Διεπαφή

ΣΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ σημείωμα έγραφα για το κουμπί. Το κουμπί είναι ένα είδος διεπαφής, η χρήση της οποίας καθιερώθηκε χάρη στην ηλεκτρική τεχνολογία των αρχών του 20ού αιώνα. Η ιστορία των διεπαφών δεν έχει γραφτεί ακόμα. Κι αυτό οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στο γεγονός ότι η βασική τους ιδιότητα είναι να παραμένουν αόρατες. Όσο περισσότερο τις χρησιμοποιούμε τόσο πιο διαφανείς γίνονται, τόσο περισσότερο μοιάζουν να αποτελούν τμήμα της ίδιας της κίνησης που κάνουμε προκειμένου να θέσουμε σε λειτουργία μια συσκευή. Όπως δείχνουν και τα ευφάνταστα πειράματα του Elon Musk, η ιδανική διεπαφή είναι η σκέψη – η διεπαφή που αφομοιώνεται πλήρως από το σώμα που αλληλεπιδρά με τη συσκευή. Ωστόσο, όσο κι αν κρύβονται πίσω από την αφάνειά τους, όσο κι αν φυσικοποιούνται μέσω της καθημερινής χρήσης, οι διεπαφές είναι εξεζητημένες τεχνολογικές διατάξεις, οι οποίες κατέχουν κεντρική θέση στην ιστορία της τεχνολογίας. Μια ιστορία της τεχνολογίας που θα εστίαζε στον σχεδιασμό των διεπαφών μπορεί να μη μας έλεγε τα πάντα για τη γενεαλογία των μηχανών, αλλά θα μας έλεγε πολλά καινούργια πράγματα για τον σχεδιασμό τους, καθώς και για τη σχέση τους με τους χρήστες.

Σίγουρα, η σκέψη και η εργασία που συλλαμβάνουν και υλοποιούν μια τεχνολογική διάταξη δεν εκκινούν από τη διεπαφή. Η ακαταστασία του τεχνολογικού εργαστηρίου, αλλά και τα ατυχήματα που συχνά συμβαίνουν σε αυτό δείχνουν ότι το τελευταίο πράγμα που σκέφτεται ο μηχανικός όταν κατασκευάζει μια μηχανή είναι η διεπαφή. Ωστόσο, όταν η συσκευή πρόκειται να μπει σε χρήση, δηλαδή να αποχωριστεί τον/τη δημιουργό της και να παραδοθεί στα χέρια ανθρώπων που δεν γνωρίζουν τίποτα γι’ αυτήν πέρα από τη χρησιμότητά της, τότε θα πρέπει να επανασχεδιαστεί, έτσι ώστε η αλληλεπίδραση του χρήστη με αυτή να πραγματοποιείται μέσω μιας διεπαφής. Η διάταξη των μερών της, το cable management, το σύστημα μετάδοσης εντολών, η είσοδος και η έξοδός της, όλα πρέπει να «κεντραριστούν» γύρω από τη διεπαφή. Ο σχεδιασμός και η υλοποίηση της διεπαφής σηματοδοτούν την ένταξη της συσκευής σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο κοινωνικών σχέσεων. Κι αυτό ισχύει ιδιαίτερα στο πλαίσιο ενός τρόπου παραγωγής όπου η απαλλοτρίωση του προϊόντος της εργασίας από τον δημιουργό του και η μετατροπή του σε εμπόρευμα αποτελεί τον βασικό στόχο.

Συνεπώς, η διεπαφή δεν είναι μια ουδέτερη τεχνική ευκολία. Αποκρυσταλλώνει κοινωνικές σχέσεις και φυσικοποιεί τα πρότυπα συμπεριφοράς που είναι συνυφασμένα με αυτές. Η προοδευτική «εξαφάνισή» της υπογραμμίζει αυτήν ακριβώς τη διαδικασία φυσικοποίησης. Αντιθέτως, μια διεπαφή που χρειάζεται διαρκώς μαστόρεμα, αυτοσχεδιασμό και «πατεντάρισμα» υπενθυμίζει την παρουσία των δρώντων και τις συμφωνίες που αυτοί πρέπει να συνάψουν προκειμένου να κάνουν μια τεχνολογία λειτουργήσει. Η δυσλειτουργία της διεπαφής είναι ο τρόπος με τον οποίο οι μηχανές αντιστέκονται στη φετιχοποίησή τους και αναστοχάζονται κριτικά τις κοινωνικές σχέσεις που τις γέννησαν.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 111, στις 5 Ιουνίου 2021.

Το κουμπί

ΠΟΤΕ οι άνθρωποι έμαθαν να πατάνε κουμπιά; Τι ερώτηση είναι αυτή, θα μου πείτε. Χρειάζεται να μάθουμε να πατάμε κουμπιά; Τα κουμπιά είναι για να πατιούνται! Η αλήθεια, όμως, είναι ότι δεν ξέραμε ανέκαθεν να πατάμε κουμπιά, όπως δεν ξέραμε να γυρνάμε σελίδες. Και τα δύο είναι τεχνολογίες που επινοήθηκαν σε συγκεκριμένα τεχνολογικά και πολιτισμικά πλαίσια και φυσικοποιήθηκαν μέσα από τη χρήση. Πότε, λοιπόν; Τα πληκτροφόρα μουσικά όργανα –το πιάνο και οι πρόγονοί του– είναι αρκετά παλιά. Πολύ μεταγενέστερα αλλά πάντως αρκετά παλιά κι αυτά είναι ο τηλέγραφος και η γραφομηχανή (με αυτή τη σειρά). Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, όμως, μιλάμε περισσότερο για πλήκτρα (keys) παρά για κουμπιά (buttons). Η διαφορά είναι ότι το πάτημα ενός πλήκτρου στέλνει ένα σήμα (έναν ήχο, ένα γράμμα, ένα κωδικοποιημένο ηλεκτρικό ρεύμα), ενώ το πάτημα ενός κουμπιού ενεργοποιεί μια λειτουργία, βάζει μπροστά μια πραγματική ή συμβολική μηχανή προκειμένου να επιτευχθεί ένα προδιαγεγραμμένο αποτέλεσμα. Όσο κι αν ακούγεται περίεργο, το κουμπί, από τη στιγμή που μάθαμε να το πατάμε, έγινε κεντρική πολιτισμική αναφορά. Στοιχειώνει τη φαντασία του Stanley Kubrick (Dr. Strangelove) και του Milo Manara (Le Déclic) ­υπογραμμίζοντας την παράνοια του Ψυχρού Πολέμου με την ίδια ευκολία που υποθάλπει την αρσενική φαντασίωση του σεξουαλικού ελέγχου.

Η ηλεκτρική τεχνολογία έπαιξε σημαντικό ρόλο στην καθιέρωση της χρήσης του κουμπιού. Το κουμπί σηματοδοτεί τη μετάβαση από τις ηλεκτρικές διατάξεις ως τεχνουργήματα που απαιτούσαν ειδικές γνώσεις για τον χειρισμό τους στις ηλεκτρικές διατάξεις ως καταναλωτικά προϊόντα που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από το γενικό κοινό. Υπό αυτή την έννοια, το κουμπί είναι ένα interface, μια διεπαφή που μεσολαβεί ανάμεσα σε μια μυστικοποιημένη (blackboxed) μηχανική διάταξη και την επιθυμία ενός ανθρώπου. Ο άνθρωπος δεν χρειάζεται να γνωρίζει πώς να χειριστεί τη μηχανική διάταξη, δεν χρειάζεται καν να μπορεί να δει το εσωτερικό της. Αρκεί να ξέρει πως είναι κατάλληλη για την πραγματοποίηση της επιθυμίας του και … να πατήσει το κουμπί. Οι διαφημίσεις των αρχών του 20ού αιώνα θυμίζουν έντονα την πολύ διαδεδομένη στις μέρες μας ρητορική περί του Internet of Things και των έξυπνων πόλεων. Οι ανάγκες των χρηστών θεωρούνται γνωστές, οι τεχνολογικές δυνατότητες δεδομένες, το μόνο που χρειάζεται είναι να σχεδιαστούν αυτοματισμοί που μέσω του κατάλληλου interface θα μπορούν να αλληλεπιδράσουν αποτελεσματικά με τους χρήστες. Από αυτή την άποψη, η σύλληψη της διεπαφής παίζει καθοριστικό ρόλο στον σχεδιασμό και τη λειτουργικότητα των τεχνολογικών διατάξεων. Συνεπώς, δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστούμε ότι το κουμπί έδωσε μορφή στην τεχνολογία του 20ού αιώνα. Ταυτόχρονα, όμως, έδωσε μορφή και στον χρήστη της τεχνολογίας: Δεν είμαστε εμείς που επινοήσαμε τα κουμπιά, αλλά αυτά που μας εκπαίδευσαν στη χρήση τους.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 110, στις 22 Μαΐου 2021.

Τεχνολογία

Η ΛΕΞΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ πάντα δήλωνε δύο διαφορετικά πράγματα. Τον λόγο περί τέχνης και την τέχνη του λόγου. Ασφαλώς, ο τρόπος με τον οποίο τη χρησιμοποιούμε σήμερα συνδέεται με την οργάνωση της βιομηχανικής παραγωγής στη διάρκεια του 19ου αιώνα. Έχει ενδιαφέρον, ωστόσο, ότι σε συγκεκριμένα διανοητικά περιβάλλοντα, η λέξη χρησιμοποιήθηκε και συνεχίζει να χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει τους κανόνες σχηματισμού των λέξεων (το «τεχνολογικόν») σε αντιδιαστολή προς τους κανόνες σχηματισμού των προτάσεων (το «συντακτικόν»). Επίσης, έχει ενδιαφέρον ότι σε ορισμένες γλώσσες, η εισαγωγή του όρου με τη σύγχρονη έννοια συνάντησε αντιστάσεις που έχουν να κάνουν με την πολιτισμική πρόσληψη της τεχνολογίας. Ο Γερμανός μηχανικός Franz Reuleaux, για παράδειγμα, πρότεινε τον όρο manganismus (από την ελληνική λέξη «μαγγανεία») ως καταλληλότερο για την περιγραφή των τεχνικών επινοήσεων που έχουν στόχο την κυριαρχία των εθνών επί της φύσης. Και στη Ρωσία των αρχών του 20ού αιώνα, ο όρος технология επικράτησε επί του όρου техника μόνο όταν έγινε σαφές ότι η δυνατότητα ελέγχου των μηχανών είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη δυνατότητα ελέγχου των υποκειμένων, δηλαδή με την κοινωνική εξουσία.

Παρ’ όλα αυτά, σήμερα είναι σαφές τι εννοούμε όταν λέμε τεχνολογία. Ή έτσι νομίζουμε, τουλάχιστον. Η τεχνολογία είναι το σύνολο των τεχνικών επινοήσεων που μεσολαβούν ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση προκειμένου να επιτρέψουν στον πρώτο να οικειοποιηθεί και να μετασχηματίσει τη δεύτερη προς όφελός του. Ασφαλώς, η αναφορά στην τεχνολογία περιλαμβάνει την οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας, καθώς και τις ανισότητες που γεννιούνται σ’ αυτό το επίπεδο. Η τεχνολογία δεν είναι ουδέτερη ούτε προς όφελος όλων. Είναι ταξική, έμφυλη και αποικιοκρατική. Υπό αυτή την έννοια, είναι μια διπλή διαμεσολάβηση: Είναι μια τεχνική διαμεσολάβηση ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση, διαμεσολαβημένη η ίδια από τις κοινωνικές σχέσεις ή, ακριβέστερα, από τις σχέσεις παραγωγής.

Όμως, μπορούμε στ’ αλήθεια να φανταστούμε (και πολύ περισσότερο να υλοποιήσουμε) μια αδιαμεσολάβητη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση; Η τεχνοφοβία συχνά μεταφράζεται σε νοσταλγία μιας ειδυλλιακής κατάστασης, στο πλαίσιο της οποίας οι δύο όροι της σχέσης ανάγονται στην αρχέγονη «φυσικότητά» τους. Στην πραγματικότητα, όμως, το ανθρώπινο υποκείμενο ποτέ δεν υπήρξε «έξω» από αυτή τη διαμεσολάβηση. Ποτέ δεν υπήρξε μια αυθεντική ανθρώπινη φύση, η οποία παραμορφώθηκε ή χειραγωγήθηκε από τα τεχνικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή του ανθρώπινου κόσμου. Αντιθέτως, η ανθρώπινη φύση υπήρξε πάντοτε αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας, η οποία παρήγαγε ταυτόχρονα τον άνθρωπο και τον κόσμο του. Το ότι η συγκεκριμένη διαδικασία διαμεσολαβείται από τις σχέσεις παραγωγής, επομένως, δεν υπαγορεύει την αντίσταση στην τεχνολογία· υπαγορεύει την ανάγκη ενεργητικής οικειοποίησης της τεχνολογίας από τα υποκείμενα που προσβλέπουν στον κοινωνικό μετασχηματισμό. Το διακύβευμα δεν αποτυπώνεται στην αντιδιαστολή «εμείς και η τεχνολογία», αλλά στην πολιτική και γνωστική κατάφαση «εμείς, η τεχνολογία».

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 108, στις 24 Απριλίου 2021.