Imitation Game

«ΠΕΙΤΕ ΜΟΥ, πώς μπορώ να σας εξυπηρετήσω;» Η φωνή από την άλλη άκρη της γραμμής είναι ευγενική, καταδεκτική, προσηνής. Και με κάνει αμέσως να αισθάνομαι… ανόητος. Λέω: «Ραντεβού!», αντί να μιλήσω σαν άνθρωπος και να πω: «Θέλω να κλείσω ραντεβού σε ένα νοσοκομείο για δερματολογική εξέταση». Δεν μπορώ να μιλήσω σαν άνθρωπος σε μια μηχανή! Εκείνη, όμως, συνεχίζει να μιλάει σαν άνθρωπος: «Πείτε μου, ποια είναι η φύση του προβλήματός σας;» Περίπου, όπως θα μιλούσε και ο άνθρωπος στο τηλεφωνικό κέντρο ή ακόμα χειρότερα ο γιατρός που με υποδέχεται στο ιατρείο του. Η αμηχανία μου μεγαλώνει και, ενώ συνεχίζω τις μονολεκτικές απαντήσεις, αρχίζω να σκέφτομαι τις χαμένες θέσεις εργασίας, την αλγοριθμοποίηση της κοινωνικής ζωής, τις στρατηγικές του ύστερου καπιταλισμού. Σιγά-σιγά φουντώνω. Μου περνάει από το μυαλό να κλείσω το τηλέφωνο. Ένα ραντεβού θέλω να κλείσω και μ’ έχει ξετινάξει στις ερωτήσεις το κωλομηχάνημα! Με έχει στο περίμενε να κοιτάξει τα αρχεία της (και καλά!) για να βρει ημερομηνία και ώρα που με βολεύει· κι αφού, εν πάση περιπτώσει, η φύση του προβλήματός μου είναι περίπλοκη και η διαθεσιμότητα ραντεβού περιορισμένη, αποφασίζει να με περάσει σε άλλο τμήμα, όπου θα με εξυπηρετήσει ένας «εκπρόσωπος».

Είναι ανθρώπινη επικοινωνία αυτό; Κι όμως, η αλήθεια είναι ότι έχει πολλά στοιχεία ανθρώπινης επικοινωνίας. Πρώτον έχω δώσει στη μηχανή φύλο – τυχαίνει να είναι γυναίκα κι αυτός είναι ένας λόγος παραπάνω που οι ερωτήσεις της με φέρνουν σε αμηχανία. Δεύτερον, της θυμώνω. Θέλω να διαμαρτυρηθώ, αλλά ξέρω ότι θα με γειώσει όπως κάθε καλά εκπαιδευμένος υπάλληλος. Τρίτον, προβλέπω τη συμπεριφορά της – όχι όπως το κάνουμε με ένα μηχάνημα, αλλά όπως το κάνουμε σε μια επικοινωνιακή σχέση. Τέταρτον, εκείνη από την πλευρά της, μου απευθύνεται σαν να είναι πρόσωπο: «Δώστε μου λίγο χρόνο να δω τα διαθέσιμα ραντεβού». Πέμπτον, διατείνεται ότι είναι σε θέση να αποφασίζει: αφού σκεφτεί λίγο (ένας ελάχιστος χρόνος σιωπής), οδηγείται στο συμπέρασμα ότι δεν είναι σε θέση να χειριστεί το πρόβλημά μου και με συνδέει με έναν άλλο υπάλληλο.

Τι είναι αυτό, εντός της επικοινωνιακής σχέσης, που αποδεικνύει ότι στην άλλη άκρη της γραμμής δεν βρίσκεται ένας άνθρωπος; Ίσως, αν αρχίσω να τη ρωτάω για την προσωπική της ζωή να βραχυκυκλώσει. Αλλά και πάλι, κάθε επικοινωνιακή σχέση επιτελείται σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, το οποίο σπανίως υπερβαίνουμε. Αυτό, σε συνδυασμό με λίγες τεχνικές βελτιώσεις και καλό προγραμματισμό, θα μπορούσε να κάνει την αναγνώριση πραγματικά δύσκολη. Σε πενήντα χρόνια, η γραμμή ανάμεσα στην ανθρώπινη και τη μηχανική νόηση θα έχει γίνει δυσδιάκριτη, έγραφε το 1950 ο Alan Turing. Αυτό που δεν είχε φανταστεί είναι ότι το παιχνίδι της μίμησης θα παιζόταν καθημερινά από το τηλέφωνο.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 59, στις 10 Μαρτίου 2019

Delete

Κάποτε υπήρχε το CD. Όχι πολύ παλιά, αλλά ήδη μεγαλώνει μια γενιά που δεν έχει γνωρίσει αυτή την τεχνολογία. Αρχικά τα CD προωθήθηκαν στην αγορά ως εξέλιξη των δίσκων βινυλίου, αλλά στη συνέχεια η χρήση τους συνδέθηκε όλο και περισσότερο με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Λειτουργικά συστήματα και προγράμματα έρχονταν πλέον σε μορφή οπτικού δίσκου. Για ένα μικρό διάστημα επικράτησε η ψευδαίσθηση ότι οι οπτικοί δίσκοι είναι αθάνατοι, αλλά στην πορεία διαπιστώθηκε ότι πιθανότατα είχαν μικρότερη διάρκεια ζωής ακόμα κι από εκείνους που προορίζονταν να αντικαταστήσουν. Επικράτησαν όμως, επειδή μπορούσαν να αποθηκεύσουν απείρως περισσότερη πληροφορία και μάλιστα οποιασδήποτε μορφής.

Η σύνδεση του CD με τους υπολογιστές δημιούργησε την απαίτηση της εγγραψιμότητας και επανεγγραψιμότητας. Την ίδια απαίτηση δημιουργούσε, φυσικά, και η σύνδεσή τους με τις ηχητικές τεχνολογίες: οι οπτικοί δίσκοι δεν ανταγωνίζονταν μόνο το βινύλιο, αλλά και την κασέτα. Οι χρήστες είδαν με ανακούφιση να εμφανίζονται στην αγορά τα πρώτα εγγράψιμα και κατόπιν τα επανεγγράψιμα CD. Οι δύο τεχνολογίες εμφανίστηκαν διαδοχικά και η κρίσιμη διαφορά μεταξύ τους ήταν ότι στη δεύτερη περίπτωση οι πληροφορίες που είχαν εγγραφεί στον οπτικό δίσκο μπορούσαν να διαγραφούν και να αντικατασταθούν από άλλες. Μόνο που αυτό γινόταν με έναν περίεργο τρόπο: Η πληροφορία δεν σβηνόταν φυσικά. Απλώς γραφόταν στον δίσκο η πρόσθετη πληροφορία ότι η ήδη εγγεγραμμένη πληροφορία δεν υπήρχε. Αυτό είχε το παράδοξο αποτέλεσμα κάθε διαγραφή να προκαλεί αύξηση του κατειλημμένου χώρου. Και κάποτε, μετά από επάλληλες διαγραφές το CD να μην μπορεί πλέον να επανεγγραφεί.

Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή είναι η διαδικασία διαγραφής των ψηφιακών δεδομένων εν γένει. Η διαγραφή δεν είναι αφαίρεση, αλλά προσθήκη πληροφορίας. Η τεχνολογία, φυσικά, έχει αλλάξει από την εποχή των πρώτων επανεγγράψιμων CD, αλλά ακόμα κι έτσι, σκοπός της διαγραφής είναι να προκαλέσει ένα είδους κορεσμού που θα κάνει την πληροφορία μη εντοπίσιμη (απλή διαγραφή) ή μη αναγνώσιμη (ριζική διαγραφή). Άραγε αυτό αφορά μόνο την ψηφιακή εμπειρία; Στον λεγόμενο φυσικό κόσμο είναι δυνατή η διαγραφή; Είναι δυνατόν ένα σύστημα να ξε-μάθει, να ξε-κάνει, να ξεχάσει αυτό που του έχει συμβεί; Φαίνεται ότι κι εδώ τα πράγματα δουλεύουν με τον ίδιο τρόπο: Για να συμβεί κάτι τέτοιο, η εμπειρία του συστήματος θα πρέπει να αυξηθεί και όχι να μειωθεί. Επίσης η δομή της θα πρέπει να γίνει πιο σύνθετη και πιο απροσδιόριστη προκειμένου να ανα-νοηματοδοτήσει ή να απο-νοηματοδοτήσει μια προγενέστερη κατάσταση. Το γεγονός ότι είναι, εξ ορισμού, αδύνατο να έχουμε επίγνωση αυτής της διαδικασίας (εφόσον πρόκειται για «διαγραφή»), σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι η φυσική σύσταση του συστήματος απλοποιείται. Η διαγραφή είναι, απλώς, άλλη μια μορφή κατάφασης στην αύξηση της εμπειρίας και της πολυπλοκότητας που χαρακτηρίζει τη ζωή. Δεν υπάρχει delete!

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 44, στις 30.6.2018.

Η ευφυΐα των δασών

Έχουν αισθήματα τα φυτά; Η εμμονή των σέβεντις με τα φυτά που απολαμβάνουν τη μουσική του Μότσαρτ, διαβάζουν τις ανθρώπινες σκέψεις και έχουν συναισθηματικές αντιδράσεις τροφοδότησε την εκδοτική βιομηχανία και το New Age για πολλά χρόνια. Ωστόσο, όπως σχολίασε ο εθνοβοτανολόγος Tim Plowman, ακόμα κι αν τα φυτά τα κάνουν όντως όλα αυτά, γιατί θα έπρεπε να εντυπωσιαζόμαστε; Δεν μας αρκεί το γεγονός ότι τρέφονται με φως;

Πριν τρία χρόνια, ο αμερικανός δημοσιογράφος Michael Pollan δημοσίευσε στον New Yorker ένα άρθρο με θέμα τις έρευνες του νέου κλάδου της φυτικής νευροβιολογίας. Οι έρευνες αυτές επαναφέρουν το θέμα της νοημοσύνης των φυτών, αλλά από μια διαφορετική και φιλοσοφικά ενδιαφέρουσα άποψη. Το ερώτημα μέσω του οποίου ο συγκεκριμένος κλάδος συγκροτεί την ιδιαιτερότητά του είναι αν ικανότητες όπως η ευφυΐα, η μνήμη και η μάθηση προϋποθέτουν την ύπαρξη ενός νευρικού κέντρου, όπως είναι το μυαλό ή αν μπορεί να είναι αποτέλεσμα της διάδρασης που αναπτύσσεται στο εσωτερικό πολυκατανεμημένων συστημάτων, που είναι οργανωμένα με τη μορφή δικτύων. Η καταφατική απάντηση στη δεύτερη εκδοχή έχει επιτρέψει στους φυτο-νευροβιολόγους να μελετήσουν τους τρόπους με τους οποίους τα φυτά εκδηλώνουν έλλογες και βουλητικές συμπεριφορές, χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να απολογηθούν στη μεταφυσική.

Δεν είναι όμως εξίσου εύκολο να παρακάμψουν την εδραία παράδοση του ανθρωποκεντρισμού. Αν οι έλλογες και βουλητικές συμπεριφορές αναδύονται από τις δράσεις που αναπτύσσονται στο εσωτερικό δικτύων, τι σημαίνει αυτό για τη διάκριση ανθρώπινου-μη ανθρώπινου και για το γεγονός ότι ο άνθρωπος, χάρις ακριβώς στη μοναδικότητα και ανωτερότητα των εγκεφαλικών του λειτουργιών θεωρεί ότι κατέχει κεντρική θέση ανάμεσα στα έμβια όντα; Η απάντηση των επιστημόνων είναι ότι θα πρέπει να αρχίσουμε να εξοικειωνόμαστε με την ιδέα ότι η ευφυΐα είναι ικανότητα της ζωής και όχι προνόμιο του ανθρώπου. Είναι η ικανότητα των έμβιων συστημάτων να επιλύουν προβλήματα μέσω της επεξεργασίας πληροφοριών. Το μυαλό είναι ένας τέτοιος τρόπος, αλλά όχι ο μοναδικός ούτε ο καλύτερος για όλες τις μορφές ζωής και για όλες τις κατηγορίες προβλημάτων. Επιπλέον, η αντίληψη ότι το ανθρώπινο μυαλό αποτελεί ένα κέντρο ελέγχου παραβλέπει το γεγονός ότι και το ίδιο είναι ένα δίκτυο, οι περισσότερες λειτουργίες του οποίου παραμένουν άγνωστες.

Υπό αυτή την έννοια, η μελέτη των φυτών μπορεί να αποδειχθεί κομβικής σημασίας για τη μελέτη των φαινομένων της ζωής με τη βοήθεια των εννοιών του δικτύου, της κατανεμημένης επεξεργασίας πληροφοριών, των αρθρωτών συστημάτων και της συμπεριφοράς σμήνους. «Τα φυτά είναι το μεγάλο σύμβολο της νεωτερικότητας», παρατηρεί ένας εκ των πρωταγωνιστών. Ίσως θα ήταν πιο σωστό να πούμε ότι τα φυτά είναι το μεγάλο σύμβολο του τέλους της νεωτερικότητας – ο θάνατος του υποκειμένου με μια άλλη έννοια.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 3, στις 15.10.2016.