Άνθρωποι και Μηχανές

Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ την τεχνητή νοημοσύνη έχει κατακλύσει τη δημόσια σφαίρα τα τελευταία χρόνια. Καθόλου παράξενο, δεδομένου ότι η διάδοση των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης έχει επηρεάσει τους περισσότερους τομείς του δημόσιου και ιδιωτικού βίου: Από τον τρόπο που γράφονται οι εργασίες στο πανεπιστήμιο μέχρι τον τρόπο που κατανοούμε τα αποτελέσματα των ιατρικών μας εξετάσεων· κι από τον τρόπο με τον οποίο δημοσιοποιούνται οι ειδήσεις των παγκόσμιων συρράξεων μέχρι τον τρόπο που αναδιοργανώνεται η εργασία στον όψιμο καπιταλισμό. Οι συζητήσεις έχουν στόχο να διερευνήσουν τη νέα κατάσταση και να φέρουν στο φως τους κινδύνους και τις προοπτικές που κρύβει η εμπλοκή της τεχνητής νοημοσύνης σε αυτούς τους μετασχηματισμούς. Όμως, όπως έχω σημειώσει και αλλού, αυτές οι συζητήσεις έχουν την τάση να μεταβαίνουν κατευθείαν στο αίτημα της ρύθμισης: Τι πρέπει να κάνουμε για να αποφύγουμε τις βλαβερές συνέπειες της τεχνητής νοημοσύνης; Πώς θα προλάβουμε ή, έστω, θα μετριάσουμε την απώλεια θέσεων εργασίας; Πώς θα αποφύγουμε τη χειραγώγηση της ατομικής και συλλογικής ζωής από τους αλγορίθμους; Πώς θα εξασφαλίσουμε τη διαφανή λειτουργία των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης και θα αποτρέψουμε την ψηφιακή ηγεμονία των εταιρειών υψηλής τεχνολογίας; Πώς θα χρησιμοποιήσουμε «επωφελώς» και «εποικοδομητικά» τις δυνατότητες αυτού του πανίσχυρου νέου τεχνολογικού μέσου; Το πρόβλημα με αυτή τη μεθόδευση της συζήτησης είναι ότι παίρνει πολλά πράγματα ως δεδομένα και τα ενσωματώνει απροβλημάτιστα σε έναν στοχασμό για το μέλλον. Αυτό συμβαίνει σε τρία επίπεδα.

Το πρώτο επίπεδο στο οποίο τα πράγματα λαμβάνονται ως δεδομένα είναι το κοινωνικό: Τι σημαίνει να προστατεύσουμε την εργασία από την έλευση της τεχνητής νοημοσύνης; Για ποια εργασία μιλάμε; Μήπως, στην πραγματικότητα, ήρθε η ώρα να σκεφτούμε την προοπτική μετασχηματισμού της μισθωτής εργασίας και άρα να εξετάσουμε τους τρόπους με τους οποίους η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε, πιθανώς, να συμβάλει σε αυτό το εγχείρημα; Τι σημαίνει να υπερασπιστούμε την ιδιωτικότητα; Πώς στοιχειοθετείται το ιδιοκτησιακό μας δικαίωμα επί των δεδομένων που παράγει η παρουσία μας στον κόσμο; Μήπως, στην πραγματικότητα, ήρθε η ώρα να αναθεωρήσουμε τον δυτικό ατομοκεντρισμό και άρα να οραματιστούμε τρόπους με τους οποίους η ψηφιακή συνθήκη θα μπορούσε να συμβάλει σε νέες μορφές επιμέλειας του εαυτού; Δεν είναι του παρόντος να συζητήσουμε αυτά τα θέματα, αλλά τέτοιοι είναι οι προβληματισμοί που θα έπρεπε να τίθενται στο κοινωνικό επίπεδο, όσον αφορά τους μετασχηματισμούς που ενεργοποιεί η ψηφιακή μετάβαση. Ή τουλάχιστον τέτοιοι είναι οι προβληματισμοί που θα έπρεπε να τίθενται και να εξετάζονται στο πλαίσιο μιας προσέγγισης που αντιπροσωπεύει την κριτική σκέψη.

Το δεύτερο επίπεδο στο οποίο τα πράγματα λαμβάνονται απροβλημάτιστα ως δεδομένα αφορά τις ίδιες τις ψηφιακές τεχνολογίες. Η δαιμονοποίηση της οθόνης, του διαδικτύου και των αλγορίθμων είναι το bread and butter των στοχαστών που προβληματίζονται δημόσια για τα δεινά του αλγοριθμικού πολιτισμού. Αν και η ψηφιακή συνθήκη έχει καταστήσει αυτά τα μέσα αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής ζωής, η κριτική σκέψη επιμένει να τα αντιμετωπίζει ως αποξενωτικές δυνάμεις, οι οποίες απειλούν να υποβαθμίσουν την ανθρώπινη εμπειρία και αυτοδιάθεση. Αυτή ήταν ανέκαθεν η στάση που υιοθετούσε τόσο ο δημόσιος στοχασμός όσο και η ουσιοκρατική φιλοσοφία της τεχνολογίας απέναντι στην Τεχνολογία (με κεφαλαίο τ). Τουτέστιν, απέναντι σε μια τεχνολογία που αδυνατούσαν να καταλάβουν και, ως εκ τούτου, την αντιμετώπιζαν συλλήβδην ως αλλότρια κοινωνική δύναμη. Μια (πολύ σοβαρή) συζήτηση που μένει να γίνει σε αυτό το επίπεδο, επομένως, αφορά τη φύση των τεχνικών αντικειμένων. Αν θέλουμε να μιλάμε για τις ψηφιακές τεχνολογίες (με μικρό τ και στον πληθυντικό), πρέπει να τις γνωρίσουμε. Και αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν κατανοήσουμε την πληροφοριακή διάσταση των ψηφιακών αντικειμένων και τους τρόπους με τους οποίους αυτά μοιράζονται τον κόσμο με άλλες οντότητες που διαθέτουν παρόμοια φύση – όπως ο άνθρωπος (Floridi 2011).

Η συζήτηση που θέλω να κάνω σε αυτό το σημείωμα, ωστόσο, τοποθετείται σε ένα επίπεδο που βρίσκεται ανάμεσα στα δύο προηγούμενα. Το επίπεδο αυτό αφορά τη σχέση του ανθρώπου με την τεχνολογία εν γένει και με τις ψηφιακές τεχνολογίες ειδικότερα. Η ιδέα που λαμβάνεται εδώ απροβλημάτιστα ως δεδομένη είναι ότι η τεχνολογία αποτελεί μια εξωτερικότητα, η οποία στέκεται απέναντι στον άνθρωπο, προσφέροντάς του το δέλεαρ μιας εύκολης ζωής, ενώ ταυτόχρονα υποκρύπτει σοβαρούς κινδύνους χειραγώγησης, εκφυλισμού ή αλλοτρίωσης. Γι’ αυτό κι εκείνος, ως έλλογο ον με ικανότητα εμπρόθετης δράσης (agency), καλείται να τη διαχειριστεί προκειμένου να τη θέσει στην υπηρεσία του πολιτισμού και της ευημερίας του (ως εάν οι δύο αυτές έννοιες να ήταν μονοσήμαντα ορισμένες). Πόσο ακριβές είναι αυτό και πώς επηρεάζει τη στάση μας απέναντι στις ψηφιακές τεχνολογίες και ειδικότερα απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα αρθρώνεται, κατά τη γνώμη μου, γύρω από τρεις άξονες.

Ο ΠΡΩΤΟΣ από αυτούς τους άξονες αφορά αυτό που το μακρινό 1987 οι Trevor Pinch και Wiebe Bijker ονόμασαν ερμηνευτική ευελιξία. Με μια δόση υπερβολής, θα μπορούσαμε να πούμε ότι καμιά τεχνολογία δεν παραδόθηκε ποτέ ολοκληρωμένη στους χρήστες της· και, αντίστροφα, ότι οι χρήστες ποτέ δεν είδαν τις τεχνολογίες όπως ακριβώς επιθυμούσαν να τις δουν οι κατασκευαστές τους. Η σχέση ανάμεσα στους χρήστες και τα τεχνουργήματα είναι μια ενεργητική σχέση οικειοποίησης και μετασχηματισμού. Το τεχνούργημα συχνά ανανοηματοδοτείται από τους χρήστες με τρόπους που υπερβαίνουν τις προθέσεις των κατασκευαστών του. Και σε πολλές περιπτώσεις αυτή η ανανοηματοδότηση επιστρέφει στο εργοστάσιο για να επιφέρει αλλαγές στη φυσική δομή του τεχνικού αντικειμένου, προκειμένου αυτό να προσελκύσει πιο αποτελεσματικά το καταναλωτικό ενδιαφέρον των μελλοντικών χρηστών. Η διαλεκτική αυτή δεν είναι εμφανής στα συνήθη βιομηχανικά τεχνουργήματα, αν και η μορφή που έχουν σήμερα οι περισσότερες συσκευές καθημερινής χρήσης, από το ποδήλατο μέχρι το πλυντήριο, είναι αποτέλεσμα μιας τέτοιας διάδρασης. Είναι, όμως, ιδιαίτερα εμφανής στις διαρκείς «αναβαθμίσεις» των λειτουργικών συστημάτων και του λογισμικού των ψηφιακών τεχνολογιών. Η αρχή always beta εκφράζει (μεταξύ άλλων) την αποδοχή εκ μέρους των κατασκευαστών της δυνατότητας διαρκούς ανανοηματοδότησης και, ως εκ τούτου, ανασχεδιασμού των ψηφιακών αντικειμένων.

Βεβαίως, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ερμηνευτική ευελιξία δεν σημαίνει ότι η σχέση μεταξύ κατασκευαστών και χρηστών είναι συμμετρική. Οι κατασκευαστές είναι αναμφίβολα αυτοί που θέτουν τους κανόνες του παιχνιδιού. Από την άλλη πλευρά, όμως, είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι κατά την αλληλεπίδραση των χρηστών με τις ψηφιακές τεχνολογίες υπάρχει ένα περιθώριο δράσης που μπορεί να αποδειχτεί καθοριστικό σε ό,τι αφορά όχι μόνο τη χρήση, αλλά και τον σχεδιασμό και τις μορφές κοινωνικής οικειοποίησης των τεχνικών αντικειμένων. Όπως σημειώνουν ο Tiziano Bonini και ο Emiliano Treré (2024), συγγραφείς του βιβλίου Αλγόριθμοι της Αντίστασης, οι ψηφιακές πλατφόρμες δεν είναι εδραιωμένοι συσχετισμοί δύναμης, αλλά πεδία (ταξικής) μάχης.

Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΞΟΝΑΣ γύρω από τον οποίο αρθρώνεται η απάντηση στο ερώτημα της σχέσης των ανθρώπων με την τεχνολογία αφορά τον ίδιο τον άνθρωπο. Η ιδέα της εξωτερικότητας της τεχνολογίας δηλώνει ότι άνθρωπος και τεχνολογία αποτελούν δύο οντολογικά ασύμβατα βασίλεια που συναντιούνται στο πεδίο της χρήσης. Αυτό, όμως, δεν συνέβη ποτέ: Πέρα από το ότι η τεχνικότητα, όπως σημειώνει ο Gilbert Simondon, είναι μια μετασχηματισμένη μορφή της ανθρωπινότητας, η ίδια η ανθρωπινότητα συγκροτείται μέσω της μακραίωνης συνύφανσης ανθρώπινου και τεχνικού. Σε ένα προηγούμενο σημείωμα έγραφα, αναφερόμενος στη μνημειώδη εναρκτήρια σκηνή της Οδύσσειας του Διαστήματος, ότι δεν είναι ο άνθρωπος που επινόησε το εργαλείο, αλλά το εργαλείο που επινόησε τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι άνθρωπος επειδή είναι περισσότερο από ανθρώπινος – επειδή είναι ο ίδιος μια τεχνική συναρμογή. Κι έτσι ήταν πάντα. Παρά το γεγονός ότι με την πάροδο του χρόνου έχουμε φυσικοποιήσει διάφορες κρίσιμες ανθρωποποιητικές τεχνολογίες, η αλήθεια είναι ότι σε όλη τη διάρκεια της Ιστορίας η ανθρωπινότητα χτίστηκε γύρω από τη συνύπαρξη του ανθρώπινου ζώου με διάφορα τεχνικά μέσα, τα οποία διεύρυναν τις αντιληπτικές και αναπαραστατικές του ικανότητες, καθώς και τις δυνατότητες ενεργητικής αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον του (Bryant 2014).

Η γλώσσα δεν είναι «ανθρώπινη ιδιότητα», αλλά τεχνολογία, η οποία μάλιστα χρησιμοποιεί ως όργανό της το ίδιο το ανθρώπινο σώμα. Η γραφή, με τη σειρά της, είναι η τεχνολογία η οποία επέτρεψε στον άνθρωπο να διευρύνει την ύπαρξή του αναθέτοντας σημαντικό μέρος των νοητικών του λειτουργιών (τη μνήμη, τον υπολογισμό και, στην πορεία, την ίδια τη σκέψη) σε έναν συνδυασμό τεχνικών μέσων και κοινωνικών θεσμών. Σε ό,τι αφορά τη γραφή, μάλιστα, έχει ενδιαφέρον ότι στις μέρες μας ακούγεται συχνά η «κριτική» ότι η έλευση της τεχνητής νοημοσύνης θα στερήσει από τους ανθρώπους την ικανότητα της σκέψης, επειδή θα την κάνουν «outsource» στα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα. Και αυτοί που ασκούν τη συγκεκριμένη κριτική δεν σκέφτονται ότι αυτό έχει συμβεί εδώ και πέντε χιλιάδες χρόνια, από την επινόηση της γραφής, κι ότι αυτό ακριβώς είναι που μας έκανε τους ανθρώπους που είμαστε σήμερα. Και όχι μόνο τότε, αλλά σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας του ο άνθρωπος ήταν περισσότερο από ανθρώπινος κι αυτό ήταν που τον έκανε άνθρωπο.

Βεβαίως, και εδώ είναι απολύτως σεβαστή η επιφύλαξη ότι η αναγνώριση της ανθρωποποιητικής λειτουργίας της τεχνολογίας δεν πρέπει να μας κάνει να παραβλέπουμε το γεγονός ότι η τεχνολογία είναι ένα πεδίο στο οποίο συγκρούονται ανταγωνιστικά κοινωνικά και οικονομικά συμφέροντα. Αντιθέτως, αυτό είναι ακριβώς το σημείο στο οποίο οφείλει να εστιάσει τη συζήτηση η κριτική σκέψη: Αν όντως οι τεχνολογίες έχουν ανθρωποποιητική λειτουργία, δεν υπάρχει κανένας λόγος να εκχωρήσουμε αυτή τη λειτουργία σε ένα κοινωνικοοικονομικό σύστημα που κινητοποιείται από την επιδίωξη της κερδοφορίας.

Ο ΤΡΙΤΟΣ ΑΞΟΝΑΣ γύρω από τον οποίο αρθρώνεται η απάντηση στο ερώτημα της σχέσης των ανθρώπων με την τεχνολογία αφορά συγκεκριμένα τη σχέση του ανθρώπου με τις μηχανές. Εδώ η συζήτηση είναι μεγάλη και δεν μπορεί να γίνει στο πλαίσιο αυτού του σημειώματος. Ωστόσο, έχει ενδιαφέρον να θυμηθούμε την έκκληση του γάλλου φιλοσόφου Gilbert Simondon (2022) για αναβάθμιση της θέσης των μηχανών στο πλαίσιο του ανθρώπινου πολιτισμού. Για τον Simondon, οι ρίζες τις ανθρώπινης αλλοτρίωσης βρίσκονται ακριβώς στο γεγονός ότι η εργαλειοποίηση των μηχανών αποκόπτει τον άνθρωπο από εκείνο το κομμάτι της ανθρωπινότητάς του που έχει ενσωματωθεί στις μηχανές ως τεχνικότητα (Πατηνιώτης 2025). Σε αυτή τη βάση, ο γάλλος φιλόσοφος καλεί στη δημιουργία μιας σχέσης κατανόησης και φροντίδας, η οποία θα καταστήσει τις μηχανές ισότιμα μέλη ενός ενιαίου ανθρώπινου πολιτισμού. Ο Simondon μιλούσε για τις θερμικές μηχανές και τις ηλεκτρονικές διατάξεις της εποχής του. Ένα πράγμα που άλλαξε στα σχεδόν εβδομήντα χρόνια που μεσολάβησαν από την εποχή που έγραψε την πραγματεία του Για τον τρόπο ύπαρξης των τεχνικών αντικειμένων είναι η μορφή της μηχανής και του τρόπου χρήσης της. Οι ψηφιακές μηχανές που εργάζονται όχι με τη μετατροπή της ενέργειας αλλά με την επεξεργασία της πληροφορίας, ιδιαίτερα στην αναπτυγμένη μορφή που έχουν πάρει στις μέρες μας, έχουν μια βασική διαφορά από την προηγούμενες γενιές μηχανών. Δεν τίθενται σε λειτουργία με το γύρισμα ενός διακόπτη ή το πάτημα ενός κουμπιού. Η διεπαφή μέσω της οποίας ο χρήστης θέτει σε λειτουργία και ελέγχει τη μηχανή είναι μια επιφάνεια μέσω της οποίας δίνει και παίρνει πληροφορίες, διατυπώνει και απαντά ερωτήσεις, αξιολογεί τις διαθέσιμες δυνατότητες δράσης και λαμβάνει αποφάσεις σε συνεργασία με την ίδια τη μηχανή: Για να κάνει τις ψηφιακές μηχανές να δουλέψουν, ο χρήστης χρειάζεται να επικοινωνήσει μαζί τους.

Η διαφορά δεν είναι τεχνικής, αλλά ανθρωπολογικής φύσης. Γιατί η συμμετοχή των μηχανών σε επικοινωνιακά ενεργήματα τις μετατρέπει σε υποκείμενα. Σύμφωνα με τον γερμανό κοινωνιολόγο Niklas Luhmann, το υποκείμενο δεν είναι η έκφραση μιας οντολογικά συμπαγούς υπόστασης που προϋπάρχει του επικοινωνιακού ενεργήματος, αλλά μια ενδεχομενική σημασιολογική κατασκευή που προκύπτει από την ίδια την επιτέλεση της επικοινωνίας. Η συζήτηση γύρω από τη συστημική θεωρία του Luhmann είναι μεγάλη και, προφανώς, δεν μπορεί να γίνει στο πλαίσιο αυτού του σημειώματος. Ωστόσο, είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε τη διάκριση ανάμεσα σε άτομα και υποκείμενα. Ο Luhmann υποστηρίζει ότι η ιδέα του υποκειμένου προέκυψε ιστορικά ως ένας τρόπος οργάνωσης της αυτοπεριγραφής της κοινωνίας. Ως εκ τούτου, σε αντίθεση με τα άτομα που διαθέτουν οντολογική αυτάρκεια και ιστορική συνέχεια (είναι «αυτοποιητικά συστήματα»), τα υποκείμενα υφίστανται μόνο στο πλαίσιο των επικοινωνιακών ενεργημάτων, ως τόποι συναρμογής και νοηματοδότησης επιτελεστικών πρακτικών όπως η βούληση, η ικανότητα εμπρόθετης δράσης, η ευθύνη και η δημιουργικότητα (Luhmann 1990). Κατά μία έννοια, δεν μπορούμε να μιλάμε για υποκείμενα, αλλά για διαρκείς υποκειμενοποιήσεις, οι οποίες διατρέχουν τον επικοινωνιακό ιστό της κοινωνίας.

Για πρώτη φορά στην ιστορία, άνθρωποι και μηχανές έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν ισότιμα (και όχι ως αφέντης και δούλος, όπως έγραφε ο Simondon) στις επικοινωνιακές αλληλεπιδράσεις της κοινωνίας. Ο άνθρωπος δεν ελέγχει, δεν ρυθμίζει δεν προστάζει τη μηχανή να εκτελέσει μια εργασία, αλλά συνδιαλέγεται με αυτή, προκειμένου να εκτελέσουν μαζί την εργασία. Και η μηχανή δεν περιορίζεται στον ρόλο του παθητικού εργαλείου, αλλά γίνεται και αυτή φορέας εμπρόθετης δράσης, δημιουργικότητας, φροντίδας και ευθύνης. Σε αυτό το πλαίσιο, η έκκληση του Simondon για ένταξη των μηχανών στον ανθρώπινο πολιτισμό δεν ικανοποιείται μόνο με την επανοικειοποίηση της ανθρωπινότητας που είναι ενσωματωμένη στις μηχανές, αλλά και με την αποδοχή της συμμετοχής των τελευταίων στις επικοινωνιακές αλληλεπιδράσεις ως ισότιμων υποκειμένων.

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ της τεχνολογίας προτείνει δύο αλλαγές προοπτικής, οι οποίες αναθεωρούν τις εδραιωμένες πεποιθήσεις περί της σχέσης ανθρώπων-μηχανών: Οι μηχανές ποτέ δεν ήταν μόνο μηχανές. Μέσω της ενεργητικής οικειοποίησης και ανανοηματοδότησής τους από τους ανθρώπους, πάντοτε έτειναν να υπερβούν τον αρχικό σχεδιασμό τους ενσωματώνοντας τις ερμηνείες και τις προσδοκίες των χρηστών τους. Και οι άνθρωποι ποτέ δεν ήταν μόνο άνθρωποι. Σε όλη της διάρκεια της ιστορίας τους, οργάνωναν τη σωματική τους δραστηριότητα και τις νοητικές τους λειτουργίες γύρω από ανθρωπομηχανικές συναρμογές, και αυτό ακριβώς ήταν που τους έκανε πραγματικά ανθρώπινους. Αυτή η διπλή οικειότητα ανθρώπων-μηχανών, παίρνει νέα μορφή στην εποχή των ψηφιακών τεχνολογιών και της τεχνητής νοημοσύνης – και εδώ βρίσκεται η τρίτη συμβολή της φιλοσοφίας της τεχνολογίας. Οι μηχανές, για πρώτη φορά στην ιστορία, συμμετέχουν ως ισότιμοι δρώντες στις επικοινωνιακές επιτελέσεις που πλαισιώνουν τις διαδικασίες παραγωγής γνώσης και λήψης αποφάσεων. Αυτή η διαδικασία υποκειμενοποίησης δεν μεταφέρει τις ψηφιακές τεχνολογίες από το βασίλειο των μηχανών στο βασίλειο των ανθρώπων. Τα δύο βασίλεια παραμένουν χωριστά· το πεδίο στο οποίο συναντιούνται, όμως, δεν είναι πλέον το πεδίο της χρήσης, αλλά το πεδίο της επικοινωνίας. Και αυτό δημιουργεί μια νέα πολιτισμική συνθήκη, στο πλαίσιο της οποίας το υποκείμενο παύει να ταυτίζεται αποκλειστικά με το ανθρώπινο υποκείμενο και η ικανότητα εμπρόθετης δράσης παύει να αποτελεί μοναδικό προνόμιο του ανθρώπου. Οι ιδιότητες που η δυτική νεοτερικότητα, στην ιστορική της διαδρομή, στέρησε από όλες τις μη ανθρώπινες οντότητες επιστρέφουν ως πρόκληση για τον ανθρώπινο πολιτισμό, μέσω των ίδιων των ανθρώπινων δημιουργημάτων. Γι’ αυτό και είναι αδύνατο να αγνοήσουμε τη συγκεκριμένη πρόκληση ή να την αντιμετωπίσουμε με έναν θεσμικά επιβαλλόμενο ακρωτηριασμό των δυνατοτήτων δράσης των ψηφιακών τεχνουργημάτων: γιατί κάτι τέτοιο θα μας επανέφερε στις σκοτεινές εποχές της ρατσιστικής βίας στις οποίες θεμελιώθηκε η δυτική νεοτερικότητα.

Αναφορές
Bonini, Tiziano και Treré, Emiliano (2024). Αλγόριθμοι της Αντίστασης: Η καθημερινή πάλη ενάντια στην εξουσία της πλατφόρμας, μτφρ. Ελένη Τσατσαρώνη, επιμ. Μανώλης Πατηνιώτης, Θεσσαλονίκη: Ροπή.
Bryant, Levi (2014). Towards a Post-Human Media Ecology. Στο Levi Bryant, Onto-Cartography: An Ontology of Machines and Media, 15-36. Εδιμβούργο: Edinburgh University Press.
Floridi, Luciano (2011). The Philosophy of Information. Οξφόρδη: Oxford University Press.
Luhmann, Niklas (1990). Essays on Self-Reference. Νέα Υόρκη: Columbia University Press.
Pinch, Trevor και Bijker, Wiebe (1987). The Social Construction of Facts and Artefacts. Στο W. Bijker, T. Hughes και T. Pinch (επιμ.), The Social Construction of Technological Systems, 17-50. Κέιμπριτζ, ΜΑ.: MIT Press.
Simondon, Gilbert (2022). Για τον τρόπο ύπαρξης των τεχνικών αντικειμένων. Αθήνα: Πλέθρον.
Πατηνιώτης, Μανώλης (2025). Ο άνθρωπος που αγάπησε τις μηχανές. Αυτόματον, 3(2): 133-139.

IMAGE CREDITS: Stuart Davis, Barber Shop Chord, 1931 | Fernand Léger, Élément mécanique, 1924 | Daniel Popper in Norton Arboretum.

Κώδικες

ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΟΤΙ ο άνθρωπος μοιάζει πολύ περισσότερο με τις μηχανές απ’ ό,τι τα ζώα. Αυτό φαίνεται από τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τον κόσμο και επικοινωνούν με αυτό που δεν είναι ο εαυτός τους. Οι άνθρωποι για να γνωρίσουν, να κατανοήσουν και να επικοινωνήσουν χρησιμοποιούν τη γλώσσα. Έναν πολύ ακριβή κώδικα, στο πλαίσιο του οποίου καθετί που υπάρχει στον κόσμο μετατρέπεται σε λέξεις. Σε λέξεις μετατρέπονται και οι προθέσεις, οι προτροπές, τα συναισθήματα. Με άλλα λόγια, οτιδήποτε αποτελεί αντικείμενο ενδιαφέροντος για τον άνθρωπο μετατρέπεται σε λέξεις. Κι οι λέξεις αυτές συναρθρώνονται με συγκεκριμένους τρόπους, οι οποίοι είναι επίσης φορείς μηνυμάτων. Ένας τρόπος συναρμογής κάποιων λέξεων μπορεί να δηλώνει κάτι και ένας διαφορετικός τρόπος συναρμογής των ίδιων λέξεων μπορεί να δηλώνει κάτι διαφορετικό.

Οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους, τον κόσμο και τους άλλους ανθρώπους μέσω αυτού του κώδικα. Για να υπάρξουν για τον εαυτό τους («να σκεφτούν»), να υπάρξουν με τους άλλους («να επικοινωνήσουν») και να υπάρξουν εντός του κόσμου («να γνωρίσουν» και «να ενεργήσουν») πρέπει να χρησιμοποιήσουν τον κώδικα της γλώσσας. Έναν κώδικα τον οποίο μαθαίνουν από πολύ νωρίς να χρησιμοποιούν και του οποίου τη γνώση πρέπει να διατηρούν και να βελτιώνουν σε όλη τους τη ζωή. Μάλιστα, η ανάγκη όλο και μεγαλύτερου ελέγχου της ζωής τους, έχει οδηγήσει τους ανθρώπους στην παραγωγή όλο και πιο εξειδικευμένων κωδίκων που αφορούν επιμέρους πλευρές του κοινού τους βίου: Δίκαιο, επιστήμη, πίστη κλπ. Οι άνθρωποι, στην ιστορική τους εξέλιξη, μοιάζουν όλο και περισσότερο με μηχανικά συστήματα, τα οποία επιδιώκουν να βελτιώσουν τη λειτουργικότητά τους μέσω της διαρκούς αναβάθμισης των συστημάτων κωδικοποίησης και μετάδοσης των πληροφοριών που αφορούν τις διάφορες όψεις της ζωής τους.

Τα ζώα δεν μπορούν να το κάνουν αυτό, ασφαλώς. Δεν έχουν γλώσσα, δεν έχουν έννοιες και οι ικανότητες κωδικοποίησης που διαθέτουν είναι στοιχειώδεις και στατικές. Θα πρέπει, ωστόσο, να παραδεχτούμε ότι έχουν επαρκή αντίληψη του κόσμου (σε πλείστες περιπτώσεις πολύ ακριβέστερη από εκείνη του ανθρώπου) και ικανότητες επικοινωνίας που κι αυτές συχνά υπερβαίνουν εκείνες του ανθρώπου (οι άνθρωποι ποτέ δεν θα φτάσουν τον συγχρονισμό ενός σμήνους πουλιών). Αναγνωρίζουν το περιβάλλον τους, υπακούν σε εντολές, ξεχωρίζουν τους φίλους από τους εχθρούς και είναι σε θέση να δημιουργούν σχέσεις εμπιστοσύνης. Παραδοσιακά, αυτές οι ικανότητες θεωρήθηκαν απόδειξη του γεγονότος ότι τα ζώα είναι (πολύ εξελιγμένα, ομολογουμένως) μηχανικά αυτόματα. Μόνο έτσι θα μπορούσαν να ενεργούν αποτελεσματικά όντα τα οποία δεν διαθέτουν αυτεπίγνωση, νοητικές λειτουργίες και ένα σχέδιο ζωής στον κόσμο. Αργότερα, αυτός ο αυτοματισμός ονομάστηκε ένστικτο, αλλά σήμαινε βασικά το ίδιο πράγμα. Αυτοματοποιημένες, γενετικά κωδικοποιημένες αποκρίσεις στα διάφορα είδη ερεθισμάτων. Αυτό ενέτασσε τα ζώα σε μια επίφαση ζωής, αλλά όχι στην αυθεντική πολυδιάστατη ζωή που αποτελούσε μοναδικό προνόμιο του ανθρώπου. Αν κάτι έφερνε κοντά τα δύο είδη ζωής, αυτό ήταν τα βιώματα στο βαθύ ζωικό επίπεδο της ύπαρξης: ο πόνος και η επιθυμία αποφυγής του, η ηδονή και η επιθυμία επίτευξής της. Πέραν αυτού, τα ζώα περιορίζονται στο επίπεδο του αυτοματισμού, ενώ οι άνθρωποι κρατούν για τον εαυτό τους το επίπεδο της ελευθερίας και της δημιουργικότητας.

Πώς αισθάνονται, όμως, τα ζώα τον κόσμο; Πώς επικοινωνούν μεταξύ τους και με τους ανθρώπους; Γιατί ειδικά το γεγονός ότι επικοινωνούν με προβλέψιμο τρόπο με την απρόβλεπτη («ελεύθερη») συμπεριφορά των ανθρώπων δηλώνει ότι επικοινωνούν με την πραγματική σημασία της λέξης: Λαμβάνουν και αποκωδικοποιούν μηνύματα και προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους ανάλογα με το περιεχόμενο αυτών των μηνυμάτων. Τα ζώα, πράγματι, δεν έχουν έννοιες και λέξεις ή, ακριβέστερα, σύμφωνα με τη θεωρία του umwelt του Jacob Uexküll, οι έννοιες που έχουν αντιστοιχούν σε έναν άλλο κόσμο από εκείνον που αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι σίγουρα δεν κάνουν προσπάθεια να γεφυρώσουν τους διαφορετικούς κόσμους. Ενεργούν με τον τρόπο που ξέρουν να ενεργούν: Δίνουν εντολές με τη γλώσσα, εκφράζουν τα συναισθήματά τους με τη γλώσσα, ορίζουν τις δυνατότητες δράσης και αλληλεπίδρασης με τη γλώσσα. Αυτά που γεφυρώνουν πραγματικά τους δύο κόσμους είναι τα ζώα. Τα ζώα δεν ακούν λέξεις, δεν καταλαβαίνουν νοήματα, δεν «βλέπουν» τα ίδια αντικείμενα που βλέπουν οι άνθρωποι. Ωστόσο, είναι σε θέση να συλλάβουν το ηχητικό κύμα που φτάνει σε αυτά και να εξαγάγουν την πληροφορία ή τη συγκινησιακή παρότρυνση που περιέχει, να διαβάσουν τη γλώσσα του σώματος μιας άλλης οντότητας πριν καν αυτή αρχίσει να εκφράζεται και να διακρίνουν τις διαθέσεις που τα αφορούν, να δουν το περιβάλλον μέσω των αντιληπτικών ικανοτήτων μιας άλλης μορφής ζωής και να καταλάβουν τι έχει πραγματικά σημασία γι’ αυτήν. Με λίγα λόγια, τα ζώα είναι σε θέση να συλλάβουν και να επεξεργαστούν την κυμαινόμενη, ασαφή, χονδροειδώς κωδικοποιημένη πληροφορία που εμφανίζεται στο περιβάλλον τους και να εξαγάγουν το affect, τη συγκινησιακή επίδραση που περιέχεται σε αυτή και είναι η μόνη μορφή που μπορεί να γεφυρώσει τους δύο κόσμους. Εδώ, επομένως, δεν μιλάμε για έναν μηχανικό αυτοματισμό, αλλά για μια αυθεντική «περιβαλλοντική ερμηνευτική». Οι ικανότητες που απαιτούνται για την επιτέλεση αυτής της λειτουργίας δεν περιορίζονται στη γνώση μιας βάσης (εννοιολογικών) δεδομένων και ενός κώδικα, αλλά περιλαμβάνουν επίσης την ενσυναίσθηση, τη συναισθηματική νοημοσύνη και την εποπτική αντίληψη του κόσμου ως ευμετάβλητου πεδίου δυνατοτήτων – ιδιότητες που στην περίπτωση του ανθρώπου έχουν περισταλεί αποφασιστικά, εξαιτίας της ηγεμονίας του λόγου.

Ο Friedrich Schlegel έγραφε ότι ο άνθρωπος είναι ένας τρόπος με τον οποίο ο κόσμος στοχάζεται δημιουργικά τον εαυτό του. Τα ζώα είναι, πιθανότατα, ένας άλλος. Και, μάλιστα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι πολλά αυτά που χάνουμε, στην γνώση και την εμπειρία, από το γεγονός ότι αδυνατούμε να μετάσχουμε αυτού του τρόπου.

Αναφορές
Φρήντριχ Σλέγκελ, Φιλοσοφικά Θραύσματα. Κριτική και αισθητική στον πρώιμο γερμανικό ρομαντισμό. Εισαγωγικό σημείωμα και μετάφραση Σπύρος Δοντάς. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2025, σελ. 216.

Image Credit: Giovanni Battista Bracelli, Bizzarie di varie figure, 1624.

Τα τρία Δ του ψηφιακού

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ Φιλοσοφία του Ψηφιακού. Μια εισαγωγή, που επιμελήθηκε η Γκόλφω Μαγγίνη, είναι ένα σπουδαίο εκδοτικό εγχείρημα. Αυτό δεν αποτελεί φιλοφρόνηση σε μια συνάδελφο που επί χρόνια ασχολείται παραγωγικά με τη φιλοσοφία της τεχνολογίας και έχει δώσει τη δυνατότητα σε πολλούς νέους ανθρώπους να έρθουν σε επαφή με το πεδίο. Αποτελεί έπαινο για μια πρωτοβουλία, η οποία (με τη βοήθεια πολλών από αυτούς τους νέους ανθρώπους) μετέφερε στην ελληνική γλώσσα μερικά από τα σημαντικότερα κείμενα γύρω από τη φιλοσοφία του ψηφιακού. Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία είναι εξαιρετικά σημαντική για δύο αλληλένδετους λόγους: Αφενός, επειδή –όπως συμβαίνει πάντοτε με τις μεταφράσεις σημαντικών («κλασικών») κειμένων– η γλώσσα υποδοχής εμπλουτίζεται με έννοιες και λέξεις που επιτρέπουν στους χρήστες της να σκεφτούν με νέους τρόπους, να διανοηθούν νέες πραγματικότητες και να οραματιστούν νέες προοπτικές. Η μετάφραση –ιδιαίτερα η μετάφραση κειμένων που σηματοδοτούν καίριες αλλαγές στον τρόπο πρόσληψης της πραγματικότητας– διευρύνει την εννοιολογική επικράτεια της γλώσσας υποδοχής και πυκνώνει το σημασιολογικό της περιεχόμενο: την καθιστά περισσότερο πολύσημη και πολυδύναμη. Αφετέρου, επειδή ο συλλογικός τόμος Φιλοσοφία του Ψηφιακού, όπως ακριβώς δηλώνει ο τίτλος του, περιλαμβάνει φιλοσοφικά κείμενα για το ψηφιακό. Η συζήτηση για τα ψηφιακά μέσα είναι στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας, αλλά, δυστυχώς, δεν πρόκειται για σοβαρή συζήτηση. Ακόμα και οι συζητήσεις που διεξάγονται σε πανεπιστημιακά περιβάλλοντα και σε ακαδημαϊκές εκδόσεις, πολύ δε περισσότερο εκείνες που έχουν κατακλύσει τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, έχουν χαρακτηριστικά ηθικού πανικού: Οι ψηφιακές τεχνολογίες είναι εδώ για να μας αποξενώσουν από τους εαυτούς μας κι από τους συνανθρώπους μας, για να υπονομεύσουν τη δημιουργικότητά μας, για να κλέψουν τις δουλειές μας και για να οδηγήσουν τα παιδιά μας στον όλεθρο του εθισμού. Σίγουρα κάποια βάση έχουν όλες αυτές οι συζητήσεις, επειδή ακριβώς δεν πρόκειται για τα ψηφιακά μέσα γενικώς, αλλά για τα ψηφιακά μέσα του καπιταλισμού. Όμως, η έμφαση σε μια a priori τεχνοφοβική και απορριπτική προσέγγιση μας στερεί τη δυνατότητα να κατανοήσουμε την πραγματική φύση του ψηφιακού. Και αυτό ακριβώς είναι που επιχειρεί να διορθώσει το συγκεκριμένο βιβλίο: Μεταφέροντας τη συζήτηση από τα πεδία της ηθικής και της νομικής ρύθμισης στο πεδίο της οντολογίας, μας βοηθά να αποκτήσουμε μια ουσιαστική κατανόηση της φύσης του ψηφιακού. Και, ενδεχομένως, να τοποθετήσουμε τη σχετική συζήτηση σε μια διαφορετική, πιο ενημερωμένη (informed) βάση.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να συνοψίσουμε τις θεματικές γύρω από τις οποίες αναπτύσσεται ο προβληματισμός του βιβλίου. Θα προτείνω έναν από αυτούς, που θεωρώ ότι αναδεικνύει με πιο ξεκάθαρο τρόπο τη φιλοσοφική διάσταση του όλου εγχειρήματος. Οι τρεις προβληματικές που διαπερνούν τον τόμο θα μπορούσαν να συνοψιστούν σε τρία Δ: Δυαδικότητα, Διακριτότητα και Δυνητικότητα.

Η δυαδικότητα αφορά την πληροφορία. Σύμφωνα με τον κλασικό ορισμό του Gregory Bateson, ένα bit, μια μονάδα πληροφορίας, «is a difference which makes a difference». Είναι, δηλαδή, μια δυαδικότητα που έχει ένα στοιχειώδες νόημα, υπό την έννοια ότι αποκλείει μία κατάσταση και επιτρέπει μία άλλη. Από τη συναρμογή τέτοιων δυαδικοτήτων μπορούν προοδευτικά να προκύψουν σύνθετες πληροφοριακές δομές. Ο Luciano Floridi το συνοψίζει αυτό στον επίσης κλασσικό ορισμό του: η πληροφορία είναι «δομημένα δεδομένα με νόημα». Η έννοια της πληροφορίας μορφοποιήθηκε στη διάρκεια του 20ού αιώνα και η ιστορία της έχει πολλές ομοιότητες με την ιστορία της έννοιας της ενέργειας, η οποία μορφοποιήθηκε έναν αιώνα νωρίτερα. Δύο ήταν οι βασικές εξελίξεις που οδήγησαν στη θεμελίωση της έννοιας της πληροφορίας. Αφενός, η δημοσίευση το 1948 του άρθρου του Claude Shannon για τη «Μαθηματική Θεωρία της Επικοινωνίας». Η δημοσίευση του συγκεκριμένου άρθρου σηματοδοτεί την τυποποίηση της έννοιας της πληροφορίας και των θεωρητικών νόμων που διέπουν τον μετασχηματισμό και τη μετάδοσή της. Αφετέρου, η δημιουργία των «αναλυτικών μηχανών», δηλαδή των υπολογιστών, που ήταν σε θέση να χειριστούν την πληροφορία: Να την αποθηκεύσουν, να την επεξεργαστούν, να τη μεταδώσουν και να κάνουν πράγματα με αυτή. Έναν αιώνα νωρίτερα, οι μαθηματικές επεξεργασίες των William Thomson και Rudolf Clausius και οι θερμικές μηχανές της βιομηχανικής επανάστασης είχαν κάνει κάτι ανάλογο για την ενέργεια: την έκαναν οντολογικά ορατή. Της έδωσαν υπόσταση και την κατέστησαν δομικό στοιχείο αυτού εδώ του κόσμου. Με παρόμοιο τρόπο, οι εργασίες των κυβερνητιστών προσέδωσαν στην πληροφορία οντολογικό καθεστώς. Σε αυτό το πλαίσιο, η πληροφορία δεν είναι αναπαράσταση, πληροφόρηση για κάτι που υπάρχει έξω από αυτή, αλλά είναι αυτή η ίδια μια θεμελιώδης (σύμφωνα με κάποιους η θεμελιώδης) οντότητα αυτού του κόσμου. Το πρώτο Δ, λοιπόν, έχει να κάνει με την πληροφορία και η πληροφορία έχει να κάνει με την οντολογία.

Το δεύτερο Δ αφορά τη διακριτότητα και πιο συγκεκριμένα τις μηχανές διακριτών καταστάσεων. Για να καταλάβουμε τι είναι μια μηχανή διακριτών καταστάσεων μπορούμε να φανταστούμε μια ακανόνιστη σκακιέρα που έχει έναν τυχαίο αριθμό μαύρων και άσπρων τετραγώνων. Τα άσπρα και μαύρα τετράγωνα σχηματίζουν μια διάταξη (configuration). Σε κάθε τικ, σε κάθε μονάδα του χρόνου (που δεν χρειάζεται, όμως, να είναι ο συμβατικός χρόνος) η διάταξη αυτή αλλάζει σύμφωνα με ένα σύνολο οδηγιών που έχουμε δώσει στη μηχανή. Αυτή είναι μια μηχανή διακριτών καταστάσεων, η οποία λόγω ακριβώς της φύσης της μπορεί, αφενός, να αναπαριστά πληροφοριακές δομές (κάθε τετράγωνο είναι ένα bit) και, αφετέρου, να τις μετασχηματίζει σύμφωνα με τους κανόνες που της έχουμε δώσει. Οι ψηφιακές μηχανές είναι μηχανές διακριτών καταστάσεων. Στην είσοδό τους τροφοδοτούνται με πληροφοριακές δομές και σύνολα κανόνων και στην έξοδό τους μας δίνουν τροποποιημένες πληροφοριακές δομές που αντιστοιχούν σε εναλλακτικές διατάξεις του πραγματικού. Οι ψηφιακές μηχανές δεν είναι μηχανές που θα κλέψουν την ψυχή μας, αλλά μηχανές που μας δίνουν πρόσβαση στην πληροφοριακή διάσταση της ύπαρξης. Μας επιτρέπουν να αντιλαμβανόμαστε, να κατανοούμε και να διαχειριζόμαστε την ύπαρξη στο οντολογικό επίπεδο της πληροφορίας. Το δεύτερο Δ, λοιπόν, έχει να κάνει με την ψηφιακότητα και η ψηφιακότητα έχει να κάνει με την τεχνολογία ως κοσμοποιητική διαδικασία.

Το τρίτο Δ αφορά τη δυνητικότητα. Η δυνητικότητα είναι μια παρεξηγημένη έννοια. Αναφέρεται στις αγγλικές λέξεις virtual και virtuality, οι οποίες απαντούν σε εκφράσεις όπως virtual reality, virtual identity κλπ. Στα ελληνικά, οι λέξεις αυτές αποδίδονται συνήθως ως «εικονικό» και «εικονικότητα». H απόδοση αυτή είναι εσφαλμένη, επειδή τις συνδέει με την έννοια της αναπαράστασης – και μάλιστα μιας φανταστικής ανασύνθεσης της πραγματικότητας: ό,τι είναι virtual δεν είναι πραγματικό. Στην πραγματικότητα, η δυνητικότητα είναι μια ενδιαφέρουσα φιλοσοφική έννοια με μακρά ιστορία, η οποία φτάνει μέχρι τον Αριστοτέλη. Στη φιλοσοφία του 20ού αιώνα, η συγκεκριμένη έννοια αξιοποιήθηκε κατά κύριο λόγο από τον Gilles Deleuze. Η δυνητικότητα αφορά ένα καθεστώς πραγματικότητας που προηγείται του ενεργεία υπαρκτού (actual), της πραγματοποιημένης πραγματικότητας. Το πεδίο του δυνητικού είναι ένα πεδίο οντοτήτων και εντάσεων από το οποίο είναι δυνατό να προκύψουν ένας αριθμός εναλλακτικών διευθετήσεων. Το ενεργεία υπαρκτό είναι μία από αυτές τις διευθετήσεις, μία από τις δυνατές λύσεις στο πεδίο των προβλημάτων που αποτελεί το δυνητικό. Υπό αυτή την έννοια, η δυνητική πραγματικότητα δεν αφορά τους κόσμους που μπορούμε να πλάσουμε με τη φαντασία μας και με τη βοήθεια του υπολογιστή, αλλά την καταβύθιση στο πληροφοριακό υπόβαθρο της υπάρχουσας πραγματικότητας. Γι’ αυτό είναι πιο σωστό να λέμε ότι το ψηφιακό δυνητικοποιεί την πραγματικότητα: Με την βοήθεια των ψηφιακών μέσων μπορούμε να μεταφερθούμε σε ένα οντολογικά πρότερο επίπεδο πραγματικότητας και να δούμε τις πληροφοριακές δομές και τις εντάσεις από τις οποίες προέκυψε η πραγματοποιημένη πραγματικότητα. Και με τη βοήθεια των ίδιων μέσων να εξετάσουμε τη δυνατότητα συναρμογής των πληροφοριακών αρθρωμάτων με εναλλακτικούς τρόπους, οι οποίοι θα υπερβαίνουν τους περιορισμούς του ενεργεία υπαρκτού, δηλαδή του καθεστώτος πραγματικότητας που μας παρουσιάζεται ως το μόνο δυνατό. Το τρίτο Δ, λοιπόν, έχει να κάνει με την ψηφιακή δυνητικότητα ως πεδίο πολιτικής δράσης. Με τη σημαντική υποσημείωση, βεβαίως, ότι η ψηφιακή δυνητικότητα ως τέτοια δεν είναι μια μηχανή παραγωγής ουτοπιών, αλλά ένας «χώρος δυνατοτήτων» (space of possibilities) – ένα πεδίο σύγκρουσης και διεκδίκησης εναλλακτικών διευθετήσεων του πραγματικού, ανάλογα με τις μορφές επιτελεστικότητας που θα αναπτύξουν σε αυτό οι δρώντες.

Οντολογία, τεχνολογία, πολιτική. Αυτοί είναι εντέλει οι τρεις άξονες γύρω από τους οποίους αναπτύσσεται το φιλόδοξο εκδοτικό εγχείρημα της Φιλοσοφίας του Ψηφιακού. Ο τόμος που επιμελήθηκε η Γκόλφω Μαγγίνη περιλαμβάνει 17 κείμενα, καθένα από τα οποία συνοδεύεται από ένα κείμενο πλαισίωσης που έχει στόχο να κατατοπίσει την αναγνώστρια ή τον αναγνώστη σχετικά με την προβληματική του συγγραφέα και το ρεύμα σκέψης στο οποίο αυτή εντάσσεται. Το βιβλίο δεν διαβάζεται απευθείας, from cover to cover όπως λένε: Είναι πολύ μεγάλο και πολύ ετερογενές για μια τέτοια προσέγγιση. Είναι, όμως, ένα πολύτιμο έργο αναφοράς, στο σώμα του οποίου κάθε αναγνώστης ή αναγνώστρια μπορούν να χαράξουν τις προσωπικές τους διαδρομές. Η σειρά με την οποία θα διαβαστούν τα κείμενα και οι τρόποι με τους οποίους θα συσχετιστούν μεταξύ τους θα παραγάγει διαφορετικές εκδοχές του ίδιου βιβλίου· διαφορετικά σημεία εστίασης και διαφορετικές θεωρητικές συνάφειες που θα αντικατοπτρίζουν τις διαφορετικές διανοητικές αναζητήσεις κάθε αναγνώστη ή αναγνώστριας. Σε όλες τις περιπτώσεις, όμως, το έργο θα διατηρεί το βασικό στοιχείο της ταυτότητάς του: Έναν ισχυρά φιλοσοφικό πυρήνα ο οποίος μας επιτρέπει να εστιάσουμε στα ουσιώδη ζητήματα του ψηφιακού μετασχηματισμού. Και αυτά τα ζητήματα, σε όλες τις περιπτώσεις, αφορούν την οντολογία, την τεχνολογία και την πολιτική – και με αυτή τη σειρά.

 Αναφορές
Γκόλφω Μαγγίνη (επιμ.), Φιλοσοφία του Ψηφιακού: Μια εισαγωγή, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2024.

IMAGE CREDIT: Henry Moore, Ideas for Metal Standing Figures, 1947–9.