομικότητάς της: Γνωρίζει ότι είναι κάτι διαφορετικό από τον θηρευτή και ότι το συμφέρον της συνίσταται στην ενεργητική διατήρηση αυτής της διαφορετικότητας και όχι στην παραίτηση και την υποταγή της στις ανάγκες του θηρευτή.

Είναι μάλλον απίθανο να συμβαίνει κάτι από τα παραπάνω. Όχι επειδή τα ζώα και τα φυτά είναι κατώτερες μορφές ζωής (τα περισσότερα από αυτά βρίσκονται πολύ περισσότερο χρόνο από εμάς στον πλανήτη κι αυτό θα πρέπει να μας κάνει ιδιαίτερα προσεκτικούς στη διατύπωση τέτοιων ισχυρισμών), αλλά επειδή είναι πολύ ανθρωπομορφικά για να είναι αληθινά. Στο κάτω κάτω, δεν περιστρέφεται όλος ο κόσμος γύρω από τις αξίες και τις νοητικές παραστάσεις του είδους στο οποίο τυχαίνει να ανήκουμε! Θα πρέπει να συμβαίνει κάτι άλλο, πιο στοχειώδες. Αυτό που προσπαθεί να αποφύγει η λεία είναι ο πόνος. Γνωρίζει ότι όταν θα νιώσει τα δόντια του θηρευτή να σκίζουν τις σάρκες της ή το βάρος του σώματός του να τη συνθλίβει ή την παρατεταμένη επιθανάτια αγωνία της ασφυξίας να στραγγίζει τη ζωτική της δύναμη θα υποστεί ένα εφιαλτικό μαρτύριο. Πώς το γνωρίζει, όμως, αυτό αφού δεν το έχει υποστεί στο παρελθόν; Η απάντηση είναι απλή: Επαγωγικά. Γνωρίζοντας τι είναι ο πόνος και έχοντας μια αδρή έστω εικόνα της κλίμακας του πόνου, μπορεί να συμπεράνει ότι αυτό που την απειλεί είναι η κορύφωση ενός δυσάρεστου αισθήματος. Άρα, η λεία είναι ικανή για επαγωγικό συλλογισμό και μάλιστα με ποσοτικά χαρακτηριστικά, εφόσον η φρενήρης προσπάθειά της να αποφύγει τον θηρευτή δείχνει ότι προβάλλει στο μέλλον μια τιμή ανώτερη από αυτές που έχει γνωρίσει στο παρελθόν. Ομολογώ ότι δεν είμαι πεισμένος σε τέτοιο βαθμό για την οικουμενικότητα του επαγωγικού συλλογισμού ώστε να δεχτώ αβασάνιστα τη συγκεκριμένη εξήγηση. Στο κάτω κάτω, αν ίσχυε κάτι τέτοιο ίσως θα έπρεπε να βάλουμε τον Hume να συζητήσει με μια πέστροφα για να του εξηγήσει πώς να χειριστεί το πρόβλημα της επαγωγής.

Θα μπορούσε, βεβαίως, να ισχυριστεί κάποιος ότι αυτό που εκφράζεται μέσω της συμπεριφοράς του ζώου που προσπαθεί να αποφύγει τον θηρευτή του είναι η ανάγκη επιβίωσης του είδους. Το άτομο φιλτράρει τη συμπεριφορά και τις στρατηγικές επιβίωσης του είδους. Αυτό, όμως, δεν κάνει τα πράγματα λίγο περισσότερο δυσεξήγητα: Τι είναι το είδος για να έχει συμπεριφορά και στρατηγικές επιβίωσης; Έχει το είδος μνήμη, βούληση και ενεργητικότητα; Έχει την ικανότητα να κάνει σχέδια και να ενεργεί με ευφυΐα; Για να πω την αλήθεια, προσωπικά θεωρώ πιθανότερο οι συγκεκριμένες «ποιότητες» να αποτελούν χαρακτηριστικά του είδους παρά των ατόμων – και σε αυτό συμπεριλαμβάνω και τον άνθρωπο. Ωστόσο, αυτό δεν μας βοηθά να καταλάβουμε τη συμπεριφορά του συγκεκριμένου ζώου που προσπαθεί ενεργητικά να αποφύγει τον θηρευτή του – απλώς μετατοπίζει το θέμα της συζήτησης. Το ερώτημα είναι, τι αισθάνεται το άτομο που βρίσκεται στη συγκεκριμένη κατάσταση; Τι το κινητοποιεί, τι το κάνει να ενεργήσει με τον τρόπο που ενεργεί;

Η παραγωγικότητα του φόβου
Η μόνη απάντηση που μπορώ να σκεφτώ είναι ο φόβος. Ο γνήσιος, αρχέγονος φόβος. Το ζώο δεν κάνει επαγωγικούς συλλογισμούς, δεν στοχάζεται την αξία της ζωής και το μη αναστρέψιμο του θανάτου. Το ζώο φοβάται. Ο φόβος ενεργοποιείται από οπτικά σήματα, μυρωδιές, ανεπαίσθητα απτικά ερεθίσματα, υπόκωφους ήχους και απειλητικές σιωπές. Και ναι, είναι μια εξελικτικά αποκτημένη ικανότητα. Είναι η ικανότητα του σώματος να αναπαριστά μια συγκεκριμένη διάταξη του περιβάλλοντός του μέσω μιας αντίστοιχης διάταξης της νευροφυσιολογικής δομής του, η οποία υπαγορεύει όλη εκείνη τη σειρά των ενεργειών που συνιστούν την αντίδραση της αποφυγής. Ο φόβος δεν είναι «φόβος για τη ζωή», είναι προϋπόθεση της ζωής. Στο ανθρώπινο μυαλό ο φόβος έχει μετατραπεί σε συλλογισμό και έχει συνδεθεί με αξίες και προτεραιότητες. Στην πραγματικότητα, όμως, ο φόβος είναι μια αρχέγονη ιδιότητα των έμβιων συστημάτων, η οποία συνέβαλε στην ανάδυση της ζωής όπως τη γνωρίζουμε. Κατά μία έννοια, ο φόβος προϋπάρχει της ζωής.

Δεν είναι, ασφαλώς, όλες οι μορφές και όλες οι εκδηλώσεις τους φόβου ίδιες. Τα φυσικά και πολιτισμικά συστήματα έχουν ιστορία, διανύουν συγκεκριμένες διαδρομές στον χρόνο, στη διάρκεια των οποίων ο αρχέγονος φόβος αφομοιώνεται, τοπικοποιείται και μετατρέπεται σε λειτουργία κάθε επιμέρους συστήματος. Ακόμα και σε αυτό το επίπεδο, όμως, ο φόβος έχει ένα είδος καθολικότητας, εφόσον συμβάλλει στη διαμόρφωση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάθε συστήματος. Η φυσιογνωμία ενός φυσικού συστήματος καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το τι φοβούνται οι ζωντανοί οργανισμοί που συμμετέχουν σε αυτό. Καθορίζεται, με άλλα λόγια, από την πολιτική οικονομία του φόβου. Η οικολογική ισορροπία, αλλά και οι επιμέρους τοπικές ανισορροπίες που συχνά αποτελούν τμήματα ευρύτερων ισορροπιών, δεν είναι αποτέλεσμα της προσπάθειας των οργανισμών «να διατηρηθούν στη ζωή» –τι ιδέα κι αυτή!–, αλλά των σύνθετων στρατηγικών που αναπτύσσουν για ν’ αποφύγουν όσα τους προξενούν φόβο. Αν η κατανομή των πόρων αποτελεί την προϋπόθεση ύπαρξης των φυσικών συστημάτων, η κατανομή του φόβου ορίζει τους ιδιαίτερους τρόπους με τους οποίους η δυνατότητα αυτή υλοποιείται.

Το φαινόμενο αυτό είναι, ασφαλώς, πιο ορατό στα πολιτισμικά συστήματα. Το πώς ο αρχέγονος φόβος αφομοιώνεται και μετασχηματίζεται από τον ανθρώπινο πολιτισμό είναι μεγάλη συζήτηση, η οποία δεν μπορεί να γίνει εδώ. Σίγουρα, όμως, ο φόβος που βιώνουμε ως άνθρωποι σπάνια είναι αποτέλεσμα της άμεσης αντίδρασής μας σε μια ορισμένη διευθέτηση του φυσικού περιβάλλοντός μας. Συνήθως είναι αποτέλεσμα μιας σειράς λογικών και συναισθηματικών συσχετίσεων, οι οποίες υπαγορεύονται από ένα σύνθετο πλέγμα πολιτισμικών τεχνολογιών που ανέπτυξαν οι άνθρωποι στη διάρκεια της Ιστορίας τους. Εξουσία είναι, ακριβώς, η τέχνη διαχείρισης του φόβου των ανθρώπων για την επίτευξη ενός επιθυμητού σκοπού. Η εξουσία δεν παράγει η ίδια τον φόβο, αλλά τον χρησιμοποιεί ως φυσικό πόρο που, μέσω της κατάλληλης διαμόρφωσης, της επιτρέπει να αναπτύσσει συγκεκριμένες πολιτικές πειθάρχησης και ελέγχου.

Κοινωνίες του ελέγχου
Ο φόβος είναι αυτό που έκλεισε στα σπίτια τους επτά δισεκατομμύρια ανθρώπους στη διάρκεια της πρόσφατης πανδημίας. Ο εύλογος φόβος, θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος, δεδομένης της επιθετικότητας του SARS-COV-2. Ωστόσο, εδώ υπάρχει ένα παράδοξο. Ενώ η εκδήλωση της νόσου ήταν τοπική, ο φόβος ήταν οικουμενικός. Τα επιδημικά φαινόμενα εκδηλώθηκαν αποκλειστικά σε τοπικό επίπεδο, αναδεικνύοντας, μάλιστα, συγκεκριμένες αδυναμίες του δημόσιου βίου κάθε τοπικότητας – την απουσία δημόσιου συστήματος υγείας στις ΗΠΑ, τους χαλαρούς υγειονομικούς κανόνες στις αγορές τροφίμων της Κίνας, την ιδιωτικοποίηση και τον «εξορθολογισμό της λειτουργίας» των γηροκομείων στην Ισπανία, τη διάρρηξη του κοινωνικού ιστού στις επιθετικά νεοφιλελεύθερες οικονομίες της Δυτικής Ευρώπης κ.λπ. Παρ’ όλα αυτά, η συμμόρφωση στα μέτρα που ελήφθησαν για την πρόληψη της διασποράς του SARS-COV-2 δεν αφορούσε μόνο τις περιοχές όπου εκδηλώθηκαν τα επιδημικά φαινόμενα, ήταν οικουμενική. Άρα, αυτό που προκάλεσε τον φόβο ήταν κάτι διαφορετικό από την εκδήλωση της ίδιας της βιολογικής απειλής. Ο φόβος, στην προκειμένη περίπτωση, δεν ήταν αντίδραση σε μια κατάσταση, αλλά σε μια πληροφορία. Έχει ίσως ενδιαφέρον να θυμηθούμε ότι ένα από τα θεμελιώδη προβλήματα που πραγματεύεται ο Claude Shannon στο μνημειώδες άρθρο του για τη Μαθηματική Θεωρία της Επικοινωνίας (1948) είναι με ποιον τρόπο η πληροφορία που μεταφέρει ένα σήμα θα κάνει τον παραλήπτη του να αναπτύξει τη συμπεριφορά που επιθυμεί ο αποστολέας του σήματος.

Αυτό που ζήσαμε στη διάρκεια της πανδημίας ήταν ένας ριζικός μετασχηματισμός της έννοιας του φόβου. Ο φόβος αποτέλεσε ανέκαθεν το μέσο για τη θεμελίωση και τη διατήρηση συγκεκριμένων δομών εξουσίας. Αυτός ο εργαλειοποιημένος φόβος, όμως, πάντα παρέπεμπε στον αρχέγονο φόβο, εκείνον που αποτελεί συνθήκη δυνατότητας της ίδιας της ζωής. Είχε απτό εμπειρικό περιεχόμενο και αντλούσε τη δύναμή του από τη σαφήνεια και την αμεσότητα με την οποία εκδηλωνόταν η απειλή. Ο φόβος που ζήσαμε και, εν πολλοίς συνεχίζουμε να ζούμε, με αφορμή την εμφάνιση του SARS-COV-2 είναι ένας φόβος διαφορετικός. Δεν προέρχεται από τη διαπίστωση ενός «κινδύνου» στο φυσικό μας περιβάλλον – από τη διευθέτηση του φυσικού μας περιβάλλοντος κατά τρόπον ώστε να ενεργοποιεί αντιδράσεις αποφυγής εκ μέρους μας– αλλά από τη συμμετοχή μας σε ένα παγκόσμιο δίκτυο πληροφοριών, στο οποίο διακινούνται μηνύματα που έχουν στόχο την «κατάλληλη» διαμόρφωση της συμπεριφοράς μας. Είναι ένας φόβος ψηφιακός και, στον βαθμό που η διαβίβαση του μηνύματος πραγματοποιείται επιτυχώς, είναι ο ίδιος φόβος για όλους.

Τι σηματοδοτεί αυτή η αλλαγή; Χρησιμοποιώντας τη γλώσσα του Deleuze, θα μπορούσαμε να πούμε ότι σηματοδοτεί τη μετάβαση από τις «κοινωνίες της πειθαρχίας» στις «κοινωνίες του ελέγχου». Η αμεσότητα και η επιτελεστικότητα του φόβου στις κοινωνίες της πειθαρχίας παραχωρεί τη θέση της στην πανταχού παρουσία και τη διεισδυτικότητα του φόβου στις κοινωνίες του ελέγχου. «Βρισκόμαστε μέσα σε κάτι που ξεκινά», σημείωνε προφητικά ο Deleuze το 1992:

Στο σύστημα των φυλακών: η απόπειρα να ανευρεθούν ποινές «υποκατάστασης», τουλάχιστον για ελάσσονα αδικήματα και η χρήση ηλεκτρονικού βραχιολιού που αναγκάζει το καταδικασμένο άτομο να μένει υπό περιορισμό για συγκεκριμένες ώρες της ημέρας. Για το εκπαιδευτικό σύστημα: συνεχείς μορφές ελέγχου και η επίδραση στο σχολείο της διά βίου εκπαίδευσης, η συνακόλουθη εγκατάλειψη κάθε είδους πανεπιστημιακής έρευνας, η εισαγωγή των «επιχειρήσεων» σε κάθε επίπεδο της εκπαίδευσης. Για το νοσοκομειακό σύστημα: η νέα ιατρική που «χωρίς γιατρούς και ασθενείς» μπορεί και ξεχωρίζει μελλοντικούς αρρώστους και υποκείμενα σε καθεστώς διακινδύνευσης· δεν αποτυπώνει κατά κανένα τρόπο την εξατομίκευση –όπως ισχυρίζονται– αλλά την υποκατάσταση του ατομικού ή αριθμημένου σώματος με τα ψηφία ενός «τετμημένου» υλικού που υπόκειται στο καθεστώς του ελέγχου.

Αυτή η μετάβαση σηματοδοτεί την ανάδυση μιας νέας μορφής «υποκειμενικότητας». Το δίπολο μάζα-ατομικότητα που χαρακτήριζε προγενέστερες μορφές κοινωνικής οργάνωσης (τις κοινωνίες της κυριαρχίας και τις κοινωνίες της πειθαρχίας) φτάνει στο ιστορικό του όριο. Η συμπεριφορά παύει να είναι η ατομική επιτέλεση στο πλαίσιο διακριτών διϋποκειμενικών επικοινωνιακών ενεργημάτων και εκδηλώνεται ως απόκριση σε διαμοιραζόμενες αξίες που διακινούνται στο συνεχές του δικτύου. «Τα άτομα (individuels) γίνονται “τετμημένα” (dividuels) και οι μάζες δείγματα, δεδομένα, αγορές ή “τράπεζες”. … Ο πειθαρχημένος άνθρωπος ήταν ένας ασυνεχής παραγωγός ενέργειας. Ο άνθρωπος του ελέγχου είναι ένας κυματισμός σε τροχιά, μια συνεχής δέσμη.»

Ο φόβος πάντα ήταν παραγωγικός. Όπως έχω ήδη σημειώσει, είναι ένα είδος μορφολογικού κατοπτρισμού που προϋπήρχε της ζωής και συνέβαλε στην ανάδυσή της. Ωστόσο, η ζωή που παίρνει μορφή χάρη στην ενεργητικότητα που κινητοποιεί ο φόβος προσπαθεί πάντα να απομακρυνθεί από αυτόν. Προσπαθεί να είναι μια ζωή χωρίς φόβο – και όχι χωρίς πόνο, όπως συχνά λέγεται. Γι’ αυτό και οι τεχνολογίες του φόβου που αναπτύσσονται στη διάρκεια της Ιστορίας ορίζουν πάντα μετασταθείς καταστάσεις. Καταστάσεις ισορροπίας, δηλαδή, που μπορούν να απορροφήσουν σημαντικές διακυμάνσεις και να διασφαλίσουν μια σχετική σταθερότητα της κοινωνικής οργάνωσης, αλλά δεν μπορούν να αντισταθούν στη μακροχρόνια συσσώρευση της έντασης που προκαλείται από την εργαλειοποίηση του φόβου. Η μετάβαση στις κοινωνίες του ελέγχου δίνει μορφή σε μια νέα σχέση με τον φόβο. Ο φόβος γίνεται συστατικό της θεμελιώδους κατάστασης του ατόμου. Δεν αποτελεί πλέον εξωτερικότητα, αλλά καταστατικό στοιχείο της ύπαρξής του μέσα στο δίκτυο ως «συνεχούς δέσμης» και «κυματισμού σε τροχιά». Υπό αυτή την έννοια, η μεταστάθεια παραχωρεί τη θέση της όχι στην ευστάθεια, αλλά στη σταθερότητα μιας ροής που εποπτεύεται από μηχανισμούς ελέγχου και ανατροφοδότησης. Ωστόσο, και με αυτή τη μορφή ο φόβος παραμένει παραγωγικός. Η παρουσία του μπορεί να λειτουργήσει ως η δύναμη που επιτρέπει στο τετμημένο άτομο να βιώσει, με αρνητικό τρόπο, την ενότητά του και, εκκινώντας από αυτή, να εξερευνήσει την προοπτική επανεπινόησης του εαυτού στην επικράτεια του δυνητικού. Αυτή η νέα συνθήκη απαιτεί, ασφαλώς, νέες δεξιότητες και νέες πολιτικές. Ωστόσο, «δεν είναι ανάγκη να φοβόμαστε ή να ελπίζουμε, μόνο να αναζητήσουμε νέα όπλα.»

Σημ. Η μετάφραση των αποσπασμάτων από το «Υστερόγραφο για τις κοινωνίες του ελέγχου» είναι του Χρήστου Κρυστάλλη.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 90, στις 11 Ιουλίου 2020.

image credit: Frieder Nake, Polygon drawings, 1965 | Henry Moore, Square Form Lyre Birds, 1936, 1942, 1972 | Giorgio de Chirico, Le maschere, 1973.

Κρίση

ΠΕΡΝΑΜΕ διαδοχικές κρίσεις. Πρώτα η οικονομική κρίση, μετά η υγειονομική και, απ’ ό,τι φαίνεται, σύντομα πρόκειται να ακολουθήσει και νέα οικονομική. Η χρήση της συγκεκριμένης λέξης δηλώνει τη σοβαρότητα της κατάστασης και το μέγεθος του διακυβεύματος: Επιβίωση ή απώλεια. Ο συνήθης τρόπος με τον οποίο αναφερόμαστε στις κρίσεις παραπέμπει στην ιατρική σημασία του όρου. Τα ζευγάρια περνούν κρίσεις στις σχέσεις τους, ο καπιταλισμός περνάει κυκλικές οικονομικές κρίσεις, η περιβαλλοντική κρίση απειλεί το μέλλον του πλανήτη, οι προσωπικές μας κρίσεις μπορεί να έχουν τραγική ή αναγεννητική κατάληξη. Σε όλες αυτές τις εκδοχές είναι παρούσα η έννοια της αποφασιστικής καμπής της νόσου κατά την οποία ο ασθενής θα κατευθυνθεί προς την ανάρρωση ή προς τη μοιραία επιδείνωση. Η κρίση συνδέεται με την κρισιμότητα.

Ασφαλώς, σύμφωνα με την πολυακουσμένη έκφραση, κάθε κρίση είναι και μια ευκαιρία. Η συγκεκριμένη έκφραση υπονοεί ότι η κρίση είναι ένα ρευστό πεδίο δυνατοτήτων, μια αναστάτωση της κανονικής ροής των πραγμάτων, την οποία το επιδέξιο άτομο ή ομάδα μπορούν να εκμεταλλευτούν προς όφελός τους. Κάπως έτσι, ας πούμε, εμφανίζεται η κρίση Παραδείγματος στη θεωρία του Thomas Kuhn: το γόνιμο πεδίο διανοητικής δημιουργικότητας που επιτρέπει στο νέο Παράδειγμα να αναδυθεί χάρη στην επιτυχημένη αξιοποίηση μιας σειράς κοινωνικών, πολιτικών, αισθητικών και γνωσιακών παραγόντων. Η κρίση σε αυτή την εκδοχή της συνδέεται με κερδισμένες και χαμένες ευκαιρίες.

Ο συνδυασμός κρισιμότητας και ευκαιρίας ορίζει το πεδίο στο οποίο λειτουργεί η σύγχρονη τέχνη του μάνατζμεντ. Η κρίση αφορά όλους, αλλά η επιτυχημένη διαχείρισή της αφορά τους ειδικούς. Αν δεν θέλουμε η κρίση να καταβροχθίσει το σύμπαν πρέπει να ακούσουμε τους οικονομολόγους, τους επιδημιολόγους, τους περιβαλλοντολόγους… Η διαχείριση της κρίσης γίνεται μια δουλειά όπως όλες οι άλλες – η κρισιμότητα καθαυτή δεν φτάνει ποτέ να αγγίξει τα θεμέλια του οικοδομήματος.

Σπάνια σκεφτόμαστε ότι κρίση δεν είναι μόνο μια κατάσταση που οφείλουμε να υπερβούμε, αλλά και η απόφανση στην οποία οδηγούμαστε μετά από προσεκτική αποτίμηση της πορείας των πραγμάτων. Η κρίση με αυτή την έννοια συνδέεται με τη δυνατότητα της επιλογής. Η ικανότητά μας να κρίνουμε μας επιτρέπει να αντιλαμβανόμαστε τις διαφορετικές εκδοχές της πραγματικότητας και να διαμορφώνουμε τη στάση μας απέναντί τους βάσει των αρχών που διέπουν τον βίο μας: να εγκρίνουμε, να επικρίνουμε, να κατακρίνουμε – και να ενεργούμε αναλόγως. Είναι προφανές ότι οι δύο έννοιες της κρίσης συνδέονται στενά μεταξύ τους. Ωστόσο, στο πλαίσιο του σύγχρονου τεχνοεπιστημονικού πολιτισμού, η εκχώρηση της διαχείρισης των κρίσεων σε ειδικούς υποβαθμίζει την αξία των κρίσεων που μπορούν να εκφέρουν οι πολίτες. Υπό αυτή την έννοια, η κρίση είναι πρωτίστως μια πολιτική συνθήκη. Μολονότι παρουσιάζεται ως το αναπόφευκτο και καθολικό αποτέλεσμα μιας «φυσικής» διεργασίας, η κρισιμότητά της έγκειται στον συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο αυτή εγγράφεται στις υπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις και στις δυνατότητες δράσης που ενεργοποιεί ή ακυρώνει.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 89, στις 27 Ιουνίου 2020.

IMAGE CREDIT: PABLO Picasso, Jeune fille jetant un rocher, 1931.

Resilience

ΣΕ ΕΝΑ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΘΡΟ, που δημοσιεύτηκε το 1973, ο C. S. Holling εισήγαγε στη θεωρητική και εμπειρική βιολογία την έννοια του resilience. Αμετάφραστη λέξη στα ελληνικά, θα την αποδίδαμε κατά προσέγγιση ως «προσαρμοστική ανθεκτικότητα». Η ιδέα είναι ότι η σταθερότητα των ζωντανών συστημάτων πρέπει να γίνεται κατανοητή με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι η σταθερότητα των μηχανικών συστημάτων. Αν αυτό που μελετάμε, γράφει ο Holling, είναι μια συσκευή που έχει σχεδιαστεί για να εκτελεί συγκεκριμένες εργασίες σε ένα καθορισμένο πλαίσιο προβλέψιμων εξωτερικών συνθηκών, τότε αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η σταθερή επίδοση της μηχανής και η άμεση διόρθωση των αποκλίσεών της από την προβλεπόμενη συμπεριφορά. Συνεπώς, η προσέγγιση που θα υιοθετηθεί θα πρέπει να είναι ποσοτική και οι παράμετροι που θα πρέπει να ελέγχονται είναι το πλάτος και η συχνότητα των ταλαντώσεων του συστήματος. Αν όμως έχουμε να κάνουμε με ένα σύστημα, η συμπεριφορά του οποίου επηρεάζεται καθοριστικά από τους εξωτερικούς παράγοντες, τότε η σταθερότητα της επίδοσής του παύει να έχει κεντρική σημασία. Η κρίσιμη παράμετρος, σε αυτή την περίπτωση, είναι οι μηχανισμοί χάρη στους οποίους το σύστημα κατορθώνει να διατηρήσει τη συνοχή του σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον. Συνεπώς, το θεωρητικό ενδιαφέρον μετατοπίζεται από τα ποσοτικά στα ποιοτικά χαρακτηριστικά του συστήματος και από τη μετρήσιμη επίδοση στην ίδια τη δυνατότητα της ύπαρξης.

Η πρώτη προσέγγιση, η μηχανική, έλκει την καταγωγή της από την κλασική φυσική. Η δεύτερη, η οργανιστική, από τις ανθρωπιστικές επιστήμες και από τον Ρομαντισμό. Η συμβολή του ίδιου του Holling συνίσταται στην ανάπτυξη μιας συνθετικής μεθοδολογίας που χρησιμοποιεί τη θεωρία συστημάτων για να μελετήσει τη ζωντανά συστήματα με όρους προσαρμοστικής ανθεκτικότητας. Τα μοντέλα διαχείρισης που προκύπτουν από καθεμιά από τις παραπάνω προσεγγίσεις είναι πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Το μοντέλο που προτάσσει τη σταθερότητα της επίδοσης «δίνει έμφαση στην ισορροπία, στη διατήρηση ενός προβλέψιμου κόσμου και στη δυνατότητα συγκέντρωσης φυσικών πόρων με όσο το δυνατόν λιγότερες διακυμάνσεις». Το μοντέλο που εστιάζει στην προσαρμοστική ανθεκτικότητα, αντίθετα, δίνει έμφαση στη διατήρηση και την προαγωγή της ετερογένειας, ώστε να παραμείνουν διαθέσιμες όσο το δυνατόν περισσότερες επιλογές για το σύστημα. Επίσης, επιδιώκει την δημιουργική σύζευξη του συστήματος με το περιβάλλον του και όχι την αυστηρή οριοθέτηση και τον έλεγχο.

Η θεώρηση της προσαρμοστικής ανθεκτικότητας δεν αποβλέπει τόσο στη συγκέντρωση επαρκούς γνώσης, όσο στην αναγνώριση και στη διαχείριση της άγνοιάς μας, γράφει ο Holling. Δεν στηρίζεται στην ελπίδα ότι τα μελλοντικά γεγονότα μπορούν να προβλεφθούν, αλλά στη βεβαιότητα ότι είναι εκ φύσεως απρόβλεπτα. Ως εκ τούτου, σηματοδοτεί μια ριζική αλλαγή προοπτικής, «καθώς δεν απαιτεί ακριβή ικανότητα πρόβλεψης του μέλλοντος, αλλά μόνο την ποιοτική ικανότητα επινόησης συστημάτων που θα μπορούν να απορροφήσουν και να ενσωματώσουν τα μελλοντικά συμβάντα, όσο απρόβλεπτα κι αν είναι αυτά».

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 88, στις 13 Ιουνίου 2020.