Η Επικοινωνία της Επιστήμης και ο εκδημοκρατισμός της γνώσης

Bandwagon
Από καιρού εις καιρόν μου αρέσει να κλέβω. Το κάνω όταν, σε ένα κείμενο που τυχαίνει να διαβάζω, συναντώ τις σκέψεις μου διατυπωμένες πολύ πιο συνεκτικά απ’ ό,τι τις έχω στο μυαλό μου. Αυτή τη φορά θα πάρω το θάρρος να σταχυολογήσω μερικά αποσπάσματα από το άρθρο του Etienne Balibar «Σπινόζα: Πολιτική και επικοινωνία» που δημοσιεύτηκε ως επίμετρο στην ελληνική μετάφραση της Πολιτικής Πραγματείας του Spinoza. Η εξαιρετική απόδοση είναι του Άρη Στυλιανού.

Αφορμή για τη σύνθεση που ακολουθεί είναι η πανδημία. Τι έκπληξη, θα μου πείτε. Πρόκειται όμως για μια ιδιαίτερη εκδήλωση της πανδημίας. Στα Αγγλικά υπάρχει η έκφραση to jump on the bandwagon, η οποία δηλώνει την τάση των ανθρώπων να εμπλέκονται με μια δραστηριότητα μόνο και μόνο επειδή η άσκηση αυτής της δραστηριότητας έχει γίνει της μόδας. Η πανδημία, λοιπόν, πρόσφερε σε πολλούς και πολλές την ευκαιρία να γίνουν ειδικοί στην Επικοινωνία της Επιστήμης. Γιατροί που έχουν γίνει περσόνες των media αναλαμβάνουν να μεταφέρουν τα αποτελέσματα των επιστημονικών ερευνών στη δημόσια σφαίρα με έναν κοινωνικά ανερμάτιστο λόγο· πολιτικοί οι οποίοι υλοποιούν αυταρχικά μέτρα δικαιολογούν τις αποφάσεις τους βάσει των πορισμάτων της επιστήμης («τις έχουν βάλει στον αλγόριθμο»)· δημοσιογράφοι που αδυνατούν να κατανοήσουν τον δαιδαλώδη χαρακτήρα της ερευνητικής μεθοδολογίας συνοψίζουν με συγκεχυμένο τρόπο τις πιο πρόσφατες δημοσιεύσεις, τροφοδοτώντας τον συλλογικό φόβο και τη γενικευμένη δυσπιστία απέναντι στην επιστήμη. Όλοι «επικοινωνούν την επιστήμη»· και όλοι (εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, που συνήθως περνούν κάτω από το ραντάρ της δημοσιότητας) με τον όρο Επικοινωνία της Επιστήμης εννοούν, λίγο-πολύ, το ίδιο πράγμα: τη χρήση του λόγου της επιστήμης για να επιτύχουν τη συμμόρφωση του πληθυσμού. Όλοι έχουν πηδήξει στην καρότσα του περιοδεύοντος θιάσου και τα κίνητρά τους δεν είναι καθόλου αθώα.

Ας θυμίσουμε, λοιπόν, ότι τέτοιου είδους πρακτικές δεν συνιστούν Επικοινωνία της Επιστήμης. Αν μη τι άλλο, για έναν πολύ σημαντικό λόγο: Επειδή σκοπός της Επικοινωνίας της Επιστήμης δεν είναι μόνο να κοινοποιήσει τον κανονιστικό λόγο της επιστήμης, αλλά κυρίως να υποδείξει τους τρόπους με τους οποίους η συμμετοχή των πολιτών στην παραγωγή και τη διαμόρφωση αυτού του λόγου μπορεί να γίνει πιο ουσιαστική και πιο ενεργητική. Υπό αυτή την έννοια, η Επικοινωνία της Επιστήμης δεν έχει στόχο την υποταγή και τη συμμόρφωση του πληθυσμού, αλλά τον εκδημοκρατισμό της γνώσης. Αυτό είναι το πρόταγμα που ανακαλύπτει ο Etienne Balibar ξαναδιαβάζοντας την (ημιτελή) Πολιτική Πραγματεία του Spinoza.

Ο επικίνδυνος όχλος
Παραδόξως, η μη ολοκλήρωση της Πολι­τικής Πραγματείας επιφέρει ένα θεωρητικό κέρδος: αντί για μια θεωρία της δημοκρατίας, αυτό πού προκύπτει είναι μια θεωρία του εκδημοκρατισμού, που μπορεί να εφαρμοστεί σε όλα τα καθεστώτα. Οι τρόποι του διαφέρουν, αλλά υπάρχει πάντοτε ένας θεμελιώδης κινητήρας, στον οποίο ο Σπινόζα επανέρχεται αδιάκοπα: η κυκλοφορία της πληροφορίας, που τείνει να εξασφαλίσει την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη δημο­σιότητα των πράξεων της κυβέρνησης, των κινήτρων των αποφάσεών της (ενάντια σε όλη την παράδοση των arcana imperii: των «κρατικών μυστικών») και συγχρόνως να δια­παιδαγωγήσει τους ίδιους τους πολίτες εξασκώντας την κρί­ση τους περί των δημοσίων πραγμάτων. Ο Σπινόζα δείχνει ότι η μυστικότητα της εξουσίας δεν είναι αποτέλεσμα της ανικανότητας και της βίας των κυβερνωμένων, αλλά αποτε­λεί σαφώς την αιτία τους: «Αν ο όχλος δεν έχει καμία αίσθηση του μέτρου, αν είναι επίφοβος όσο δεν τον τρομοκρατούν, τούτο συμβαίνει διότι η ελευθερία και η σκλαβιά δεν αναμειγνύονται εύκολα. Τέλος, ότι ο όχλος είναι ξένος προς κάθε αλήθεια και κάθε κρίση δεν είναι παράξενο, εφόσον οι σημαντικότερες υποθέσεις του κράτους ρυθμίζονται εν αγνοία του και δεν του απομένει παρά να τις μαντεύει από κάποια γεγονότα που είναι απολύτως αδύνατο να του τα αποκρύψουν. Πράγματι, χρειάζεται σπάνια αρετή για να αποφεύγει κάποιος να διατυπώνει κρίσεις. Συνεπώς, το να θέλει κανείς να ενεργεί πάντοτε εν αγνοία των πολιτών, απαιτώντας ταυ­τόχρονα από αυτούς να μη διατυπώνουν λανθασμένες κρίσεις και κακοπροαίρετες ερμηνείες, αυτό αποτελεί το αποκορύ­φωμα της ανοησίας. Στην πραγματικότητα, αν ο όχλος ήξε­ρε να παραμένει ήρεμος, να μη διατυπώνει κρίσεις για ζητή­ματα που γνωρίζει ελάχιστα ή να κρίνει με ορθό τρόπο ένα ζήτημα έχοντας περιορισμένη πληροφόρηση, θα του άξιζε ασφαλώς να κυβερνά παρά να υπακούει».

Ο φιλόσοφος-βασιλιάς
Η διαφορά μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων έχει ποικίλες αιτίες που την καθιστούν διαφορά μεταξύ κυ­ριάρχων και κυριαρχουμένων, όμως, στο επίπεδο του κρά­τους, καταλήγει να επικεντρώνεται στο μονοπώλιο της γνώ­σης, στο όνομα του οποίου απαιτείται η υπακοή. Αλλά αυτή η εσωτερικά αμφίσημη κατάσταση μετατρέπεται στο αντί­θετό της: πράγματι, η ανασφάλεια του κράτους συνδέεται με την άγνοια που έχουν τα άτομα για τον ίδιο τους τον εαυτό, για τον τρόπο με τον οποίο επηρεάζονται από την αμοιβαία εξάρτησή τους. Η ιστορία των θεοκρατιών δείχνει πώς το μονοπώλιο της γνώσης μετατρέπεται σε μονοπώλιο της μη­ γνώσης (το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε σήμερα για τις τε­χνοκρατίες μέσα στις οποίες ζούμε). Αντιστρόφως, οι «ζων­τανοί» θεσμοί που πραγματοποιούν τον εκδημοκρατισμό του κράτους είναι επίσης εκείνοι που κάνουν την γνώση διαθέσι­μη και, εξαιτίας αυτού του γεγονότος, δημιουργούν τις προϋ­ποθέσεις για την συγκρότησή του. Άρα, δεν αποτελούν απλώς εξωτερική προϋπόθεση της γνώσης ή της σοφίας, αλλά προϋπόθεση εσωτερική. Η αυτάρκεια του σοφού και ο φιλό­σοφος-βασιλιάς συνιστούν παραλογισμούς.

Η εκδημοκρατισμός της γνώσης
Το πρόβλημα της πολιτικής επικοινωνίας, έτσι όπως το μελετά ο Σπινόζα, επιτρέπει πραγματικά να υπερβούμε το δίλημμα μεταξύ ατομικισμού και οργανικισμού (η κορπορατι­σμού), έτσι όπως το κατανόησαν οι πολιτικές φιλοσοφίες από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας, δηλαδή ως πρόβλημα προέλευσης ή θεμελίου. Πρόκειται πάντοτε για το ίδιο ζητούμενο: αυτό που είναι δεδομένο στην αφετηρία είναι άραγε το άτομο (νοούμενο ως αρχέτυπο ή ως οποιοδήποτε αντίτυπο της ανθρωπότητας, ένας «άνθρωπος χωρίς ιδιότητες») ή είναι το «κοινωνικό ζώο» του Αριστοτέλη και των Σχολα­στικών, το «Μεγάλο Είναι» του Αύγουστου Κοντ κτλ. (όπου το άτομο δεν είναι παρά αφαίρεση); Όμως, όπως έχουμε δει, στον Σπινόζα η έννοια «άτομο», αν και είναι απολύτως κεντρική, εντούτοις γίνεται νοητή «υπό πολλές σημασίες»: το άτομο δεν δημιουργείται από τον Θεό, σύμφωνα με ένα αιώ­νιο μοντέλο, ούτε εξάγεται κατά κάποιον τρόπο από την φύση, σαν ακατέργαστο υλικό, αλλά αποτελεί κατασκευή. Αυτή προκύπτει από την «προσπάθεια» (conatus) του ίδιου του ατόμου, αλλά μέσα σε συνθήκες καθορισμένες από το «είδος ζωής» του, που δεν είναι άλλο από ένα ορισμένο καθεστώς επικοινωνίας (αισθηματικής, οικονομικής, διανοητικής) με άλλες ατομικότητες. Και η σειρά των καθεστώ­των επικοινωνίας διαπερνάται η ίδια από μια συλλογική προ­σπάθεια για τον μετασχηματισμό του τρόπου επικοινωνίας, περνώντας από τις σχέσεις ταύτισης (ή, αν θέλετε, από τον τρόπο της κοινότητας) στις σχέσεις ανταλλαγής αγαθών και γνώσεων. Το πολιτικό κράτος αποτελεί ουσιαστικά ένα τέτοιο καθεστώς· αλλά είναι επίσης φανερό ότι ο ορισμός του πολιτικού κράτους που προτείνει ο Σπινόζα,
παραμένοντας πάντοτε αυστηρά ρεαλιστικός, είναι ευρύτερος από την νομική και διοικητική μορφή που αποκαλείται κράτος στην νεό­τερη εποχή. Ο ορισμός αυτός επιτρέπει συνεπώς την σύλληψη, τουλάχιστον θεωρητικά, ιστορικών μορφών που διαφέρουν από την μορφή του αστικού-εθνικού κράτους, υποδεικνύοντας ταυτοχρόνως το καθοριστικό σημείο για την διαμόρφωσή τους: τον εκδη­μοκρατισμό της γνώσης.

image credit: Paul Delveaux, Οι μεγαλες σειρηνες, 1947 | Fernand Leger, Machine element, 1924 | Hokusai, The Great Wave of Kanagawa, c. 1830.

Σε πρώτο πρόσωπο

ΣΤΟ “LITTLE GIDDING”, το τελευταίο από τα Τέσσερα Κουαρτέτα,  ο T.S. Eliot, γράφει αυτούς τους υπέροχους στίχους:

We shall not cease from exploration
And the end of all our exploring
Will be to arrive where we started
And know the place for the first time.

Μου αρέσει να σκέφτομαι ότι η ζωή μου μέχρι τώρα ακολούθησε μια τέτοιου είδους διαδρομή. Σπούδασα Φυσική, ασχολούμαι επί χρόνια με την Ιστορία της Επιστήμης, εξερευνώ όλο και πιο εντατικά τη Φιλοσοφία της Επιστήμης και, εσχάτως, αποφάσισα να επιστρέψω στη Φυσική από τη θύρα των Ψηφιακών Σπουδών. Για να γνωρίσω την επιστήμη με έναν νέο τρόπο. Όχι ανακτώντας τις παλιές μου γνώσεις ούτε επαναπροσεγγίζοντας περιοχές που θα ήθελα να έχω μελετήσει καλύτερα. Επιστρέφω στην επιστήμη φέρνοντας μαζί μου τις εμπειρίες από την περιδιάβασή μου στην Ιστορία και τη Φιλοσοφία των Επιστημών: Την κατανόηση της ιστορικής και γνωσιολογικής ενδεχομενικότητας του επιστημονικού φαινομένου και, κυρίως, την επίγνωση του τεχνητού χαρακτήρα της διάκρισης μεταξύ των λεγόμενων θετικών και ανθρωπιστικών επιστημών. Ξανασυναντώ τη Φυσική ως τμήμα ενός γνωστικού εγχειρήματος που έχει στόχο την κατανόηση της αδιάσπαστης ενότητας της ύπαρξης.

Η έννοια που γεφυρώνει την εδραιωμένη διάκριση μεταξύ των επιστημών της φύσης και των επιστημών του ανθρώπου είναι η Πληροφορία.

Η μετάβαση στην ψηφιακότητα δεν είναι ένα ακόμα βήμα τεχνολογικής προόδου. Ούτε μια ακόμα απειλή από αυτές που επισωρεύει η αδυσώπητη προσπάθεια της τεχνολογίας να εξουσιάσει τη φύση. Είναι αλήθεια ότι οι περισσότεροι άνθρωποι με αυτούς τους όρους τείνουν να αντιλαμβάνονται το ψηφιακό. Θα ισχυριστώ, ωστόσο, ότι η μετάβαση που συντελείται στις μέρες μας (και επιταχύνεται λόγω της πανδημίας) σηματοδοτεί έναν βαθύτερο μετασχηματισμό: Αλλάζει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο γνωρίζουμε τον εαυτό μας και τον κόσμο. Δεν έχουν ασφαλώς άδικο όσες και όσοι παραπονιούνται για την ένταση της επιτήρησης και του ελέγχου μέσω των ψηφιακών τεχνολογιών. Ούτε όσες και όσοι είναι επιφυλακτικοί απέναντι στις αλλαγές που αυτές επιφέρουν στην οργάνωση της εργασίας. Ωστόσο, χρειαζόμαστε κάτι παραπάνω από την αντίσταση, χρειαζόμαστε τη γνώση. Για να κατευθύνουμε την πορεία των πραγμάτων πρέπει να γνωρίσουμε τη δυναμική του παρόντος. Και αρχίζοντας να εξερευνούμε αυτή τη δυναμική θα γνωρίσουμε όχι μόνο τους κινδύνους, αλλά και τις δυνατότητες, τις ευκαιρίες – τις προοπτικές στις οποίες θα άξιζε ενδεχομένως να επενδύσουμε. Αυτό που προσπαθώ να πω είναι ότι η μετάβαση στην ψηφιακότητα είναι πρωτίστως μια γνωστική πρόκληση. Από την ανταπόκρισή μας σε αυτή θα εξαρτηθεί ο τρόπος με τον οποίο οι αγώνες, οι διεκδικήσεις και οι προσδοκίες του παρόντος θα εγγραφούν στη νέα συνθήκη. Η νοσταλγία του «αναλογικού» δεν είναι η λύση. Η φυσικότητα δεν θα μας σώσει. Μόνοι μας θα σώσουμε τους εαυτούς μας. Και, γιατί όχι, θα τους μετασχηματίσουμε σε κάτι νέο, πιο πολύμορφο, πιο εύπλαστο και δεκτικό, χάρη στις δυνατότητες που θέτει στη διάθεσή μας η ψηφιακότητα.

Το εγχείρημα του βιβλίου έχει πολλαπλές αφετηρίες. Σίγουρα μια από αυτές ήταν ο νόστος – η επιθυμία μου να επιστρέψω στην επιστήμη μου και να τη δω με νέα μάτια. Μια άλλη αφορά την εμπλοκή μου με προγράμματα Ψηφιακών Ανθρωπιστικών Επιστημών – Digital Humanities, όπως έχει επικρατήσει να ονομάζονται. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 και για δέκα περίπου χρόνια συμμετείχα σε αρκετά μεγάλα προγράμματα δημιουργίας ψηφιακών βιβλιοθηκών και αρχείων, χάρη στα οποία μου δόθηκε η δυνατότητα να εξερευνήσω τα ψηφιακά μέσα. Δεν μπορώ να πω πότε ακριβώς, αλλά κάποια στιγμή μού δημιουργήθηκε η ιδέα ότι η ψηφιακότητα είναι κάτι παραπάνω από τη χρήση των υπολογιστών και των βάσεων δεδομένων για να κάνουμε αποτελεσματικότερα και ταχύτερα αυτό που ούτως ή άλλως κάναμε με άλλα μέσα. Νομίζω ότι πολλοί άνθρωποι που ενεπλάκησαν με τα Digital Humanities εμμένουν σε αυτή την προσέγγιση και, από μια άποψη, καλά κάνουν: Χάρη σε τέτοια εγχειρήματα το σύνολο σχεδόν των πολιτισμικών τεκμηρίων είναι σήμερα διαθέσιμο σε ψηφιακή μορφή, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη δυνατότητα αναζήτησης και ανάκτησης της πολιτισμικής πληροφορίας. Όμως, επιμένω, η μετάβαση στην ψηφιακότητα δεν είναι μόνο αυτό, όπως η έλευση του ηλεκτρισμού στη μουσική δεν ενίσχυσε μόνο τον ήχο, αλλά τροποποίησε άρδην το ηχοτοπίο.

Από την άλλη, παραδέχομαι ότι είναι δύσκολο να ορίσει κανείς με ακρίβεια τι σηματοδοτεί η μετάβαση στην ψηφιακότητα. Εξού και η προσφυγή στην τακτική υπόμνηση του παλιού μου γνώριμου από την ιστορία των ιδεών, Κ. Θ. Δημαρά: «αρχή παιδεύσεως η των ονομάτων επίσκεψις». Όχι με τη φιλολογική, αλλά με την ιστορική και τη φιλοσοφική έννοια. Ποιες είναι οι τεκτονικές οντολογικές και γνωσιολογικές μετατοπίσεις που εγκυμονούνται στο πρόγραμμα της ψηφιακότητας, από την πρώτη σύλληψη των μηχανών Turing μέχρι το Web 2.0; Με ποιους τρόπους τα επιμέρους διανοητικά εγχειρήματα που συνθέτουν αυτό το πολύμορφο πρόγραμμα μετασχηματίζουν το εννοιολογικό τοπίο στις θετικές και τις ανθρωπιστικές επιστήμες; Η εξερεύνηση της ψηφιακής δυνητικότητας δεν είναι μόνο ζήτημα εργαλειακής αξιοποίησης των νέων μέσων, αλλά και φιλοσοφικής κατανόησης μιας συνθήκης που καταλύει τις εδραίες διακρίσεις της δυτικής νεοτερικότητας. Αυτά τα ζητήματα επιχειρεί να θέσει (και όχι, ασφαλώς, να απαντήσει) η συλλογή κειμένων που παρουσιάζεται στον τόμο Εισαγωγή στις Ψηφιακές Σπουδές.

Θέλω να πω και κάτι τελευταίο που θα ακουστεί τυπικό, αλλά δεν είναι. Το τολμηρό εγχείρημα της συγκέντρωσης, μελέτης, αποκωδικοποίησης και μετάφρασης των τόσο απαιτητικών κειμένων που περιλαμβάνονται στον τόμο δεν θα ήταν δυνατό χωρίς την ακούραστη δημιουργική συμβολή των «παιδιών»: Τα «παιδιά» είναι ο Βασίλης, η Γεωργία, ο Γιάννης, η Γιώτα, ο Δημήτρης, ο Ηρακλής, η Νικόλ, ο Κωνσταντίνος, ο Κώστας, η Λίνα, η Φιλιώ, ο Χρήστος και τους ευχαριστώ όλους και όλες για την απίστευτη εργατικότητα και γενναιοδωρία τους. Επιμένω, ωστόσο. Οι ευχαριστίες μου δεν αποτελούν μια τυπική εκδήλωση αβρότητας, αλλά μια εγκάρδια κατάφαση των νέων ηθών: Στην ψηφιακή επικράτεια μόνο έτσι –συνεργατικά και διεπιστημονικά– μπορούν να γίνουν τα πράγματα. Και έτσι θα προχωρήσουμε.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διάστιχο, στις 9 Δεκεμβρίου 2020.

Υποκείμενα νοσήματα

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΑΣΘΕΝΕΙΑ; Ασθένεια είναι όταν δεν είμαστε καλά, άρα η απουσία υγείας. Μπορούμε, συνεπώς, να θεωρήσουμε ότι υπάρχει μια γραμμή που χωρίζει την υγεία από την ασθένεια και όταν περνάμε αυτή τη γραμμή προς τη μία ή προς την άλλη κατεύθυνση νοσούμε ή αναρρώνουμε. Άρα, οι άνθρωποι χωρίζονται σε υγιείς και ασθενείς, ανάλογα με το πού βρίσκονται σε σχέση με αυτή τη γραμμή. Και η μέριμνα της κοινωνίας συνίσταται στην χορήγηση της κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής που θα επιτρέψει στους νοσούντες να αναρρώσουν, αλλά και στην λήψη των κατάλληλων μέτρων που θα επιτρέψουν στους υγιείς να διατηρήσουν την υγεία τους. Υπάρχει κοινά αποδεκτός τρόπος να αποφασίσουμε πού ακριβώς βρίσκεται αυτή η γραμμή;

Η αλήθεια είναι ότι η απάντηση είναι δύσκολη. Ας αναδιατυπώσουμε την ερώτηση για να την κάνουμε πιο σαφή: Πότε αρχίζει κάποιος να είναι ασθενής και πότε αρχίζει να είναι υγιής; Δυστυχώς, τώρα έγινε ακόμα πιο δύσκολη η απάντηση. Θα μπορούσαμε ίσως να καταφύγουμε στη βοήθεια της βιολογίας. Ένας άνθρωπος αρχίζει να ασθενεί από τη στιγμή που θα δεχθεί στον οργανισμό του έναν παθογόνο οργανισμό. Η παρουσία του παθογόνου οργανισμού σηματοδοτεί την εκδήλωση της ασθένειας. Εδώ, όμως, υπάρχουν δύο προβλήματα. Αφενός, όπως όλοι μάθαμε τον τελευταίο καιρό, η παρουσία του μικροοργανισμού από μόνη της δεν δηλώνει πολλά πράγματα. Απαιτείται να προσδιοριστεί και η συγκέντρωσή του, πράγμα που πολλές περιπτώσεις δεν είναι εύκολο. Αφετέρου, ξέρετε πόσους παθογόνους οργανισμούς έχουμε κάθε στιγμή στο σώμα μας; Τι καθορίζει αν η παρουσία τους θα οδηγήσει στην εκδήλωση ή όχι μιας ασθένειας;

Ένα πρόσθετο πρόβλημα είναι ότι δεν οφείλονται όλες οι ασθένειες σε παθογόνους οργανισμούς. Οφείλονται και σε δυσλειτουργίες οργάνων, στην υψηλή ή χαμηλή συγκέντρωση συγκεκριμένων ουσιών στο αίμα, στη διαταραχή των νοητικών λειτουργιών. Σε καμία από αυτές τις περιπτώσεις το όριο δεν είναι σαφές. Πότε αρχίζει να δυσλειτουργεί ένα όργανο; Ποιες είναι οι «φυσιολογικές τιμές» των χημικών συγκεντρώσεων; Πότε μια προσωπικότητα αρχίζει να θεωρείται διαταραγμένη; Το όριο δεν μπορεί, ασφαλώς, να προσδιοριστεί με αναγωγή στον μέσο όρο του πληθυσμού, γιατί ο πληθυσμός περιλαμβάνει υγιείς και ασθενείς. Ούτε μπορεί να προσδιοριστεί βάσει των τιμών των υγιών, γιατί κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι ήδη γνωρίζουμε ποιοι είναι υγιείς, άρα ότι γνωρίζουμε το όριο.

Σοφιστείες; Ίσως… Αυτό που υπονοούν αυτές οι σοφιστείες, όμως, είναι ότι το όριο ανάμεσα σε υγεία και ασθένεια δεν είναι μια γραμμή, αλλά μια περιοχή στην οποία πραγματοποιείται διαρκώς μια εντατική κοινωνική διαπραγμάτευση. Άρα, το ερώτημα δεν είναι ποιο είναι το όριο, αλλά ποια είναι η φύση και ο συσχετισμός των δυνάμεων που κάθε φορά καθορίζουν τι είναι υγιές και τι πάσχον, τι είναι φυσιολογικό και τι αποκλίνον ­– που κανονικοποιούν, δηλαδή, την ανθρώπινη κατάσταση.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 98, στις 5 Δεκεμβρίου 2020.

Image: Paracelcus von Hohenheim