Φόβος

Φιλοσοφία και φύση
Όταν ο θηρευτής κυνηγά τη λεία του, τι αισθάνεται η λεία; Η απάντηση είναι προφανής: Αισθάνεται ότι κινδυνεύει η ζωή της και κάνει ότι μπορεί για να μη συλληφθεί από το ζώο που την επιβουλεύεται: κρύβεται, μεταμφιέζεται, τρέχει, υποκρίνεται ότι είναι ήδη νεκρή… Ενεργεί, με άλλα λόγια, όπως της υπαγορεύει αυτό που ονομάζουμε «ένστικτο της επιβίωσης». Αυτή η απολύτως τετριμμένη περιγραφή, ωστόσο, κρύβει ορισμένες παραδοχές που είναι ιδιαίτερα συζητήσιμες. Αν η λεία – ο λαγός, η κατσαρίδα, η πέστροφα– τρέχει για να σώσει τη ζωή της, αυτό σημαίνει, πρώτα απ’ όλα, ότι γνωρίζει πως έχει ζωή. Επίσης, ότι γνωρίζει πως αυτό που την απειλεί είναι το τέλος της ζωής. Άρα γνωρίζει και τι είναι τέλος – το μη αναστρέψιμο αποτέλεσμα της βίας που θα ασκηθεί επάνω της. Επίσης, γνωρίζει ότι αυτό είναι κακό ή, εν πάση περιπτώσει, ότι δεν είναι επιθυμητό. Άρα, είναι σε θέση να κάνει επιλογές για τη ζωή της με βάση το τι είναι επιθυμητό και τι όχι. Μπορούμε να πάμε ακόμα βαθύτερα, αν θέλουμε. Η λεία έχει αίσθηση της ατομικότητάς της: Γνωρίζει ότι είναι κάτι διαφορετικό από τον θηρευτή και ότι το συμφέρον της συνίσταται στην ενεργητική διατήρηση αυτής της διαφορετικότητας και όχι στην παραίτηση και την υποταγή της στις ανάγκες του θηρευτή.

Είναι μάλλον απίθανο να συμβαίνει κάτι από τα παραπάνω. Όχι επειδή τα ζώα και τα φυτά είναι κατώτερες μορφές ζωής (τα περισσότερα από αυτά βρίσκονται πολύ περισσότερο χρόνο από εμάς στον πλανήτη κι αυτό θα πρέπει να μας κάνει ιδιαίτερα προσεκτικούς στη διατύπωση τέτοιων ισχυρισμών), αλλά επειδή είναι πολύ ανθρωπομορφικά για να είναι αληθινά. Στο κάτω κάτω, δεν περιστρέφεται όλος ο κόσμος γύρω από τις αξίες και τις νοητικές παραστάσεις του είδους στο οποίο τυχαίνει να ανήκουμε! Θα πρέπει να συμβαίνει κάτι άλλο, πιο στοχειώδες. Αυτό που προσπαθεί να αποφύγει η λεία είναι ο πόνος. Γνωρίζει ότι όταν θα νιώσει τα δόντια του θηρευτή να σκίζουν τις σάρκες της ή το βάρος του σώματός του να τη συνθλίβει ή την παρατεταμένη επιθανάτια αγωνία της ασφυξίας να στραγγίζει τη ζωτική της δύναμη θα υποστεί ένα εφιαλτικό μαρτύριο. Πώς το γνωρίζει, όμως, αυτό αφού δεν το έχει υποστεί στο παρελθόν; Η απάντηση είναι απλή: Επαγωγικά. Γνωρίζοντας τι είναι ο πόνος και έχοντας μια αδρή έστω εικόνα της κλίμακας του πόνου, μπορεί να συμπεράνει ότι αυτό που την απειλεί είναι η κορύφωση ενός δυσάρεστου αισθήματος. Άρα, η λεία είναι ικανή για επαγωγικό συλλογισμό και μάλιστα με ποσοτικά χαρακτηριστικά, εφόσον η φρενήρης προσπάθειά της να αποφύγει τον θηρευτή δείχνει ότι προβάλλει στο μέλλον μια τιμή ανώτερη από αυτές που έχει γνωρίσει στο παρελθόν. Ομολογώ ότι δεν είμαι πεισμένος σε τέτοιο βαθμό για την οικουμενικότητα του επαγωγικού συλλογισμού ώστε να δεχτώ αβασάνιστα τη συγκεκριμένη εξήγηση. Στο κάτω κάτω, αν ίσχυε κάτι τέτοιο ίσως θα έπρεπε να βάλουμε τον Hume να συζητήσει με μια πέστροφα για να του εξηγήσει πώς να χειριστεί το πρόβλημα της επαγωγής.

Θα μπορούσε, βεβαίως, να ισχυριστεί κάποιος ότι αυτό που εκφράζεται μέσω της συμπεριφοράς του ζώου που προσπαθεί να αποφύγει τον θηρευτή του είναι η ανάγκη επιβίωσης του είδους. Το άτομο φιλτράρει τη συμπεριφορά και τις στρατηγικές επιβίωσης του είδους. Αυτό, όμως, δεν κάνει τα πράγματα λίγο περισσότερο δυσεξήγητα: Τι είναι το είδος για να έχει συμπεριφορά και στρατηγικές επιβίωσης; Έχει το είδος μνήμη, βούληση και ενεργητικότητα; Έχει την ικανότητα να κάνει σχέδια και να ενεργεί με ευφυΐα; Για να πω την αλήθεια, προσωπικά θεωρώ πιθανότερο οι συγκεκριμένες «ποιότητες» να αποτελούν χαρακτηριστικά του είδους παρά των ατόμων – και σε αυτό συμπεριλαμβάνω και τον άνθρωπο. Ωστόσο, αυτό δεν μας βοηθά να καταλάβουμε τη συμπεριφορά του συγκεκριμένου ζώου που προσπαθεί ενεργητικά να αποφύγει τον θηρευτή του – απλώς μετατοπίζει το θέμα της συζήτησης. Το ερώτημα είναι, τι αισθάνεται το άτομο που βρίσκεται στη συγκεκριμένη κατάσταση; Τι το κινητοποιεί, τι το κάνει να ενεργήσει με τον τρόπο που ενεργεί;

Η παραγωγικότητα του φόβου
Η μόνη απάντηση που μπορώ να σκεφτώ είναι ο φόβος. Ο γνήσιος, αρχέγονος φόβος. Το ζώο δεν κάνει επαγωγικούς συλλογισμούς, δεν στοχάζεται την αξία της ζωής και το μη αναστρέψιμο του θανάτου. Το ζώο φοβάται. Ο φόβος ενεργοποιείται από οπτικά σήματα, μυρωδιές, ανεπαίσθητα απτικά ερεθίσματα, υπόκωφους ήχους και απειλητικές σιωπές. Και ναι, είναι μια εξελικτικά αποκτημένη ικανότητα. Είναι η ικανότητα του σώματος να αναπαριστά μια συγκεκριμένη διάταξη του περιβάλλοντός του μέσω μιας αντίστοιχης διάταξης της νευροφυσιολογικής δομής του, η οποία υπαγορεύει όλη εκείνη τη σειρά των ενεργειών που συνιστούν την αντίδραση της αποφυγής. Ο φόβος δεν είναι «φόβος για τη ζωή», είναι προϋπόθεση της ζωής. Στο ανθρώπινο μυαλό ο φόβος έχει μετατραπεί σε συλλογισμό και έχει συνδεθεί με αξίες και προτεραιότητες. Στην πραγματικότητα, όμως, ο φόβος είναι μια αρχέγονη ιδιότητα των έμβιων συστημάτων, η οποία συνέβαλε στην ανάδυση της ζωής όπως τη γνωρίζουμε. Κατά μία έννοια, ο φόβος προϋπάρχει της ζωής.

Δεν είναι, ασφαλώς, όλες οι μορφές και όλες οι εκδηλώσεις τους φόβου ίδιες. Τα φυσικά και πολιτισμικά συστήματα έχουν ιστορία, διανύουν συγκεκριμένες διαδρομές στον χρόνο, στη διάρκεια των οποίων ο αρχέγονος φόβος αφομοιώνεται, τοπικοποιείται και μετατρέπεται σε λειτουργία κάθε επιμέρους συστήματος. Ακόμα και σε αυτό το επίπεδο, όμως, ο φόβος έχει ένα είδος καθολικότητας, εφόσον συμβάλλει στη διαμόρφωση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάθε συστήματος. Η φυσιογνωμία ενός φυσικού συστήματος καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το τι φοβούνται οι ζωντανοί οργανισμοί που συμμετέχουν σε αυτό. Καθορίζεται, με άλλα λόγια, από την πολιτική οικονομία του φόβου. Η οικολογική ισορροπία, αλλά και οι επιμέρους τοπικές ανισορροπίες που συχνά αποτελούν τμήματα ευρύτερων ισορροπιών, δεν είναι αποτέλεσμα της προσπάθειας των οργανισμών «να διατηρηθούν στη ζωή» –τι ιδέα κι αυτή!–, αλλά των σύνθετων στρατηγικών που αναπτύσσουν για ν’ αποφύγουν όσα τους προξενούν φόβο. Αν η κατανομή των πόρων αποτελεί την προϋπόθεση ύπαρξης των φυσικών συστημάτων, η κατανομή του φόβου ορίζει τους ιδιαίτερους τρόπους με τους οποίους η δυνατότητα αυτή υλοποιείται.

Το φαινόμενο αυτό είναι, ασφαλώς, πιο ορατό στα πολιτισμικά συστήματα. Το πώς ο αρχέγονος φόβος αφομοιώνεται και μετασχηματίζεται από τον ανθρώπινο πολιτισμό είναι μεγάλη συζήτηση, η οποία δεν μπορεί να γίνει εδώ. Σίγουρα, όμως, ο φόβος που βιώνουμε ως άνθρωποι σπάνια είναι αποτέλεσμα της άμεσης αντίδρασής μας σε μια ορισμένη διευθέτηση του φυσικού περιβάλλοντός μας. Συνήθως είναι αποτέλεσμα μιας σειράς λογικών και συναισθηματικών συσχετίσεων, οι οποίες υπαγορεύονται από ένα σύνθετο πλέγμα πολιτισμικών τεχνολογιών που ανέπτυξαν οι άνθρωποι στη διάρκεια της Ιστορίας τους. Εξουσία είναι, ακριβώς, η τέχνη διαχείρισης του φόβου των ανθρώπων για την επίτευξη ενός επιθυμητού σκοπού. Η εξουσία δεν παράγει η ίδια τον φόβο, αλλά τον χρησιμοποιεί ως φυσικό πόρο που, μέσω της κατάλληλης διαμόρφωσης, της επιτρέπει να αναπτύσσει συγκεκριμένες πολιτικές πειθάρχησης και ελέγχου.

Κοινωνίες του ελέγχου
Ο φόβος είναι αυτό που έκλεισε στα σπίτια τους επτά δισεκατομμύρια ανθρώπους στη διάρκεια της πρόσφατης πανδημίας. Ο εύλογος φόβος, θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος, δεδομένης της επιθετικότητας του SARS-COV-2. Ωστόσο, εδώ υπάρχει ένα παράδοξο. Ενώ η εκδήλωση της νόσου ήταν τοπική, ο φόβος ήταν οικουμενικός. Τα επιδημικά φαινόμενα εκδηλώθηκαν αποκλειστικά σε τοπικό επίπεδο, αναδεικνύοντας, μάλιστα, συγκεκριμένες αδυναμίες του δημόσιου βίου κάθε τοπικότητας – την απουσία δημόσιου συστήματος υγείας στις ΗΠΑ, τους χαλαρούς υγειονομικούς κανόνες στις αγορές τροφίμων της Κίνας, την ιδιωτικοποίηση και τον «εξορθολογισμό της λειτουργίας» των γηροκομείων στην Ισπανία, τη διάρρηξη του κοινωνικού ιστού στις επιθετικά νεοφιλελεύθερες οικονομίες της Δυτικής Ευρώπης κ.λπ. Παρ’ όλα αυτά, η συμμόρφωση στα μέτρα που ελήφθησαν για την πρόληψη της διασποράς του SARS-COV-2 δεν αφορούσε μόνο τις περιοχές όπου εκδηλώθηκαν τα επιδημικά φαινόμενα, ήταν οικουμενική. Άρα, αυτό που προκάλεσε τον φόβο ήταν κάτι διαφορετικό από την εκδήλωση της ίδιας της βιολογικής απειλής. Ο φόβος, στην προκειμένη περίπτωση, δεν ήταν αντίδραση σε μια κατάσταση, αλλά σε μια πληροφορία. Έχει ίσως ενδιαφέρον να θυμηθούμε ότι ένα από τα θεμελιώδη προβλήματα που πραγματεύεται ο Claude Shannon στο μνημειώδες άρθρο του για τη Μαθηματική Θεωρία της Επικοινωνίας (1948) είναι με ποιον τρόπο η πληροφορία που μεταφέρει ένα σήμα θα κάνει τον παραλήπτη του να αναπτύξει τη συμπεριφορά που επιθυμεί ο αποστολέας του σήματος.

Αυτό που ζήσαμε στη διάρκεια της πανδημίας ήταν ένας ριζικός μετασχηματισμός της έννοιας του φόβου. Ο φόβος αποτέλεσε ανέκαθεν το μέσο για τη θεμελίωση και τη διατήρηση συγκεκριμένων δομών εξουσίας. Αυτός ο εργαλειοποιημένος φόβος, όμως, πάντα παρέπεμπε στον αρχέγονο φόβο, εκείνον που αποτελεί συνθήκη δυνατότητας της ίδιας της ζωής. Είχε απτό εμπειρικό περιεχόμενο και αντλούσε τη δύναμή του από τη σαφήνεια και την αμεσότητα με την οποία εκδηλωνόταν η απειλή. Ο φόβος που ζήσαμε και, εν πολλοίς συνεχίζουμε να ζούμε, με αφορμή την εμφάνιση του SARS-COV-2 είναι ένας φόβος διαφορετικός. Δεν προέρχεται από τη διαπίστωση ενός «κινδύνου» στο φυσικό μας περιβάλλον – από τη διευθέτηση του φυσικού μας περιβάλλοντος κατά τρόπον ώστε να ενεργοποιεί αντιδράσεις αποφυγής εκ μέρους μας– αλλά από τη συμμετοχή μας σε ένα παγκόσμιο δίκτυο πληροφοριών, στο οποίο διακινούνται μηνύματα που έχουν στόχο την «κατάλληλη» διαμόρφωση της συμπεριφοράς μας. Είναι ένας φόβος ψηφιακός και, στον βαθμό που η διαβίβαση του μηνύματος πραγματοποιείται επιτυχώς, είναι ο ίδιος φόβος για όλους.

Τι σηματοδοτεί αυτή η αλλαγή; Χρησιμοποιώντας τη γλώσσα του Deleuze, θα μπορούσαμε να πούμε ότι σηματοδοτεί τη μετάβαση από τις «κοινωνίες της πειθαρχίας» στις «κοινωνίες του ελέγχου». Η αμεσότητα και η επιτελεστικότητα του φόβου στις κοινωνίες της πειθαρχίας παραχωρεί τη θέση της στην πανταχού παρουσία και τη διεισδυτικότητα του φόβου στις κοινωνίες του ελέγχου. «Βρισκόμαστε μέσα σε κάτι που ξεκινά», σημείωνε προφητικά ο Deleuze το 1992:

Στο σύστημα των φυλακών: η απόπειρα να ανευρεθούν ποινές «υποκατάστασης», τουλάχιστον για ελάσσονα αδικήματα και η χρήση ηλεκτρονικού βραχιολιού που αναγκάζει το καταδικασμένο άτομο να μένει υπό περιορισμό για συγκεκριμένες ώρες της ημέρας. Για το εκπαιδευτικό σύστημα: συνεχείς μορφές ελέγχου και η επίδραση στο σχολείο της διά βίου εκπαίδευσης, η συνακόλουθη εγκατάλειψη κάθε είδους πανεπιστημιακής έρευνας, η εισαγωγή των «επιχειρήσεων» σε κάθε επίπεδο της εκπαίδευσης. Για το νοσοκομειακό σύστημα: η νέα ιατρική που «χωρίς γιατρούς και ασθενείς» μπορεί και ξεχωρίζει μελλοντικούς αρρώστους και υποκείμενα σε καθεστώς διακινδύνευσης· δεν αποτυπώνει κατά κανένα τρόπο την εξατομίκευση –όπως ισχυρίζονται– αλλά την υποκατάσταση του ατομικού ή αριθμημένου σώματος με τα ψηφία ενός «τετμημένου» υλικού που υπόκειται στο καθεστώς του ελέγχου.

Αυτή η μετάβαση σηματοδοτεί την ανάδυση μιας νέας μορφής «υποκειμενικότητας». Το δίπολο μάζα-ατομικότητα που χαρακτήριζε προγενέστερες μορφές κοινωνικής οργάνωσης (τις κοινωνίες της κυριαρχίας και τις κοινωνίες της πειθαρχίας) φτάνει στο ιστορικό του όριο. Η συμπεριφορά παύει να είναι η ατομική επιτέλεση στο πλαίσιο διακριτών διϋποκειμενικών επικοινωνιακών ενεργημάτων και εκδηλώνεται ως απόκριση σε διαμοιραζόμενες αξίες που διακινούνται στο συνεχές του δικτύου. «Τα άτομα (individuels) γίνονται “τετμημένα” (dividuels) και οι μάζες δείγματα, δεδομένα, αγορές ή “τράπεζες”. … Ο πειθαρχημένος άνθρωπος ήταν ένας ασυνεχής παραγωγός ενέργειας. Ο άνθρωπος του ελέγχου είναι ένας κυματισμός σε τροχιά, μια συνεχής δέσμη.»

Ο φόβος πάντα ήταν παραγωγικός. Όπως έχω ήδη σημειώσει, είναι ένα είδος μορφολογικού κατοπτρισμού που προϋπήρχε της ζωής και συνέβαλε στην ανάδυσή της. Ωστόσο, η ζωή που παίρνει μορφή χάρη στην ενεργητικότητα που κινητοποιεί ο φόβος προσπαθεί πάντα να απομακρυνθεί από αυτόν. Προσπαθεί να είναι μια ζωή χωρίς φόβο – και όχι χωρίς πόνο, όπως συχνά λέγεται. Γι’ αυτό και οι τεχνολογίες του φόβου που αναπτύσσονται στη διάρκεια της Ιστορίας ορίζουν πάντα μετασταθείς καταστάσεις. Καταστάσεις ισορροπίας, δηλαδή, που μπορούν να απορροφήσουν σημαντικές διακυμάνσεις και να διασφαλίσουν μια σχετική σταθερότητα της κοινωνικής οργάνωσης, αλλά δεν μπορούν να αντισταθούν στη μακροχρόνια συσσώρευση της έντασης που προκαλείται από την εργαλειοποίηση του φόβου. Η μετάβαση στις κοινωνίες του ελέγχου δίνει μορφή σε μια νέα σχέση με τον φόβο. Ο φόβος γίνεται συστατικό της θεμελιώδους κατάστασης του ατόμου. Δεν αποτελεί πλέον εξωτερικότητα, αλλά καταστατικό στοιχείο της ύπαρξής του μέσα στο δίκτυο ως «συνεχούς δέσμης» και «κυματισμού σε τροχιά». Υπό αυτή την έννοια, η μεταστάθεια παραχωρεί τη θέση της όχι στην ευστάθεια, αλλά στη σταθερότητα μιας ροής που εποπτεύεται από μηχανισμούς ελέγχου και ανατροφοδότησης. Ωστόσο, και με αυτή τη μορφή ο φόβος παραμένει παραγωγικός. Η παρουσία του μπορεί να λειτουργήσει ως η δύναμη που επιτρέπει στο τετμημένο άτομο να βιώσει, με αρνητικό τρόπο, την ενότητά του και, εκκινώντας από αυτή, να εξερευνήσει την προοπτική επανεπινόησης του εαυτού στην επικράτεια του δυνητικού. Αυτή η νέα συνθήκη απαιτεί, ασφαλώς, νέες δεξιότητες και νέες πολιτικές. Ωστόσο, «δεν είναι ανάγκη να φοβόμαστε ή να ελπίζουμε, μόνο να αναζητήσουμε νέα όπλα.»

Σημ. Η μετάφραση των αποσπασμάτων από το «Υστερόγραφο για τις κοινωνίες του ελέγχου» είναι του Χρήστου Κρυστάλλη.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 90, στις 11 Ιουλίου 2020.

image credit: Frieder Nake, Polygon drawings, 1965 | Henry Moore, Square Form Lyre Birds, 1936, 1942, 1972 | Giorgio de Chirico, Le maschere, 1973.

Εξορία

ΤΟ ΣΩΜΑ είναι ισχυρό. Το σώμα είναι ευάλωτο. Πώς γίνεται να είναι και τα δύο; Γίνεται, επειδή το σώμα είναι εκτεθειμένο. Επειδή ζει στο βασίλειο της υλικότητας και μοιράζεται τον κόσμο με ένα τεράστιο πλήθος μορφών – ενεργών παραγόντων– που είναι σε θέση να επηρεάσουν τη σύσταση και τη λειτουργία του. Το ανθρώπινο σώμα κατοικεί στο βασίλειο της ύλης και της ενδεχομενικότητας, όπου η ζωή είναι ένας γρίφος που λύνεται μέρα με τη μέρα, στιγμή με τη στιγμή. Κάθε λάθος απόφασή του, κάθε αδυναμία του να ανταποκριθεί στις προκλήσεις του κόσμου απειλεί να οδηγήσει στην κατάλυση της οργάνωσής του και στην απορρόφησή του από την αρχέγονη πολλαπλότητα. Το σώμα παραμένει ουσιωδώς πρωτόγονο.

Δεν ισχύει το ίδιο για το πνεύμα. Το πνεύμα δεν κατοικεί στο βασίλειο της ύλης· συμμετέχει στη βασιλεία του Θεού. Και αν όχι σ’ αυτή, τουλάχιστον στον κατασκευασμένο από τους ανθρώπους, αλλά εξίσου ευγενή και οριοθετημένο πολιτισμό. Όχι ότι αυτό το βασίλειο είναι απαλλαγμένο από την ενδεχομενικότητα και τον κίνδυνο της εκτροπής. Η ανθρώπινη επιθυμία πάντα βρίσκει τρόπους να ψηλαφεί τα όρια του επιτρεπτού και να ερωτοτροπεί με την πρόκληση της υπέρβασης. Όμως, το βασίλειο του πνεύματος είναι και η επικράτεια του ελέγχου: των εντολών, του δέοντος, του νόμου, της ηθικής συμμόρφωσης, της ιδεολογικής χειραγώγησης, της πολιτισμικής προσαρμογής. Είναι η επικράτεια όπου η ενδεχομενικότητα επιτηρείται από τους κανόνες που έχει θεσπίσει ο ανθρώπινος πολιτισμός.

Και αν το πνεύμα παραβεί τους κανόνες, τότε τιμωρείται… το σώμα. Το ίδιο το πνεύμα δεν μπορεί να τιμωρηθεί. Το πεδίο της τιμωρίας είναι αποκλειστικά το σώμα.

Η πανδημία των ημερών μας δοκιμάζει αυτή τη διάκριση, υπονομεύοντας την εδραιωμένη ιεραρχία και αντιστρέφοντας τη διαδικασία της τιμωρίας. Ο ιός εποικίζει τα σώματά μας τιμωρώντας μας για κάτι που δεν έχουμε κάνει· ή ίσως τιμωρώντας μας γι’ αυτόν τον ίδιο τον αρχέγονο διχασμό. Το σώμα προσβάλλεται, υποφέρει, και το υποκείμενο για να σωθεί αποσύρεται στην επικράτεια του πνεύματος. Τα άτομα αποξενώνονται από το σώμα τους, διακόπτουν την επικοινωνία με τον έξω κόσμο και μετατρέπονται σε λεϊβνίτειες Μονάδες που αναπαριστούν συγχρονισμένα στο εσωτερικό τους την πορεία του κόσμου, χάρη στα ΜΜΕ. Το πνεύμα γίνεται ο τόπος της εξορίας – μιας εξορίας εντός. Η δημιουργικότητα, ο στοχασμός, η αυτομόρφωση, ακόμα και η επικοινωνία, όταν δεν μεσολαβούνται από τη «μολυσματική» παρουσία του σώματος, βιώνονται ως αποκλεισμός από τη ζωή.

Θα μας δώσει, άραγε, αυτή η εμπειρία την ευκαιρία να υπερβούμε τον διχασμό σώματος-πνεύματος και να αποκτήσουμε επίγνωση των πολλαπλών σωμάτων στα οποία μοιράζεται η ζωή μας; Να βιώσουμε την ενότητα της ύπαρξης, πέρα από τα όρια της αστικής εξατομίκευσης, ως ενεργητική και επιθυμητική συμμετοχή του ατόμου στο γίγνεσθαι ενός ενιαίου ανθρώπινου κόσμου;

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 84, στις 4 Απριλίου 2020.

Image credit: Pablo Picasso, La Muse, 1935

Κάτι ακόμα

ΕΓΡΑΦΑ στο προηγούμενο σημείωμα ότι για να αντιληφθούμε κάτι ως αντικείμενο πρέπει να είμαστε εντελώς αποξενωμένοι από αυτό, να μην υπάρχει περιθώριο ταύτισης μέσω της ενσυναίσθησης. Αυτό σημαίνει ότι όταν δείχνω σεβασμό σε άλλες μορφές ζωής, κατανοώ ότι μοιράζομαι μαζί τους κάποια χαρακτηριστικά που συνδέονται με το φαινόμενο της ζωής εν γένει, αλλά και με την ειδική μορφή που αυτές έχουν. Ποια είναι αυτά τα χαρακτηριστικά; Και τι σημαίνει ότι «κατανοώ» πως τα μοιράζομαι με άλλες οντότητες; Κανένα από τα δύο δεν είναι τετριμμένο ερώτημα.

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά που μοιράζομαι με ένα ζώο; Όχι βέβαια ότι περπατάει με τέσσερα πόδια ή ότι πετάει. Δεν είναι ο τρόπος που λειτουργούν τα αισθητήρια όργανά του ή η αντίληψη που έχει για το φυσικό περιβάλλον. Και δεν είναι, ασφαλώς, οι συναισθηματικές του αποκρίσεις. «Αφέντης και σκύλος δεν έζησαν ποτέ στον ίδιο κόσμο», έγραφε ο Αντόλφο Μπιόι Κασάρες. Τότε τι; Ίσως η κοινότητα να πρέπει να αναζητηθεί σε πιο θεμελιώδη χαρακτηριστικά της ζωής. Στο ότι έχω ένα σώμα, που σημαίνει ότι έχω έναν τρόπο να αισθάνομαι το άλλο, να το οικειοποιούμαι ή να το απορρίπτω. Στο γεγονός ότι είμαι σε θέση να κινούμαι και να βιώνω τη μεταβολή της κατάστασής μου που προκαλείται από τη μετατόπισή μου. Στο ότι υπάρχουν θέσεις στις οποίες θέλω να βρεθώ, εμπειρίες που επιδιώκω να επαναλάβω και άλλες που προσπαθώ να αποφύγω. Στο ότι θυμάμαι. Στο ότι πονάω!

Πώς γνωρίζω ότι μοιράζομαι αυτά τα χαρακτηριστικά με άλλες μορφές ζωής; Τι είναι αυτό μέσα μου που διαθέτει τη συγκεκριμένη γνώση; Το μυαλό μου, υπό την έννοια της έλλογης σκέψης, θα μπορούσε να τα συλλάβει όλα αυτά. Όταν, όμως, εγώ αδυνατώ να σκοτώσω ένα ζώο, ενώ ένας άλλος (ο επαγγελματίας σφαγέας, ας πούμε) δεν έχει τον παραμικρό δισταγμό, δεν είναι επειδή εγώ μπορώ να σκεφτώ αυτά τα πράγματα ενώ ο άλλος όχι. Είναι επειδή η συνολική προδιάθεση του ενός ευνοεί την ενσυναίσθηση, ενώ του άλλου όχι. Και αυτή η προδιάθεση δεν έχει να κάνει με τη λογική σκέψη, αλλά με το βίωμα της σωματικότητας. Έχει να κάνει με μια επίγνωση που συγκροτείται και βιώνεται απευθείας από το σώμα μου ή, ορθότερα, από εμένα ως ενσώματο υποκείμενο. Είναι η επίγνωση ότι συμμετέχω στη ζωή με τον ίδιο τρόπο που το κάνει και μια άλλη, διαφορετική από μένα ύπαρξη.

Θα μπορούσαμε άραγε να φανταστούμε μια γενικότερη γνωσιακή συνθήκη στην οποία η ανθρώπινη εμπειρία θα αψηφούσε τη διάκριση υποκειμένου-αντικειμένου και θα συγκροτούνταν από μια διευρυμένη αίσθηση συμμετοχής στο γίγνεσθαι του κόσμου; Από την ενσώματη κατανόηση όχι μόνο των φαινομένων της ζωής, αλλά της ολότητας των φαινομένων και την αποδοχή των δεσμεύσεων και των ελευθεριών που αυτή συνεπάγεται;

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 68, στις 13 Ιουλίου 2019.

IMAGE CREDIT: JOE MEISER, DONnA HARAWAY PROJECT.