Ο Νεύτων στο Δελχί

Η ΕΝΝΟΙΑ του χώρου αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα μεταφυσικά θεμέλια της δυτικής επιστήμης, αλλά και της κοινής αντίληψης για τον κόσμο. Δύο ερωτήματα απασχόλησαν κυρίως τους φιλοσόφους και τους επιστήμονες σε σχέση με τη φύση του χώρου. Το ένα είναι αν ο χώρος είναι απόλυτος ή σχετικός. Το άλλο είναι αν ο χώρος υπάρχει αντικειμενικά ή αν είναι συνυφασμένος με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Κανένα από τα δύο δεν έχει απαντηθεί τελεσίδικα. Από μια άλλη άποψη, ωστόσο, και τα δύο έχουν απαντηθεί μέσω της καθημερινής πολιτισμικής πρακτικής. Μέσω του τρόπου που τοποθετούμε τα σώματά μας, που κινούμαστε, που χτίζουμε τις πόλεις μας, που σχεδιάζουμε τα διαστημικά ταξίδια: Ο χώρος είναι ένας κενός υποδοχέας, ο οποίος αποτελείται από θέσεις. Δεν έχει ποιότητες και όλα τα σημεία του είναι κατ’ αρχήν αδιαφοροποίητα. Το μόνο που διακρίνει τα διαφορετικά σημεία μεταξύ τους είναι οι συντεταγμένες τους. Μολονότι συχνά μιλάμε για «καρτεσιανές συντεταγμένες», στην πραγματικότητα πρόκειται για τον «απόλυτο, αληθή και μαθηματικό» χώρο του Νεύτωνα.

Η κίνηση σε αυτόν τον χώρο είναι κατ’ αρχήν αδρανειακή, δηλαδή ευθύγραμμη και ισοταχής. Και άσκοπη. Η σκοπιμότητα εκδηλώνεται με την παρουσία ενός βουλητικού παράγοντα –μιας δύναμης–, η οποία αποτυπώνει την απόφαση του κινητού να εκτραπεί από την αδρανειακή κίνηση προκειμένου να μεταβεί σε μια συγκεκριμένη θέση. Η τροχιά που διαγράφεται αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο η βούληση αλληλεπιδρά με τη φυσική αναγκαιότητα για την υλοποίηση της συγκεκριμένης απόφασης. Κι αυτό υπήρξε ανέκαθεν ένα από τα κύρια αντικείμενα της Φυσικής.

Όλα αυτά μέχρι να βρεθεί κάποιος στο Παλιό Δελχί. Εκεί, η αίσθηση του χώρου αλλάζει άρδην. Η πυκνότητα των σωμάτων, των αντικειμένων, των ήχων, των οσμών είναι τέτοια που ο χώρος μετατρέπεται σε plenum. Όλα κινούνται σε επαφή το ένα με το άλλο. Και για να κινηθεί ή να αλλάξει κατεύθυνση κάτι, πρέπει να κινηθούν όλα. Ο χώρος δεν προϋπάρχει των σωμάτων, δεν έχει συντεταγμένες στις οποίες αυτά μπορούν να μεταβούν, πολύ δε περισσότερο να εγκατασταθούν. Η αίσθηση της έκτασης παράγεται από την ίδια την κίνηση, σαν κουκούλι που διαστέλλεται και συστέλλεται για να περιβάλει τα σώματα που αλληλεπιδρούν. Ο χώρος βιώνεται ως ένα μεταβαλλόμενο σύνολο νοημάτων που τροφοδοτείται από την αντιληπτικότητα και τον συγκερασμό των προθέσεων υποκειμένων που διαπραγματεύονται διαρκώς τις επιλογές τους. Σε αυτό το πλαίσιο, οι τροχιές των σωμάτων δεν αντιπροσωπεύουν την υλοποίηση της απόφασής τους να μεταβούν σε συγκεκριμένες θέσεις που έχουν συλλάβει με τη μαθηματική τους φαντασία. Αντιπροσωπεύουν τον τρόπο με τον οποίο αυτά εντάσσονται στη ροή, προκειμένου να βρεθούν προσωρινά σε θέσεις που ταιριάζουν περισσότερο με τις επιλογές τους. Η κίνηση είναι η τέχνη με την οποία τα σώματα συμμετέχουν στον χορό της πραγματικότητας.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 64, στις 18 Μαΐου 2019.

Αντικείμενα

ΤΙ ΘΑ ΔΕΙ ένας εκ γενετής τυφλός τη στιγμή που θα αποκτήσει για πρώτη φορά την αίσθηση της όρασης; Η απάντηση δεν είναι τόσο αυτονόητη όσο θα περίμενε κανείς: τον κόσμο, τα πράγματα, τους ανθρώπους! Και το ίδιο το ερώτημα είναι πολύ πιο παλιό απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς. Πρωτοδιατυπώθηκε, με τη μορφή νοητικού πειράματος, από τον William Molyneux και συζητήθηκε από τον John Locke ήδη από τον 17ο αιώνα. Και συνεχίζει, βέβαια, να απασχολεί τις βιοεπιστήμες, την ψυχολογία και τη φιλοσοφία μέχρι τις μέρες μας. Με τη διαφορά ότι τώρα το νοητικό πείραμα έχει γίνει, πλέον, πραγματικό πείραμα, κυρίως χάρη στις επιτυχημένες επεμβάσεις αφαίρεσης του συγγενούς καταρράκτη.

Ένα άτομο που θα αποκτήσει για πρώτη φορά όραση πιθανότατα θα κατακλυστεί από χρώματα, από μια πλημμύρα εντυπώσεων που θα παραλύσουν όλες τις αισθήσεις του. Ο κόσμος πονάει! Δεν θα είναι σε θέση να αναγνωρίζει αντικείμενα, αποστάσεις, όρια. Ο κόσμος είναι ενιαίος! Δεν θα μπορεί να διακρίνει την κίνηση από την ποιοτική μεταβολή των αντικειμένων στον βαθμό που και οι δύο εκδηλώνονται ως χρωματικές ροές. Ο κόσμος είναι ρευστός! Το πρώην τυφλό άτομο πρέπει να μάθει να βλέπει. Όπως όλοι μας, εξάλλου, από τη στιγμή που γεννιόμαστε. Όσο περίεργο κι αν ακούγεται, η όραση δεν αρκεί για να μας πληροφορήσει για το πώς έχει ο κόσμος.

Πολλοί σύγχρονοι φιλόσοφοι, με διαφορετικό τρόπο ο καθένας κι η καθεμιά, θα ισχυριστούν ότι η όραση προϋποθέτει τη γλώσσα. Η γλώσσα δεν ταξινομεί απλώς αυτό που αντιλαμβάνεται η όραση. Κάνει πολύ περισσότερα: Δίνει τη δυνατότητα στην όραση να λειτουργήσει χαράσσοντας όρια ανάμεσα στα αντικείμενα και οργανώνοντας τον κόσμο βάσει των σχέσεων ομοιότητας. Κι αυτό δεν αφορά μόνο τον κόσμο εκτός, αλλά και την ασίγαστη βουή των δεδομένων που κατακλύζουν την ανθρώπινη μνήμη σαν ένας αδιαφοροποίητος ωκεανός πληροφορίας.

Αυτό σημαίνει ότι το βλέμμα γνωρίζει πριν δει; Ασφαλώς όχι. Σημαίνει όμως ότι το να βλέπουμε είναι μια διαδικασία μέσω της οποίας οικειοποιούμαστε ενεργητικά τον κόσμο – είναι μια πράξη. Τα αντικείμενα είναι «εγχειρήματα οριοθέτησης», έγραφε η Donna Haraway. Δεν προϋπάρχουν της οπτικής (και της αισθητηριακής, εν γένει) οικειοποίησής τους. Εμφανίζονται στα σημεία που διασταυρώνονται δύο ροές δεδομένων. Η μία ροή αφορά την ασύγχρονη μεταβλητότητα του κόσμου· η άλλη τη βιολογικά και κοινωνικά συγχρονισμένη μεταβλητότητα του ανθρώπινου υποκειμένου, που αντιλαμβάνεται τον κόσμο ως εξωτερικότητα. Τα αντικείμενα που αναδύονται σε αυτές τις διασταυρώσεις συγκροτούν τον κόσμο για το συγκεκριμένο υποκείμενο, τον ανθρώπινο κόσμο δηλαδή. Μόνο που «οι άνθρωποι» δεν αποτελούν μια ενιαία κατηγορία. Υπάρχουν φυλές, φύλα, τάξεις και κάθε είδους κοινωνικές και πολιτισμικές διακρίσεις. Βλέπουν άραγε όλοι οι άνθρωποι τα ίδια αντικείμενα και με τον ίδιο τρόπο; Κατοικούμε όλοι στον ίδιο κόσμο;

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 62, στις 20 Απριλίου 2019.

What’s in a name?

Η “ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ” είναι μια λέξη συνδεδεμένη με τους μύθους και τα έπη. Τα μήλα των Εσπερίδων, το χρυσόμαλλο δέρας, η Ιθάκη, η Γη της Επαγγελίας αποτέλεσαν αντικείμενα αναζήτησης, γύρω από τα οποία πλέχτηκαν οι ιστορίες που καθόρισαν τον δυτικό πολιτισμό. Για να μη μιλήσουμε για την αναζήτηση των μυστικών, των ελιξίριων ή της σωτηρίας που κληροδότησαν σ’ αυτόν τον ίδιο πολιτισμό το πάθος του για την αναζήτηση της αλήθειας. Η ιδέα της αναζήτησης ιστορικά είναι συνδεδεμένη με ένα στοιχείο ηρωισμού, αφιέρωσης και αυταπάρνησης. Δεν μετέχει της αναζήτησης οποιοσδήποτε. Μόνο οι εκλεκτοί και οι φωτισμένοι ή, έστω, κάποιοι άτυχοι ήρωες που τους καταράστηκαν οι θεοί. Επίσης, η αναζήτηση είναι συνδεδεμένη με μια έννοια σωματικής ενεργητικότητας. Οι ήρωες ταξιδεύουν, χάνονται, πολεμούν, αγωνίζονται για να μπορέσουν να βρουν το ποθητό αντικείμενο.

Η απομάγευση του κόσμου έφερε και την απομάγευση της αναζήτησης. Ό,τι είναι να βρεθεί βρίσκεται εντός αυτού εδώ του κόσμου. Είναι σαν σε κάποια μυστική στροφή της ιστορίας, τα αντικείμενα όλων των αναζητήσεων να συμπυκνώθηκαν σε ένα: την αλήθεια για τον κόσμο. Η αναζήτηση, όμως, δεν έχασε τον ηρωικό της χαρακτήρα: Ο δόκτωρ Φάουστους αποτελεί την αρχετυπική μορφή που, προκειμένου να φέρει εις πέρας την αναζήτηση της γνώσης, είναι διατεθειμένος (όχι χωρίς κάποια κρυφή ηδονή, είναι αλήθεια) να πληρώσει το τίμημα της προσωπικής απώλειας. Είναι η ίδια πολιτισμική πρακτική που βρίσκεται πίσω από τις φιλοδοξίες της σύγχρονης επιστήμης, αλλά και από τα ηθικά διλήμματα που τις συνοδεύουν.

Τι δηλώνει η λέξη αναζήτηση σήμερα; Φαίνεται ότι σε άλλη μια κρυφή στροφή της ιστορίας, η λέξη άλλαξε και πάλι νόημα. Στο πολιτισμικό πλαίσιο που διαμορφώνεται από τη μετάβαση στην ψηφιακότητα, η αναζήτηση παραπέμπει πρωτίστως σε ένα στατικό σώμα, τοποθετημένο μπροστά σε μια διεπαφή, η οποία του προσφέρει πρόσβαση στην ψηφιακή επικράτεια. Η αναζήτηση δεν είναι πλέον αναζήτηση ενός προσώπου, ενός μαγικού αντικειμένου, ενός τόπου, ενός ιδεώδους. Είναι πρωτίστως αναζήτηση πληροφορίας. Το ηρωικό στοιχείο παραχωρεί τη θέση του σε μια διαμοιραζόμενη πολιτισμική πρακτική, η οποία δεν αναγνωρίζει προνόμια και διακρίσεις. Η αναζήτηση αποσυνδέεται από φιλόδοξα προσωπικά εγχειρήματα και μετατρέπεται σε καθημερινή άσκηση, μέσω της οποίας οι άνθρωποι βρίσκουν τον δρόμο τους σε έναν κόσμο που συγκροτείται από σημεία.

“Τι αξία έχει ένα όνομα;”, αναρωτιέται η Ιουλιέτα. “Αυτό που αποκαλούμε τριαντάφυλλο θα μυρίζει το ίδιο γλυκά όποιο άλλο όνομα κι αν του δώσουμε”. Παρόλα αυτά, επιμένουμε να του δίνουμε το ίδιο όνομα. Ορισμένες λέξεις είναι νήματα που ξετυλίγονται στον χρόνο. Όχι από αδράνεια ή από συνήθεια. Αλλά επειδή διατηρούν την ανάμνηση της προσπάθειας που απαιτήθηκε για να μεταβούμε από το βασίλειο του μύθου στον κόσμο των ανθρώπων και να μετατραπούμε από ήρωες σε πρόσωπα.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 61, στις 6 Απριλίου 2019.

Image credit: Theodor Kittelsen-Soria Moria (1881)