Υποκείμενα

ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΜΕΡΙΚΑ χρόνια, παίχτηκε στην αγγλική και στην αμερικάνικη τηλεόραση η σειρά Penny Dreadful. Ο τίτλος της σειράς αναφέρεται στα «φυλλάδια της δεκάρας» που κυκλοφορούσαν ευρέως στην Αγγλία του 19ου αιώνα. Τα φυλλάδια αυτά περιείχαν τρομακτικές ιστορίες με τα κατορθώματα διάσημων κακοποιών και των διωκτών τους. Η τηλεοπτική σειρά αντλεί από αυτή την παράδοση, αλλά κάνει κάτι πιο ριζοσπαστικό. Φέρνει μαζί όλα τα τέρατα της βικτωριανής λογοτεχνίας, τοποθετώντας τη δράση τους στην τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα. Ο Ντόριαν Γκρέυ, ο δόκτωρ Φρανκενστάιν και τα δημιουργήματά του, ο λυκάνθρωπος, ο κόμης Δράκουλας, ο δόκτωρ Τζέκυλ και άλλοι ελάσσονες ήρωες και ηρωίδες συνυπάρχουν σε μια σκοτεινή αφήγηση που ξεδιπλώνεται στο υγρό και μολυσμένο Λονδίνο της δεύτερης βιομηχανικής επανάστασης.

Η σειρά συνδυάζει επιδέξια όλα τα σημαντικά κοινωνικά θέματα της εποχής: Την εδραίωση του βιομηχανικού καπιταλισμού, την κορύφωση της αποικιοκρατίας, τη διαμόρφωση της εξαθλιωμένης μητροπολιτικής εργατικής τάξης, την ανάδυση της φτηνής λαϊκής κουλτούρας, αλλά και τα πρώτα βήματα της έμφυλης επίγνωσης και του γυναικείου κινήματος. Και πλάι σ’ αυτά, μια επιστήμη η οποία ακροβατεί ανάμεσα στο φυσικό και το υπερφυσικό, στο κλίμα της ιδιαίτερα δημοφιλούς στους ανώτερους κοινωνικούς κύκλους Θεοσοφίας.

Το θέμα της σειράς, όμως, δεν είναι τίποτα απ’ όλα αυτά ή μάλλον είναι όλα αυτά ως υπόβαθρο μιας καταστατικής συνθήκης: Της ρήξης που σηματοδοτεί την ανάδυση του νεωτερικού υποκειμένου. Όλες οι μορφές που εμφανίζονται στη σειρά διεκδικούν μια αυτόνομη θέση στον κόσμο και τη δυνατότητα να ορίζουν την προσωπική τους διαδρομή πέρα από φυσικούς ή κοινωνικούς περιορισμούς. Με άλλα λόγια, διεκδικούν μια ταυτότητα και τη συνυφασμένη με αυτή μεταφυσική της ελευθερίας. Και, για να το επιτύχουν αυτό, επιστρατεύουν όλη την ορμή και την επιθετικότητα της καπιταλιστικής νεωτερικότητας. Παρεκκλίνουν αδίστακτα από το φυσικό και αψηφούν κυνικά το κοινωνικό. Ζουν σε έναν κόσμο σκιώδη. Καταλύουν τα όρια ανάμεσα στο φυσικό και το υπερφυσικό, όχι για χάρη της γνώσης ή της θρησκείας, αλλά παρασυρμένες σε μια φρενήρη αναζήτηση του υπερβατικού εαυτού. Και κατασπαράζουν αδίστακτα τα άλλα όντα, όχι υποκινούμενες από τα σκοτεινά ένστικτά τους, αλλά για να εξαλείψουν οτιδήποτε στέκεται εμπόδιο στην αυτοπραγμάτωσή τους. Το νεωτερικό υποκείμενο αναδύεται ως τέρας: ως παρέκκλιση και ως εχθρός αυτού που το γεννά.

Δεν είναι τυχαίο, από αυτή την άποψη, ότι την ίδια εποχή αναδύεται η ψυχανάλυση, η οποία εστιάζει στο σκοτεινό βάθος του υποκειμένου που βιώνει τραυματικά τη γέννησή του. Ούτε είναι τυχαίο ότι η λογοτεχνία τρόμου της εποχής συνοψίζει τους μύχιους φόβους της κοινωνίας απέναντι στην καθολική επικράτηση της εξατομίκευσης. Οι διχασμοί, οι υπαρξιακές εκκρεμότητες και οι σχιζοειδείς συμπεριφορές του σύγχρονου καπιταλιστικού υποκειμένου αποτελούν τα ίχνη αυτής ακριβώς της τερατογένεσης από την οποία προήλθε.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 63, στις 4 Μαΐου 2019.

Image credit: John Henry Fuseli-The Nightmare (1781)

Επικοινωνία της Επιστήμης

ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑΣ αγγλικός όρος, ο οποίος μόνο με κακά Ελληνικά μπορεί να αποδοθεί: Science Communication. Τον μεταφράζουμε ως «Επικοινωνία της Επιστήμης», υποδηλώνοντας ότι η επιστήμη είναι κάτι που μπορεί να «επικοινωνηθεί». Κατά την άποψή μου, το γεγονός ότι η ελληνική γλώσσα δεν μπορεί να υπηρετήσει τη συγκεκριμένη απόδοση κάτι σημαίνει. Κι αυτό το κάτι έχει σχέση με την ιστορία της επιστημονικής και τεχνολογικής πολιτικής στην Ελλάδα. Ωστόσο, στο παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο εκφοράς του λόγου που ζούμε, η «Επικοινωνία της Επιστήμης» είναι μια πάγια και εύκολα αναγνωρίσιμη πρακτική: Είναι η μεταφορά του λόγου της επιστήμης στη δημόσια σφαίρα.

Γιατί χρειάζεται να μεταφερθεί η επιστήμη στη δημόσια σφαίρα; Και, κυρίως, από πού μεταφέρεται η επιστήμη στη δημόσια σφαίρα; Η απάντηση μοιάζει προφανής. Από το εργαστήριο, το σπουδαστήριο, το παρατηρητήριο, από τους χώρους εν γένει όπου οι ειδικοί ασκούν την επιστήμη με την αυστηρότητα που προσιδιάζει στη συγκεκριμένη δραστηριότητα. Σε αυτούς τους χώρους δεν έχουν πρόσβαση οι απλοί πολίτες, μολονότι έχουν φυσικά το δικαίωμα να πληροφορούνται τι γίνεται εκεί και να ελέγχουν τις αποφάσεις που λαμβάνονται στο επίπεδο της επιστημονικής και τεχνολογικής πολιτικής. Δεδομένου δε ότι οι κοινωνίες στις οποίες ζούμε αποκτούν όλο και πιο έντονα τεχνοεπιστημονικό χαρακτήρα, η παρουσίαση των σχετικών ζητημάτων στη δημόσια σφαίρα καθίσταται πάγια δημοκρατική απαίτηση.

Οι Σπουδές Επιστήμης και Τεχνολογίας έχουν εμπλουτίσει τα τελευταία χρόνια αυτή τη μονοδιάστατη θεώρηση με μια ενδιαφέρουσα αντιστροφή: Η αλήθεια είναι ότι η επιστήμη και η τεχνολογία ποτέ δεν ασκούνταν μόνο στο άδυτο των εργαστηρίων. Μεγάλο μέρος της επιστήμης ασκούνταν πάντα στη δημόσια σφαίρα και πάντα συμμετείχαν σε αυτή πολύ περισσότεροι δρώντες από τους λίγους ασπροντυμένους επιστήμονες. Το να πιστεύουμε ότι ένα συγκεκριμένο τεχνούργημα ή μια συγκεκριμένη θεωρητική σύνθεση είναι προϊόντα της εργασίας ενός ατόμου ή μιας ομάδας ειδικών και μόνο αποτελεί κατανοητή, αλλά εσφαλμένη απλούστευση της πραγματικότητας. Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει: Αυτό που είναι προϊόν ενός πλήθους ετερόκλητων δρώντων το οικειοποιείται μια κλειστή ομάδα, η οποία συνδέει την απαίτηση αποκλειστικότητας επί του αντικειμένου με την ιδιότητα του ειδικού.

Η προσέγγιση αυτή μας επιτρέπει να δούμε την Επικοινωνία της Επιστήμης υπό τελείως διαφορετικό πρίσμα. Η παρουσία του επιστημονικού λόγου στη δημόσια σφαίρα δεν έχει στόχο μόνο την ικανοποίηση της δημοκρατικής απαίτησης για έλεγχο και πληροφόρηση. Η Επικοινωνία της Επιστήμης παίζει αποφασιστικό ρόλο στη συγκρότηση των ίδιων των επιστημονικών και τεχνολογικών δικτύων από τα οποία προκύπτουν τα τεχνοεπιστημονικά αποτελέσματα: δεν κοινοποιεί την επιστήμη, παράγει επιστήμη! Υπό αυτή την έννοια, όσο πιο ενεργητική είναι η εμπλοκή των πολιτών με τις διαδικασίες Επικοινωνίας της Επιστήμης τόσο πιο δημοκρατικές επί της ουσίας γίνονται η επιστήμη και η τεχνολογία. Και σώζεται και η γλώσσα: η επιστήμη δεν «επικοινωνείται», επικοινωνεί.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 50, στις 28 Οκτωβρίου 2018.

Η αφήγηση του εαυτού

ΣΤΑ ΔΥΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ σημειώματα έγραφα για τη βαρύνουσα πολιτισμική σημασία του κινηματογραφικού μοντάζ. Η εξοικείωσή μας με την κινηματογραφική διεπαφή αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο αποκωδικοποιούμε τα μηνύματα του κοινωνικού μας πλαισίου. Θα μπορούσαμε άραγε να υποθέσουμε ότι έχει ανάλογη σημασία και για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας;

Chelsea Beck-The Atlantic.jpg

Τα τελευταία χρόνια έχουν κάνει την εμφάνισή τους μια σειρά επιστημονικές δημοσιεύσεις που, μολονότι δεν σχετίζονται πάντοτε μεταξύ τους, έχουν έναν κοινό παρονομαστή. Ενδεικτικά αναφέρω το βιβλίο της Marya Schechtman, Η σύσταση των εαυτών (1996)· το άρθρο του Jonathan Haidt, «Ο συναισθηματικός σκύλος και η έλλογη ουρά του» (2001)˙ την πειραματική εργασία των Soon, Brass και Heinze, «Ασυνείδητοι παράγοντες καθορισμού των ελεύθερων αποφάσεων στον ανθρώπινο εγκέφαλο» (2008)˙ και την εργασία του Luciano Floridi για την «Πληροφοριακή φύση της προσωπικής ταυτότητας» (2011). Καθεμιά και καθένας από αυτούς τους συγγραφείς έχουν δημοσιεύσει περισσότερες από μία εργασίες όπου επεξεργάζονται περαιτέρω τις απόψεις τους, και πολλοί ακόμα συγγραφείς προσεγγίζουν παρόμοια ζητήματα με εργαστηριακές και φιλοσοφικές αναλύσεις.

Ο κοινός παρονομαστής όλων αυτών των εργασιών είναι «η αφηγηματική συγκρότηση του εαυτού». Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη θεώρηση, ο εαυτός δεν είναι αυτόνομος βουλητικός παράγοντας που καθορίζει τις πράξεις και τις αποφάσεις μας, αλλά έπεται των ήδη ειλημμένων αποφάσεων, ως αφήγημα που τις αιτιολογεί και τις κανονικοποιεί. Έχει ενδιαφέρον ότι το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται σε διαφορετικά πεδία. Οι Soon, Brass και Heinze απέδειξαν με όρους νευροφυσιολογίας ότι οι κινητικές αποφάσεις προηγούνται της έλλογης σύλληψής τους, άρα ότι η δεύτερη, ενώ μοιάζει να είναι η αιτία τους, στην πραγματικότητα είναι η post factum αιτιολόγησή τους. Ο Haidt ισχυρίζεται ότι η ικανότητα λήψης ηθικών αποφάσεων αποτελεί εξελικτική κατάκτηση, την οποία μοιράζονται πολλοί ανώτεροι οργανισμοί, άρα ότι η αίσθηση της ηθικής υπευθυνότητας δεν αποτελεί αίτιο, αλλά εκ των υστέρων εκλογίκευση. Η Schechtman εισήγαγε την «άποψη για την αφηγηματική συγκρότηση του εαυτού» σύμφωνα με την οποία, η αίσθηση της ταυτότητας, της συνέχειας και της αυτενέργειας είναι αποτέλεσμα της αυτοβιογραφικής αφήγησης που συνδέει τα επεισόδια της ζωής του υποκειμένου – της κατά το μάλλον ή ήττον συνεκτικής ιστορίας που αφηγούμαστε κάθε φορά, σε αυτό το διαφορετικό που είμαστε κάθε φορά.

Ο Αλμπέρ Καμί έγραφε ότι ονομάζουμε αγάπη αυτό που μας δένει με ορισμένα πλάσματα βάσει του τρόπου που τα βλέπουμε, και για τον οποίο υπεύθυνη είναι η λογοτεχνία. Αν ισχύουν τα παραπάνω, θα μπορούσαμε άραγε να ισχυριστούμε ότι η εξοικείωση με την τέχνη του κινηματογραφικού μοντάζ είναι, κατ’ αναλογία, υπεύθυνη για τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον εαυτό μας, μέσω των αυτοβιογραφικών αφηγήσεων που κατασκευάζουμε;

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 49, στις 13 Οκτωβρίου 2018.