Μάνα

Σε πολλά μαζικά διαδικτυακά παιχνίδια ρόλων υπάρχει μια ιδιότητα που ονομάζεται μάνα (mana). Οι παίκτες μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη μαγική δύναμη του μάνα για να κάνουν «ξόρκια», η επιρροή των οποίων υπερβαίνει τις δυνάμεις και τους πόρους που έχουν κανονικά στη διάθεσή τους. Όπως όλα τα πράγματα στα διαδικτυακά παιχνίδια, το μάνα είναι ποσοτικοποιημένο. Οι παίκτες για να διατηρήσουν την ικανότητά τους να κάνουν ξόρκια πρέπει διαρκώς να το αναπληρώνουν. Οι πιο συνηθισμένοι τρόποι αναπλήρωσης είναι μέσω της φυσικής αναγέννησής του, μέσω της απόκτησης ειδικών αντικειμένων και μέσω του διαμοιρασμού.

Το μάνα έλκει την καταγωγή του από το επιτραπέζιο παιχνίδι ρόλων Dungeons & Dragons. Από εκεί πέρασε σε ψηφιακά παιχνίδια όπως το World of Warcraft, το League of Legends και το Defense of the Ancients. Δεν γεννήθηκε όμως στον χώρο των παιχνιδιών, αλλά στον χώρο της ανθρωπολογίας. Η πρώτη αναφορά στο μάνα απαντά στο βιβλίο του ιεραπόστολου Robert Henry Codrington, το οποίο ήταν αφιερωμένο στον πολιτισμό της Μελανησίας και δημοσιεύτηκε το 1891. Έκτοτε υπήρξε μεγάλη συζήτηση μεταξύ των ανθρωπολόγων γύρω από τη συγκεκριμένη έννοια, αλλά και επέκταση της χρήσης της στις περισσότερες νησιωτικές κουλτούρες του Ειρηνικού. Η κοινή συναίνεση είναι ότι στις συγκεκριμένες κουλτούρες το μάνα αντιπροσωπεύει μια μορφή θεόσταλτης εξουσίας, η οποία επιτρέπει σε ένα υποκείμενο να αναλάβει ηγετικό ρόλο στην κοινότητα. Ωστόσο, η ακριβής σημασία του παραμένει υπό συζήτηση και η αντιστοίχισή του με κοινές λέξεις άλλων γλωσσών, όπως η λέξη «εξουσία», προβληματική.

Ο λόγος είναι ότι ο όρος μάνα αφενός είναι πολύσημος και αφετέρου αναφέρεται σε πολιτισμικές συνθήκες που διαφέρουν σημαντικά από το δυτικό πρότυπο. Μια πρόσφατη μελέτη για τις πολιτικές χρήσεις του όρου στην κουλτούρα της Χαβάης αναγνωρίζει τη σχέση του με την έννοια της εξουσίας, αλλά ταυτόχρονα επισημαίνει ότι η χρήση του είναι επιτελεστική και συλλογική: Οι θεοί έχουν μάνα επειδή υπάρχουν νοήμονα όντα που μπορούν να τους ακούσουν όταν μιλούν. Το μάνα είναι λόγος που γίνεται πράξη, αλλά μόνο επειδή μια κοινότητα έχει εκχωρήσει αυτή την εξουσία στον κάτοχό του.

Η ενσωμάτωση του μάνα στην κουλτούρα των διαδικτυακών παιχνιδιών δεν έχει μελετηθεί μέχρι τώρα. Είναι εμφανές, ωστόσο, ότι ο επιτελεστικός και συλλογικός χαρακτήρας της έννοιας διατηρείται και στο ψηφιακό πλαίσιο. Το μάνα δεν είναι δεδομένο ούτε αποτελεί μόνιμη ιδιότητα συγκεκριμένων χαρακτήρων του παιχνιδιού. Ο σημαντικότερος τρόπος αναπλήρωσής του είναι μέσω του διαμοιρασμού και κανένας παίκτης δεν διατηρεί το μάνα του χωρίς τη συναίνεση της ομάδας που του έχει εκχωρήσει προσωρινά το δικαίωμα να δρα καθ’ υπέρβαση των δυνάμεών του. Η εξουσία στον ψηφιακό κόσμο δεν επιτρέπεται να μαγεύεται από τον εαυτό της. Γιατί όταν συμβαίνει αυτό, το παιχνίδι καταρρέει υπό το βάρος της εγωπαθούς αυταρέσκειάς της. Όπως και στον πραγματικό κόσμο.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 55, στις 12 Ιανουαρίου 2019.

Ανθρωπόκαινος

Η ΓΕΩΛΟΓΙΑ είναι πρόσφατη επιστήμη. Αναδύθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα από τη μακρά και πολύμορφη παράδοση της Φυσικής Ιστορίας, που μελετούσε τα φαινόμενα της έμβιας και άβιας ύλης πάνω στη Γη. Η έγνοια που κινητοποίησε τον διαχωρισμό της Γεωλογίας από τη Φυσική Ιστορία αφορούσε την ηλικία της Γης. Οι χιλιαστικοί φόβοι για το τέλος της ανθρώπινης ιστορίας είχαν τροφοδοτήσει την ενασχόληση με το συγκεκριμένο θέμα επί δύο αιώνες τουλάχιστον. Ο ακριβής χρονικός προσδιορισμός της στιγμής της Δημιουργίας θα επέτρεπε στους ανθρώπους να γνωρίσουν με την ίδια ακρίβεια και τον χρόνο του τέλους, που σύμφωνα με μια διαδεδομένη εκείνη την εποχή άποψη θα ερχόταν 36.000 χρόνια αργότερα. Στα μέσα του 17ου αιώνα, ο James Ussher είχε προσδιορίσει τη στιγμή της Δημιουργίας στο 4.004 π.Χ. Πολύ γρήγορα, όμως, αυτός ο μετριοπαθής υπολογισμός χρειάστηκε να αναθεωρηθεί. Πρώτα για να ανέβει στα 70.000 χρόνια από τον Buffon και κατόπιν, με ενεργειακούς υπολογισμούς, στα 100.000.000 χρόνια.

Continue reading

Παράδοση

Η ΑΝΑΤΟΛΗ είναι γεμάτη ιστορίες. Χιλιοειπωμένες και χιλιάδες φορές παραλλαγμένες στα στόματα όσων «λένε τις ιστορίες που κρατάνε τον κόσμο ζωντανό». Γιατί ο κόσμος, εκτός από το να μένει ζωντανός, αλλάζει διαρκώς. Κι εμείς έχουμε πάντα τις ίδιες ιστορίες για ν’ αφηγούμαστε τη διατήρηση και την αλλαγή.

Ο γκούρου του άσραμ μαζεύει τους μαθητές του κάθε μέρα στις πέντε το απόγευμα. Είναι η ώρα που τους διδάσκει με τον λόγο, γιατί όλη την υπόλοιπη μέρα τους διδάσκει με το παράδειγμα και με τη σιωπηλή αποδοχή των λαθών τους. Είναι μια γλυκιά στιγμή, που όλα γαληνεύουν από τον ήρεμο τόνο της φωνής του. Όλα εκτός από τον γάτο. Ο γάτος εμφανίστηκε μια μέρα στο άσραμ, συγχρωτίστηκε με τους ανθρώπους σαν να ήταν πάντα εκεί και, όπως όλα δείχνουν, μαγεύτηκε από τον γκούρου. Κάθε απόγευμα, την ώρα που εκείνος άρχιζε να μιλά, ο γάτος άρχιζε να τρίβεται πάνω του και να ζητά χάδια. Ο μακροχρόνια εξάσκηση στον διαλογισμό σίγουρα βοήθησε τον γκούρου να διατηρήσει τη συγκέντρωσή του, αλλά κάποια στιγμή –άνθρωπος ήταν κι αυτός– απηύδησε. Ζήτησε, λοιπόν, από τους μαθητές του, να δένουν το ποδαράκι του γάτου πέντε λεπτά πριν αρχίσει την ομιλία του, σε ένα μικρό στήριγμα που τοποθετήθηκε γι’ αυτό τον σκοπό στον χώρο συγκέντρωσης. Όπως αποδείχτηκε, ο γάτος δεν είχε κανένα πρόβλημα. Καθόταν κι άκουγε μαγεμένος τον λόγο του γέροντα.

Τα χρόνια πέρασαν χωρίς ν’ αλλάξει τίποτα. Κάθε απόγευμα, στις πέντε παρά πέντε, ο γάτος δενόταν στη θέση του, ο γκούρου έκανε την ομιλία του και κατόπιν απελευθέρωνε ο ίδιος τον γάτο. Κάποια στιγμή ο γκούρου πέθανε. Ένας άξιος μαθητής του ανέλαβε να συνεχίσει το έργο του. Ο γάτος, που δεν έδειχνε διάθεση να συνοδέψει τον γκούρου στον κύκλο της ζωής και της μετενσάρκωσης, συνέχισε να περιφέρεται στο άσραμ. Δεν ρωτήθηκε αν ήθελε να παρακολουθήσει τις διαλέξεις του νέου δασκάλου. Απλώς, κάθε απόγευμα στις πέντε παρά πέντε δενόταν από το ποδαράκι στο γνωστό σημείο και άκουγε υπομονετικά τη διδασκαλία. Η αλήθεια είναι ότι είχε αρχίσει να έχει κάποιες κινητικές δυσκολίες οι οποίες παρερμηνεύθηκαν ως προσήλωση, κι έτσι οι νεαροί μαθητές που είχαν αναλάβει τώρα (εκ περιτροπής) την τέλεση της προσωρινής αιχμαλωσίας δεν αναρωτήθηκαν ποτέ για τις διαθέσεις του ηλικιωμένου ζώου.
Τα χρόνια πέρασαν τα πρόσωπα άλλαξαν πολλές φορές, αλλά οι απογευματινές συναντήσεις συνεχίζονταν, αποτυπώνοντας τις πνευματικές αναζητήσεις δασκάλων και μαθητών. Το ηλικιωμένο ζώο συνέχιζε να παρίσταται, αλλά κανείς δεν του έδινε πια σημασία. Ώσπου, ένα πρωί έφυγε γαλήνιο από τον κόσμο. Ο νέος γκούρου διέταξε αμέσως ν’ αγοράσουν έναν γάτο και κάθε απόγευμα στις πέντε παρά πέντε να τον δένουν από το ποδαράκι στο προκαθορισμένο σημείο…

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 51, στις 10 Νοεμβρίου 2018