Διαίσθηση

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ πιο ανθρώπινο πράγμα από τη διαίσθηση. Συνήθως θεωρούμε ότι αυτό που μας δείχνει τον δρόμο μας στον κόσμο είναι η γνώση. Η ικανότητά μας να αποκωδικοποιούμε τις φυσικές και πολιτισμικές κανονικότητες και να αξιοποιούμε αυτή την αποκωδικοποίηση για να λαμβάνουμε επωφελείς αποφάσεις. Στην πραγματικότητα, όμως, την περισσότερη δουλειά την κάνει η διαίσθηση – αυτό που γνωρίζουμε χωρίς να γνωρίζουμε ότι το γνωρίζουμε. Η ερμηνεία της γλώσσας του σώματος, η πρόβλεψη των κινήσεων των αντικειμένων, η αναμονή της φυσικής συνέχειας των γνωστών φαινομένων. Αν κάτι δεν εξελιχθεί σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε γι’ αυτό, τότε θα θεωρήσουμε ότι κάνουμε λάθος, ότι ενδεχομένως η γνώση μας είναι εσφαλμένη ή ατελής. Αν κάτι δεν εξελιχθεί όπως περιμένουμε, τότε θα αισθανθούμε έκπληξη, θα κλονιστούν οι βεβαιότητές μας για τον κόσμο: Η διαίσθηση είναι πιο βαθιά ριζωμένη στην ύπαρξή μας από τη γνώση.

Στη γλώσσα των υπολογιστών και δη στη γλώσσα του λογισμικού, συχνά μιλάμε για ένα πρόγραμμα ή ένα λειτουργικό σύστημα που είναι «διαισθητικό». Αυτό σημαίνει ότι το συγκεκριμένο λογισμικό διαθέτει μια διεπαφή που κάνει τον χρήστη να νιώθει άνετα και να επιλέγει τις κινήσεις και τις ενέργειές του χωρίς να χρειάζεται να συμβουλευτεί το εγχειρίδιο χρήσης – να ενεργεί «φυσικά», όπως θα ενεργούσε σε ένα οικείο περιβάλλον. Με άλλα λόγια, ο χρήστης αντιλαμβάνεται χωρίς σκέψη ότι το διπλό κλικ σε ένα εικονίδιο θα ενεργοποιήσει την υπολογιστική διαδικασία που επιθυμεί να εκτελέσει, ότι η μεταφορά αντικειμένων στην οθόνη πραγματοποιείται με απλό «σύρσιμο», ότι το δεξί κλικ ενεργοποιεί τον αναμενόμενο υποκατάλογο επιλογών, ότι η μετακίνηση ενός δρομέα οδηγεί στην αύξηση της έντασης μιας λειτουργίας κ.λπ. Η φυσικότητα που αφορά τη διαισθητική αντίληψη του κόσμου μεταφέρεται στην ψηφιακή επικράτεια.

Μόνο που δεν υπάρχει τίποτα «φυσικό» στο διπλό κλικ, στο drug and drop, στη μετακίνηση δρομέων πάνω σε αναλογικές ή λογαριθμικές κλίμακες. Όπως δεν υπάρχει τίποτα «φυσικό» στο πάτημα ενός διακόπτη, στο άνοιγμα της βρύσης ή στο γύρισμα της σελίδας. Όλα αυτά είναι δεξιότητες που αποκτούν οι άνθρωποι σε συγκεκριμένα τεχνολογικά πλαίσια. Όταν το εκάστοτε πλαίσιο εδραιωθεί, οι δεξιότητες αυτές αποκτούν καθεστώς «φυσικότητας», εγγράφονται στο πολιτισμικό υποσυνείδητο και μεταδίδονται στα μέλη της κοινωνίας μέσω της κοινωνικοποίησης και όχι μέσω εξειδικευμένης μαθητείας. Πρόκειται για ένα είδος deep learning, χάρη στο οποίο οι άνθρωποι αποκτούν την ικανότητα να ενεργούν χωρίς να σκέφτονται, αλλά και να περιορίζουν τις προσδοκίες τους στο φάσμα του ρεαλιστικά πιθανού, χωρίς να χρειάζεται να εξετάσουν όλες τις θεωρητικά δυνατές καταστάσεις.

Η διαίσθηση, επομένως, είναι το πιο ανθρώπινο πράγμα όχι επειδή συνδέεται με την ενδόμυχη γνώση μιας υπερβατικής φυσικότητας, αλλά επειδή αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος επανεπινοεί διαρκώς τον εαυτό του ως μέρος τηςφυσικότητας που ο ίδιος κατασκευάζει.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 74, στις 9 Νοεμβρίου 2019.

Image credit: M. C. Escher, Τρεις σφαιρες, 1945.

Κάτι ακόμα

ΕΓΡΑΦΑ στο προηγούμενο σημείωμα ότι για να αντιληφθούμε κάτι ως αντικείμενο πρέπει να είμαστε εντελώς αποξενωμένοι από αυτό, να μην υπάρχει περιθώριο ταύτισης μέσω της ενσυναίσθησης. Αυτό σημαίνει ότι όταν δείχνω σεβασμό σε άλλες μορφές ζωής, κατανοώ ότι μοιράζομαι μαζί τους κάποια χαρακτηριστικά που συνδέονται με το φαινόμενο της ζωής εν γένει, αλλά και με την ειδική μορφή που αυτές έχουν. Ποια είναι αυτά τα χαρακτηριστικά; Και τι σημαίνει ότι «κατανοώ» πως τα μοιράζομαι με άλλες οντότητες; Κανένα από τα δύο δεν είναι τετριμμένο ερώτημα.

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά που μοιράζομαι με ένα ζώο; Όχι βέβαια ότι περπατάει με τέσσερα πόδια ή ότι πετάει. Δεν είναι ο τρόπος που λειτουργούν τα αισθητήρια όργανά του ή η αντίληψη που έχει για το φυσικό περιβάλλον. Και δεν είναι, ασφαλώς, οι συναισθηματικές του αποκρίσεις. «Αφέντης και σκύλος δεν έζησαν ποτέ στον ίδιο κόσμο», έγραφε ο Αντόλφο Μπιόι Κασάρες. Τότε τι; Ίσως η κοινότητα να πρέπει να αναζητηθεί σε πιο θεμελιώδη χαρακτηριστικά της ζωής. Στο ότι έχω ένα σώμα, που σημαίνει ότι έχω έναν τρόπο να αισθάνομαι το άλλο, να το οικειοποιούμαι ή να το απορρίπτω. Στο γεγονός ότι είμαι σε θέση να κινούμαι και να βιώνω τη μεταβολή της κατάστασής μου που προκαλείται από τη μετατόπισή μου. Στο ότι υπάρχουν θέσεις στις οποίες θέλω να βρεθώ, εμπειρίες που επιδιώκω να επαναλάβω και άλλες που προσπαθώ να αποφύγω. Στο ότι θυμάμαι. Στο ότι πονάω!

Πώς γνωρίζω ότι μοιράζομαι αυτά τα χαρακτηριστικά με άλλες μορφές ζωής; Τι είναι αυτό μέσα μου που διαθέτει τη συγκεκριμένη γνώση; Το μυαλό μου, υπό την έννοια της έλλογης σκέψης, θα μπορούσε να τα συλλάβει όλα αυτά. Όταν, όμως, εγώ αδυνατώ να σκοτώσω ένα ζώο, ενώ ένας άλλος (ο επαγγελματίας σφαγέας, ας πούμε) δεν έχει τον παραμικρό δισταγμό, δεν είναι επειδή εγώ μπορώ να σκεφτώ αυτά τα πράγματα ενώ ο άλλος όχι. Είναι επειδή η συνολική προδιάθεση του ενός ευνοεί την ενσυναίσθηση, ενώ του άλλου όχι. Και αυτή η προδιάθεση δεν έχει να κάνει με τη λογική σκέψη, αλλά με το βίωμα της σωματικότητας. Έχει να κάνει με μια επίγνωση που συγκροτείται και βιώνεται απευθείας από το σώμα μου ή, ορθότερα, από εμένα ως ενσώματο υποκείμενο. Είναι η επίγνωση ότι συμμετέχω στη ζωή με τον ίδιο τρόπο που το κάνει και μια άλλη, διαφορετική από μένα ύπαρξη.

Θα μπορούσαμε άραγε να φανταστούμε μια γενικότερη γνωσιακή συνθήκη στην οποία η ανθρώπινη εμπειρία θα αψηφούσε τη διάκριση υποκειμένου-αντικειμένου και θα συγκροτούνταν από μια διευρυμένη αίσθηση συμμετοχής στο γίγνεσθαι του κόσμου; Από την ενσώματη κατανόηση όχι μόνο των φαινομένων της ζωής, αλλά της ολότητας των φαινομένων και την αποδοχή των δεσμεύσεων και των ελευθεριών που αυτή συνεπάγεται;

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 68, στις 13 Ιουλίου 2019.

IMAGE CREDIT: JOE MEISER, DONnA HARAWAY PROJECT.

Κάτι

ΤΙ ΕΙΝΑΙ αυτό που μας κάνει να βλέπουμε κάτι ως πράγμα, ως αντικείμενο που δεν μας αφορά; Η ερώτηση χρειάζεται εξήγηση. Κλωτσάω ένα χαρτόκουτο. Αυτό δεν μου δημιουργεί καμιά συναισθηματική αντίδραση. Βλέπω μια γάτα και δεν μου περνάει από το μυαλό να την κλωτσήσω. Αν σκεφτώ ότι θα μπορούσα να την κλωτσήσω ή αν για κάποιο λόγο αναγκαστώ να το κάνω, θα αισθανθώ άσχημα. Τι είναι αυτό που με κάνει να βλέπω το χαρτόκουτο ως «κάτι», ως πράγμα, ενώ τη γάτα ως «κάτι ζωντανό»; Η απάντηση είναι φαινομενικά προφανής: Το γεγονός ότι η γάτα είναι, όντως, μια μορφή ζωής. Δεν είναι τόσο απλό, όμως. Γιατί υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο, οι οποίοι θα κλωτσούσαν τη γάτα χωρίς να νιώσουν κανένα συναίσθημα και καμία ενοχή. Με τον ίδιο τρόπο που οι περισσότεροι από εμάς σκοτώνουμε ένα κουνούπι ή πατάμε μια μυρμηγκοφωλιά. Άρα, η ερώτηση είναι: Ποια είναι η διαφορά στον τρόπο σκέψης δύο ανθρώπων που ο ένας βλέπει τη γάτα ως αντικείμενο και ο άλλος ως κάτι που τον αφορά ηθικά;

Η ερώτηση δεν εστιάζει στην ηθική διάσταση του πράγματος καθεαυτήν. Είναι καθαρώς τεχνική: Πώς καλωδιώνεται το μυαλό του ανθρώπου στην πρώτη περίπτωση και πώς στη δεύτερη; Να σημειώσουμε ότι, όσο παράξενο κι αν ακούγεται, ο χωρισμός του κόσμου σε πράγματα που έχουν βούληση και αυτενέργεια και σε πράγματα που είναι παθητικά (και ως εκ τούτου ηθικά αδιάφορα) αποτελεί χαρακτηριστικό της δυτικής νεωτερικότητας. Στην Αναγέννηση, η πλειονότητα των ανθρώπων ήταν ακόμα ανιμιστές. Αν και, όπως είδαμε, το ερώτημα δεν αφορά τη διάκριση ανάμεσα σε έμψυχα και άψυχα, η δημιουργία μιας οντολογικής κατηγορίας η οποία είναι ηθικά αδιάφορη, της κατηγορίας των αντικειμένων, επέτρεψε προοδευτικά την ένταξη σε αυτήν όλο και περισσότερων οντοτήτων. Όλων των «κατώτερων» μορφών ζωής αρχικά και, στη συνέχεια, με τη βοήθεια της επιστήμης, όλο και περισσότερων όψεων του ίδιου του φαινομένου της ζωής. Με αποκορύφωμα, φυσικά, τη διεκπεραίωση της Τελικής Λύσης.

Ποια είναι, λοιπόν, η καλωδίωση; Για να δούμε κάτι ως αντικείμενο θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι δεν έχει τίποτα κοινό με εμάς: Είτε ότι δεν διαθέτει την ικανότητα να αισθάνεται είτε ότι τα αισθήματα που θα του προκαλέσουμε δεν έχουν καμία ομοιότητα με αισθήματα που θα μπορούσαμε να έχουμε εμείς οι ίδιοι. Για να δούμε κάτι ως αντικείμενο, επομένως, πρέπει να είμαστε εντελώς αποξενωμένοι από αυτό, να μην υπάρχει περιθώριο ταύτισης μέσω της ενσυναίσθησης. Αν ισχύει αυτό, όμως, μπορούμε να δούμε ως αντικείμενο κάτι που μας μοιάζει; Η αλήθεια είναι ότι μπορούμε: Το κάναμε στο Ολοκαύτωμα και το κάνουμε καθημερινά στο εργαστήριο. Κι αυτό μόνο με έναν τρόπο είναι δυνατό. Με το να αποξενωθούμε από τον ίδιο τον εαυτό μας.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 67, στις 29 Ιουνίου 2019.