Ανθρωπόκαινος

Η ΓΕΩΛΟΓΙΑ είναι πρόσφατη επιστήμη. Αναδύθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα από τη μακρά και πολύμορφη παράδοση της Φυσικής Ιστορίας, που μελετούσε τα φαινόμενα της έμβιας και άβιας ύλης πάνω στη Γη. Η έγνοια που κινητοποίησε τον διαχωρισμό της Γεωλογίας από τη Φυσική Ιστορία αφορούσε την ηλικία της Γης. Οι χιλιαστικοί φόβοι για το τέλος της ανθρώπινης ιστορίας είχαν τροφοδοτήσει την ενασχόληση με το συγκεκριμένο θέμα επί δύο αιώνες τουλάχιστον. Ο ακριβής χρονικός προσδιορισμός της στιγμής της Δημιουργίας θα επέτρεπε στους ανθρώπους να γνωρίσουν με την ίδια ακρίβεια και τον χρόνο του τέλους, που σύμφωνα με μια διαδεδομένη εκείνη την εποχή άποψη θα ερχόταν 36.000 χρόνια αργότερα. Στα μέσα του 17ου αιώνα, ο James Ussher είχε προσδιορίσει τη στιγμή της Δημιουργίας στο 4.004 π.Χ. Πολύ γρήγορα, όμως, αυτός ο μετριοπαθής υπολογισμός χρειάστηκε να αναθεωρηθεί. Πρώτα για να ανέβει στα 70.000 χρόνια από τον Buffon και κατόπιν, με ενεργειακούς υπολογισμούς, στα 100.000.000 χρόνια.

Continue reading

Επικοινωνία της Επιστήμης

ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑΣ αγγλικός όρος, ο οποίος μόνο με κακά Ελληνικά μπορεί να αποδοθεί: Science Communication. Τον μεταφράζουμε ως «Επικοινωνία της Επιστήμης», υποδηλώνοντας ότι η επιστήμη είναι κάτι που μπορεί να «επικοινωνηθεί». Κατά την άποψή μου, το γεγονός ότι η ελληνική γλώσσα δεν μπορεί να υπηρετήσει τη συγκεκριμένη απόδοση κάτι σημαίνει. Κι αυτό το κάτι έχει σχέση με την ιστορία της επιστημονικής και τεχνολογικής πολιτικής στην Ελλάδα. Ωστόσο, στο παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο εκφοράς του λόγου που ζούμε, η «Επικοινωνία της Επιστήμης» είναι μια πάγια και εύκολα αναγνωρίσιμη πρακτική: Είναι η μεταφορά του λόγου της επιστήμης στη δημόσια σφαίρα.

Γιατί χρειάζεται να μεταφερθεί η επιστήμη στη δημόσια σφαίρα; Και, κυρίως, από πού μεταφέρεται η επιστήμη στη δημόσια σφαίρα; Η απάντηση μοιάζει προφανής. Από το εργαστήριο, το σπουδαστήριο, το παρατηρητήριο, από τους χώρους εν γένει όπου οι ειδικοί ασκούν την επιστήμη με την αυστηρότητα που προσιδιάζει στη συγκεκριμένη δραστηριότητα. Σε αυτούς τους χώρους δεν έχουν πρόσβαση οι απλοί πολίτες, μολονότι έχουν φυσικά το δικαίωμα να πληροφορούνται τι γίνεται εκεί και να ελέγχουν τις αποφάσεις που λαμβάνονται στο επίπεδο της επιστημονικής και τεχνολογικής πολιτικής. Δεδομένου δε ότι οι κοινωνίες στις οποίες ζούμε αποκτούν όλο και πιο έντονα τεχνοεπιστημονικό χαρακτήρα, η παρουσίαση των σχετικών ζητημάτων στη δημόσια σφαίρα καθίσταται πάγια δημοκρατική απαίτηση.

Οι Σπουδές Επιστήμης και Τεχνολογίας έχουν εμπλουτίσει τα τελευταία χρόνια αυτή τη μονοδιάστατη θεώρηση με μια ενδιαφέρουσα αντιστροφή: Η αλήθεια είναι ότι η επιστήμη και η τεχνολογία ποτέ δεν ασκούνταν μόνο στο άδυτο των εργαστηρίων. Μεγάλο μέρος της επιστήμης ασκούνταν πάντα στη δημόσια σφαίρα και πάντα συμμετείχαν σε αυτή πολύ περισσότεροι δρώντες από τους λίγους ασπροντυμένους επιστήμονες. Το να πιστεύουμε ότι ένα συγκεκριμένο τεχνούργημα ή μια συγκεκριμένη θεωρητική σύνθεση είναι προϊόντα της εργασίας ενός ατόμου ή μιας ομάδας ειδικών και μόνο αποτελεί κατανοητή, αλλά εσφαλμένη απλούστευση της πραγματικότητας. Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει: Αυτό που είναι προϊόν ενός πλήθους ετερόκλητων δρώντων το οικειοποιείται μια κλειστή ομάδα, η οποία συνδέει την απαίτηση αποκλειστικότητας επί του αντικειμένου με την ιδιότητα του ειδικού.

Η προσέγγιση αυτή μας επιτρέπει να δούμε την Επικοινωνία της Επιστήμης υπό τελείως διαφορετικό πρίσμα. Η παρουσία του επιστημονικού λόγου στη δημόσια σφαίρα δεν έχει στόχο μόνο την ικανοποίηση της δημοκρατικής απαίτησης για έλεγχο και πληροφόρηση. Η Επικοινωνία της Επιστήμης παίζει αποφασιστικό ρόλο στη συγκρότηση των ίδιων των επιστημονικών και τεχνολογικών δικτύων από τα οποία προκύπτουν τα τεχνοεπιστημονικά αποτελέσματα: δεν κοινοποιεί την επιστήμη, παράγει επιστήμη! Υπό αυτή την έννοια, όσο πιο ενεργητική είναι η εμπλοκή των πολιτών με τις διαδικασίες Επικοινωνίας της Επιστήμης τόσο πιο δημοκρατικές επί της ουσίας γίνονται η επιστήμη και η τεχνολογία. Και σώζεται και η γλώσσα: η επιστήμη δεν «επικοινωνείται», επικοινωνεί.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 50, στις 28 Οκτωβρίου 2018.

Gender and the digital

BRIEF COMMUNICATION presented at the international workshop Women in the History of Science, Philosophy and Literature that took place in Syros, Greece, 12-14 July 2018.


The underlying question of this workshop is what do we learn if we adopt a gender-sensitive perspective, that we do not learn from the mainstream narratives in history of science, philosophy and literature? Stories of women who thrived in philosophy can surely be found in the mainstream history of philosophy – often combined with the politically-correct lament for the inferior status they enjoyed; but it is indeed difficult to find a history of philosophy that takes seriously into account the gendered ways of philosophizing. After all, philosophy is philosophy and science is science. Truth about the world and about being in the world does not depend on gender, class, race etc. It is a hard-core result that can be reached through various ways, but is always the same.

Of course, all of us who participate in this meeting know very well that this is an obsolete approach and that historiography has moved far beyond this point. However, we should not fool ourselves: Stories in the press, stories taught at schools, reproduced in the public sphere and even the commonsensical perception of history of science and philosophy still have it this way. They defend women’s position and even assert their right to enjoy equal treatment by historians, but they are unable to escape the limits of the positivist perspective. If we take some distance from our disciplinary borders, we’ll soon come to realize that we are just an islet in an ocean of trivial feminism.

Continue reading