Κώδικες

ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΟΤΙ ο άνθρωπος μοιάζει πολύ περισσότερο με τις μηχανές απ’ ό,τι τα ζώα. Αυτό φαίνεται από τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τον κόσμο και επικοινωνούν με αυτό που δεν είναι ο εαυτός τους. Οι άνθρωποι για να γνωρίσουν, να κατανοήσουν και να επικοινωνήσουν χρησιμοποιούν τη γλώσσα. Έναν πολύ ακριβή κώδικα, στο πλαίσιο του οποίου καθετί που υπάρχει στον κόσμο μετατρέπεται σε λέξεις. Σε λέξεις μετατρέπονται και οι προθέσεις, οι προτροπές, τα συναισθήματα. Με άλλα λόγια, οτιδήποτε αποτελεί αντικείμενο ενδιαφέροντος για τον άνθρωπο μετατρέπεται σε λέξεις. Κι οι λέξεις αυτές συναρθρώνονται με συγκεκριμένους τρόπους, οι οποίοι είναι επίσης φορείς μηνυμάτων. Ένας τρόπος συναρμογής κάποιων λέξεων μπορεί να δηλώνει κάτι και ένας διαφορετικός τρόπος συναρμογής των ίδιων λέξεων μπορεί να δηλώνει κάτι διαφορετικό.

Οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους, τον κόσμο και τους άλλους ανθρώπους μέσω αυτού του κώδικα. Για να υπάρξουν για τον εαυτό τους («να σκεφτούν»), να υπάρξουν με τους άλλους («να επικοινωνήσουν») και να υπάρξουν εντός του κόσμου («να γνωρίσουν» και «να ενεργήσουν») πρέπει να χρησιμοποιήσουν τον κώδικα της γλώσσας. Έναν κώδικα τον οποίο μαθαίνουν από πολύ νωρίς να χρησιμοποιούν και του οποίου τη γνώση πρέπει να διατηρούν και να βελτιώνουν σε όλη τους τη ζωή. Μάλιστα, η ανάγκη όλο και μεγαλύτερου ελέγχου της ζωής τους, έχει οδηγήσει τους ανθρώπους στην παραγωγή όλο και πιο εξειδικευμένων κωδίκων που αφορούν επιμέρους πλευρές του κοινού τους βίου: Δίκαιο, επιστήμη, πίστη κλπ. Οι άνθρωποι, στην ιστορική τους εξέλιξη, μοιάζουν όλο και περισσότερο με μηχανικά συστήματα, τα οποία επιδιώκουν να βελτιώσουν τη λειτουργικότητά τους μέσω της διαρκούς αναβάθμισης των συστημάτων κωδικοποίησης και μετάδοσης των πληροφοριών που αφορούν τις διάφορες όψεις της ζωής τους.

Τα ζώα δεν μπορούν να το κάνουν αυτό, ασφαλώς. Δεν έχουν γλώσσα, δεν έχουν έννοιες και οι ικανότητες κωδικοποίησης που διαθέτουν είναι στοιχειώδεις και στατικές. Θα πρέπει, ωστόσο, να παραδεχτούμε ότι έχουν επαρκή αντίληψη του κόσμου (σε πλείστες περιπτώσεις πολύ ακριβέστερη από εκείνη του ανθρώπου) και ικανότητες επικοινωνίας που κι αυτές συχνά υπερβαίνουν εκείνες του ανθρώπου (οι άνθρωποι ποτέ δεν θα φτάσουν τον συγχρονισμό ενός σμήνους πουλιών). Αναγνωρίζουν το περιβάλλον τους, υπακούν σε εντολές, ξεχωρίζουν τους φίλους από τους εχθρούς και είναι σε θέση να δημιουργούν σχέσεις εμπιστοσύνης. Παραδοσιακά, αυτές οι ικανότητες θεωρήθηκαν απόδειξη του γεγονότος ότι τα ζώα είναι (πολύ εξελιγμένα, ομολογουμένως) μηχανικά αυτόματα. Μόνο έτσι θα μπορούσαν να ενεργούν αποτελεσματικά όντα τα οποία δεν διαθέτουν αυτεπίγνωση, νοητικές λειτουργίες και ένα σχέδιο ζωής στον κόσμο. Αργότερα, αυτός ο αυτοματισμός ονομάστηκε ένστικτο, αλλά σήμαινε βασικά το ίδιο πράγμα. Αυτοματοποιημένες, γενετικά κωδικοποιημένες αποκρίσεις στα διάφορα είδη ερεθισμάτων. Αυτό ενέτασσε τα ζώα σε μια επίφαση ζωής, αλλά όχι στην αυθεντική πολυδιάστατη ζωή που αποτελούσε μοναδικό προνόμιο του ανθρώπου. Αν κάτι έφερνε κοντά τα δύο είδη ζωής, αυτό ήταν τα βιώματα στο βαθύ ζωικό επίπεδο της ύπαρξης: ο πόνος και η επιθυμία αποφυγής του, η ηδονή και η επιθυμία επίτευξής της. Πέραν αυτού, τα ζώα περιορίζονται στο επίπεδο του αυτοματισμού, ενώ οι άνθρωποι κρατούν για τον εαυτό τους το επίπεδο της ελευθερίας και της δημιουργικότητας.

Πώς αισθάνονται, όμως, τα ζώα τον κόσμο; Πώς επικοινωνούν μεταξύ τους και με τους ανθρώπους; Γιατί ειδικά το γεγονός ότι επικοινωνούν με προβλέψιμο τρόπο με την απρόβλεπτη («ελεύθερη») συμπεριφορά των ανθρώπων δηλώνει ότι επικοινωνούν με την πραγματική σημασία της λέξης: Λαμβάνουν και αποκωδικοποιούν μηνύματα και προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους ανάλογα με το περιεχόμενο αυτών των μηνυμάτων. Τα ζώα, πράγματι, δεν έχουν έννοιες και λέξεις ή, ακριβέστερα, σύμφωνα με τη θεωρία του umwelt του Jacob Uexküll, οι έννοιες που έχουν αντιστοιχούν σε έναν άλλο κόσμο από εκείνον που αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι σίγουρα δεν κάνουν προσπάθεια να γεφυρώσουν τους διαφορετικούς κόσμους. Ενεργούν με τον τρόπο που ξέρουν να ενεργούν: Δίνουν εντολές με τη γλώσσα, εκφράζουν τα συναισθήματά τους με τη γλώσσα, ορίζουν τις δυνατότητες δράσης και αλληλεπίδρασης με τη γλώσσα. Αυτά που γεφυρώνουν πραγματικά τους δύο κόσμους είναι τα ζώα. Τα ζώα δεν ακούν λέξεις, δεν καταλαβαίνουν νοήματα, δεν «βλέπουν» τα ίδια αντικείμενα που βλέπουν οι άνθρωποι. Ωστόσο, είναι σε θέση να συλλάβουν το ηχητικό κύμα που φτάνει σε αυτά και να εξαγάγουν την πληροφορία ή τη συγκινησιακή παρότρυνση που περιέχει, να διαβάσουν τη γλώσσα του σώματος μιας άλλης οντότητας πριν καν αυτή αρχίσει να εκφράζεται και να διακρίνουν τις διαθέσεις που τα αφορούν, να δουν το περιβάλλον μέσω των αντιληπτικών ικανοτήτων μιας άλλης μορφής ζωής και να καταλάβουν τι έχει πραγματικά σημασία γι’ αυτήν. Με λίγα λόγια, τα ζώα είναι σε θέση να συλλάβουν και να επεξεργαστούν την κυμαινόμενη, ασαφή, χονδροειδώς κωδικοποιημένη πληροφορία που εμφανίζεται στο περιβάλλον τους και να εξαγάγουν το affect, τη συγκινησιακή επίδραση που περιέχεται σε αυτή και είναι η μόνη μορφή που μπορεί να γεφυρώσει τους δύο κόσμους. Εδώ, επομένως, δεν μιλάμε για έναν μηχανικό αυτοματισμό, αλλά για μια αυθεντική «περιβαλλοντική ερμηνευτική». Οι ικανότητες που απαιτούνται για την επιτέλεση αυτής της λειτουργίας δεν περιορίζονται στη γνώση μιας βάσης (εννοιολογικών) δεδομένων και ενός κώδικα, αλλά περιλαμβάνουν επίσης την ενσυναίσθηση, τη συναισθηματική νοημοσύνη και την εποπτική αντίληψη του κόσμου ως ευμετάβλητου πεδίου δυνατοτήτων – ιδιότητες που στην περίπτωση του ανθρώπου έχουν περισταλεί αποφασιστικά, εξαιτίας της ηγεμονίας του λόγου.

Ο Friedrich Schlegel έγραφε ότι ο άνθρωπος είναι ένας τρόπος με τον οποίο ο κόσμος στοχάζεται δημιουργικά τον εαυτό του. Τα ζώα είναι, πιθανότατα, ένας άλλος. Και, μάλιστα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι πολλά αυτά που χάνουμε, στην γνώση και την εμπειρία, από το γεγονός ότι αδυνατούμε να μετάσχουμε αυτού του τρόπου.

Αναφορές
Φρήντριχ Σλέγκελ, Φιλοσοφικά Θραύσματα. Κριτική και αισθητική στον πρώιμο γερμανικό ρομαντισμό. Εισαγωγικό σημείωμα και μετάφραση Σπύρος Δοντάς. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2025, σελ. 216.

Image Credit: Giovanni Battista Bracelli, Bizzarie di varie figure, 1624.