Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ την τεχνητή νοημοσύνη έχει κατακλύσει τη δημόσια σφαίρα τα τελευταία χρόνια. Καθόλου παράξενο, δεδομένου ότι η διάδοση των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης έχει επηρεάσει τους περισσότερους τομείς του δημόσιου και ιδιωτικού βίου: Από τον τρόπο που γράφονται οι εργασίες στο πανεπιστήμιο μέχρι τον τρόπο που κατανοούμε τα αποτελέσματα των ιατρικών μας εξετάσεων· κι από τον τρόπο με τον οποίο δημοσιοποιούνται οι ειδήσεις των παγκόσμιων συρράξεων μέχρι τον τρόπο που αναδιοργανώνεται η εργασία στον όψιμο καπιταλισμό. Οι συζητήσεις έχουν στόχο να διερευνήσουν τη νέα κατάσταση και να φέρουν στο φως τους κινδύνους και τις προοπτικές που κρύβει η εμπλοκή της τεχνητής νοημοσύνης σε αυτούς τους μετασχηματισμούς. Όμως, όπως έχω σημειώσει και αλλού, αυτές οι συζητήσεις έχουν την τάση να μεταβαίνουν κατευθείαν στο αίτημα της ρύθμισης: Τι πρέπει να κάνουμε για να αποφύγουμε τις βλαβερές συνέπειες της τεχνητής νοημοσύνης; Πώς θα προλάβουμε ή, έστω, θα μετριάσουμε την απώλεια θέσεων εργασίας; Πώς θα αποφύγουμε τη χειραγώγηση της ατομικής και συλλογικής ζωής από τους αλγορίθμους; Πώς θα εξασφαλίσουμε τη διαφανή λειτουργία των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης και θα αποτρέψουμε την ψηφιακή ηγεμονία των εταιρειών υψηλής τεχνολογίας; Πώς θα χρησιμοποιήσουμε «επωφελώς» και «εποικοδομητικά» τις δυνατότητες αυτού του πανίσχυρου νέου τεχνολογικού μέσου; Το πρόβλημα με αυτή τη μεθόδευση της συζήτησης είναι ότι παίρνει πολλά πράγματα ως δεδομένα και τα ενσωματώνει απροβλημάτιστα σε έναν στοχασμό για το μέλλον. Αυτό συμβαίνει σε τρία επίπεδα.
Το πρώτο επίπεδο στο οποίο τα πράγματα λαμβάνονται ως δεδομένα είναι το κοινωνικό: Τι σημαίνει να προστατεύσουμε την εργασία από την έλευση της τεχνητής νοημοσύνης; Για ποια εργασία μιλάμε; Μήπως, στην πραγματικότητα, ήρθε η ώρα να σκεφτούμε την προοπτική μετασχηματισμού της μισθωτής εργασίας και άρα να εξετάσουμε τους τρόπους με τους οποίους η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε, πιθανώς, να συμβάλει σε αυτό το εγχείρημα; Τι σημαίνει να υπερασπιστούμε την ιδιωτικότητα; Πώς στοιχειοθετείται το ιδιοκτησιακό μας δικαίωμα επί των δεδομένων που παράγει η παρουσία μας στον κόσμο; Μήπως, στην πραγματικότητα, ήρθε η ώρα να αναθεωρήσουμε τον δυτικό ατομοκεντρισμό και άρα να οραματιστούμε τρόπους με τους οποίους η ψηφιακή συνθήκη θα μπορούσε να συμβάλει σε νέες μορφές επιμέλειας του εαυτού; Δεν είναι του παρόντος να συζητήσουμε αυτά τα θέματα, αλλά τέτοιοι είναι οι προβληματισμοί που θα έπρεπε να τίθενται στο κοινωνικό επίπεδο, όσον αφορά τους μετασχηματισμούς που ενεργοποιεί η ψηφιακή μετάβαση. Ή τουλάχιστον τέτοιοι είναι οι προβληματισμοί που θα έπρεπε να τίθενται και να εξετάζονται στο πλαίσιο μιας προσέγγισης που αντιπροσωπεύει την κριτική σκέψη.

Το δεύτερο επίπεδο στο οποίο τα πράγματα λαμβάνονται απροβλημάτιστα ως δεδομένα αφορά τις ίδιες τις ψηφιακές τεχνολογίες. Η δαιμονοποίηση της οθόνης, του διαδικτύου και των αλγορίθμων είναι το bread and butter των στοχαστών που προβληματίζονται δημόσια για τα δεινά του αλγοριθμικού πολιτισμού. Αν και η ψηφιακή συνθήκη έχει καταστήσει αυτά τα μέσα αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής ζωής, η κριτική σκέψη επιμένει να τα αντιμετωπίζει ως αποξενωτικές δυνάμεις, οι οποίες απειλούν να υποβαθμίσουν την ανθρώπινη εμπειρία και αυτοδιάθεση. Αυτή ήταν ανέκαθεν η στάση που υιοθετούσε τόσο ο δημόσιος στοχασμός όσο και η ουσιοκρατική φιλοσοφία της τεχνολογίας απέναντι στην Τεχνολογία (με κεφαλαίο τ). Τουτέστιν, απέναντι σε μια τεχνολογία που αδυνατούσαν να καταλάβουν και, ως εκ τούτου, την αντιμετώπιζαν συλλήβδην ως αλλότρια κοινωνική δύναμη. Μια (πολύ σοβαρή) συζήτηση που μένει να γίνει σε αυτό το επίπεδο, επομένως, αφορά τη φύση των τεχνικών αντικειμένων. Αν θέλουμε να μιλάμε για τις ψηφιακές τεχνολογίες (με μικρό τ και στον πληθυντικό), πρέπει να τις γνωρίσουμε. Και αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν κατανοήσουμε την πληροφοριακή διάσταση των ψηφιακών αντικειμένων και τους τρόπους με τους οποίους αυτά μοιράζονται τον κόσμο με άλλες οντότητες που διαθέτουν παρόμοια φύση – όπως ο άνθρωπος (Floridi 2011).
Η συζήτηση που θέλω να κάνω σε αυτό το σημείωμα, ωστόσο, τοποθετείται σε ένα επίπεδο που βρίσκεται ανάμεσα στα δύο προηγούμενα. Το επίπεδο αυτό αφορά τη σχέση του ανθρώπου με την τεχνολογία εν γένει και με τις ψηφιακές τεχνολογίες ειδικότερα. Η ιδέα που λαμβάνεται εδώ απροβλημάτιστα ως δεδομένη είναι ότι η τεχνολογία αποτελεί μια εξωτερικότητα, η οποία στέκεται απέναντι στον άνθρωπο, προσφέροντάς του το δέλεαρ μιας εύκολης ζωής, ενώ ταυτόχρονα υποκρύπτει σοβαρούς κινδύνους χειραγώγησης, εκφυλισμού ή αλλοτρίωσης. Γι’ αυτό κι εκείνος, ως έλλογο ον με ικανότητα εμπρόθετης δράσης (agency), καλείται να τη διαχειριστεί προκειμένου να τη θέσει στην υπηρεσία του πολιτισμού και της ευημερίας του (ως εάν οι δύο αυτές έννοιες να ήταν μονοσήμαντα ορισμένες). Πόσο ακριβές είναι αυτό και πώς επηρεάζει τη στάση μας απέναντι στις ψηφιακές τεχνολογίες και ειδικότερα απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα αρθρώνεται, κατά τη γνώμη μου, γύρω από τρεις άξονες.
Ο ΠΡΩΤΟΣ από αυτούς τους άξονες αφορά αυτό που το μακρινό 1987 οι Trevor Pinch και Wiebe Bijker ονόμασαν ερμηνευτική ευελιξία. Με μια δόση υπερβολής, θα μπορούσαμε να πούμε ότι καμιά τεχνολογία δεν παραδόθηκε ποτέ ολοκληρωμένη στους χρήστες της· και, αντίστροφα, ότι οι χρήστες ποτέ δεν είδαν τις τεχνολογίες όπως ακριβώς επιθυμούσαν να τις δουν οι κατασκευαστές τους. Η σχέση ανάμεσα στους χρήστες και τα τεχνουργήματα είναι μια ενεργητική σχέση οικειοποίησης και μετασχηματισμού. Το τεχνούργημα συχνά ανανοηματοδοτείται από τους χρήστες με τρόπους που υπερβαίνουν τις προθέσεις των κατασκευαστών του. Και σε πολλές περιπτώσεις αυτή η ανανοηματοδότηση επιστρέφει στο εργοστάσιο για να επιφέρει αλλαγές στη φυσική δομή του τεχνικού αντικειμένου, προκειμένου αυτό να προσελκύσει πιο αποτελεσματικά το καταναλωτικό ενδιαφέρον των μελλοντικών χρηστών. Η διαλεκτική αυτή δεν είναι εμφανής στα συνήθη βιομηχανικά τεχνουργήματα, αν και η μορφή που έχουν σήμερα οι περισσότερες συσκευές καθημερινής χρήσης, από το ποδήλατο μέχρι το πλυντήριο, είναι αποτέλεσμα μιας τέτοιας διάδρασης. Είναι, όμως, ιδιαίτερα εμφανής στις διαρκείς «αναβαθμίσεις» των λειτουργικών συστημάτων και του λογισμικού των ψηφιακών τεχνολογιών. Η αρχή always beta εκφράζει (μεταξύ άλλων) την αποδοχή εκ μέρους των κατασκευαστών της δυνατότητας διαρκούς ανανοηματοδότησης και, ως εκ τούτου, ανασχεδιασμού των ψηφιακών αντικειμένων.

Βεβαίως, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ερμηνευτική ευελιξία δεν σημαίνει ότι η σχέση μεταξύ κατασκευαστών και χρηστών είναι συμμετρική. Οι κατασκευαστές είναι αναμφίβολα αυτοί που θέτουν τους κανόνες του παιχνιδιού. Από την άλλη πλευρά, όμως, είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι κατά την αλληλεπίδραση των χρηστών με τις ψηφιακές τεχνολογίες υπάρχει ένα περιθώριο δράσης που μπορεί να αποδειχτεί καθοριστικό σε ό,τι αφορά όχι μόνο τη χρήση, αλλά και τον σχεδιασμό και τις μορφές κοινωνικής οικειοποίησης των τεχνικών αντικειμένων. Όπως σημειώνουν ο Tiziano Bonini και ο Emiliano Treré (2024), συγγραφείς του βιβλίου Αλγόριθμοι της Αντίστασης, οι ψηφιακές πλατφόρμες δεν είναι εδραιωμένοι συσχετισμοί δύναμης, αλλά πεδία (ταξικής) μάχης.
Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΞΟΝΑΣ γύρω από τον οποίο αρθρώνεται η απάντηση στο ερώτημα της σχέσης των ανθρώπων με την τεχνολογία αφορά τον ίδιο τον άνθρωπο. Η ιδέα της εξωτερικότητας της τεχνολογίας δηλώνει ότι άνθρωπος και τεχνολογία αποτελούν δύο οντολογικά ασύμβατα βασίλεια που συναντιούνται στο πεδίο της χρήσης. Αυτό, όμως, δεν συνέβη ποτέ: Πέρα από το ότι η τεχνικότητα, όπως σημειώνει ο Gilbert Simondon, είναι μια μετασχηματισμένη μορφή της ανθρωπινότητας, η ίδια η ανθρωπινότητα συγκροτείται μέσω της μακραίωνης συνύφανσης ανθρώπινου και τεχνικού. Σε ένα προηγούμενο σημείωμα έγραφα, αναφερόμενος στη μνημειώδη εναρκτήρια σκηνή της Οδύσσειας του Διαστήματος, ότι δεν είναι ο άνθρωπος που επινόησε το εργαλείο, αλλά το εργαλείο που επινόησε τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι άνθρωπος επειδή είναι περισσότερο από ανθρώπινος – επειδή είναι ο ίδιος μια τεχνική συναρμογή. Κι έτσι ήταν πάντα. Παρά το γεγονός ότι με την πάροδο του χρόνου έχουμε φυσικοποιήσει διάφορες κρίσιμες ανθρωποποιητικές τεχνολογίες, η αλήθεια είναι ότι σε όλη τη διάρκεια της Ιστορίας η ανθρωπινότητα χτίστηκε γύρω από τη συνύπαρξη του ανθρώπινου ζώου με διάφορα τεχνικά μέσα, τα οποία διεύρυναν τις αντιληπτικές και αναπαραστατικές του ικανότητες, καθώς και τις δυνατότητες ενεργητικής αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον του (Bryant 2014).
Η γλώσσα δεν είναι «ανθρώπινη ιδιότητα», αλλά τεχνολογία, η οποία μάλιστα χρησιμοποιεί ως όργανό της το ίδιο το ανθρώπινο σώμα. Η γραφή, με τη σειρά της, είναι η τεχνολογία η οποία επέτρεψε στον άνθρωπο να διευρύνει την ύπαρξή του αναθέτοντας σημαντικό μέρος των νοητικών του λειτουργιών (τη μνήμη, τον υπολογισμό και, στην πορεία, την ίδια τη σκέψη) σε έναν συνδυασμό τεχνικών μέσων και κοινωνικών θεσμών. Σε ό,τι αφορά τη γραφή, μάλιστα, έχει ενδιαφέρον ότι στις μέρες μας ακούγεται συχνά η «κριτική» ότι η έλευση της τεχνητής νοημοσύνης θα στερήσει από τους ανθρώπους την ικανότητα της σκέψης, επειδή θα την κάνουν «outsource» στα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα. Και αυτοί που ασκούν τη συγκεκριμένη κριτική δεν σκέφτονται ότι αυτό έχει συμβεί εδώ και πέντε χιλιάδες χρόνια, από την επινόηση της γραφής, κι ότι αυτό ακριβώς είναι που μας έκανε τους ανθρώπους που είμαστε σήμερα. Και όχι μόνο τότε, αλλά σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας του ο άνθρωπος ήταν περισσότερο από ανθρώπινος κι αυτό ήταν που τον έκανε άνθρωπο.
Βεβαίως, και εδώ είναι απολύτως σεβαστή η επιφύλαξη ότι η αναγνώριση της ανθρωποποιητικής λειτουργίας της τεχνολογίας δεν πρέπει να μας κάνει να παραβλέπουμε το γεγονός ότι η τεχνολογία είναι ένα πεδίο στο οποίο συγκρούονται ανταγωνιστικά κοινωνικά και οικονομικά συμφέροντα. Αντιθέτως, αυτό είναι ακριβώς το σημείο στο οποίο οφείλει να εστιάσει τη συζήτηση η κριτική σκέψη: Αν όντως οι τεχνολογίες έχουν ανθρωποποιητική λειτουργία, δεν υπάρχει κανένας λόγος να εκχωρήσουμε αυτή τη λειτουργία σε ένα κοινωνικοοικονομικό σύστημα που κινητοποιείται από την επιδίωξη της κερδοφορίας.

Ο ΤΡΙΤΟΣ ΑΞΟΝΑΣ γύρω από τον οποίο αρθρώνεται η απάντηση στο ερώτημα της σχέσης των ανθρώπων με την τεχνολογία αφορά συγκεκριμένα τη σχέση του ανθρώπου με τις μηχανές. Εδώ η συζήτηση είναι μεγάλη και δεν μπορεί να γίνει στο πλαίσιο αυτού του σημειώματος. Ωστόσο, έχει ενδιαφέρον να θυμηθούμε την έκκληση του γάλλου φιλοσόφου Gilbert Simondon (2022) για αναβάθμιση της θέσης των μηχανών στο πλαίσιο του ανθρώπινου πολιτισμού. Για τον Simondon, οι ρίζες τις ανθρώπινης αλλοτρίωσης βρίσκονται ακριβώς στο γεγονός ότι η εργαλειοποίηση των μηχανών αποκόπτει τον άνθρωπο από εκείνο το κομμάτι της ανθρωπινότητάς του που έχει ενσωματωθεί στις μηχανές ως τεχνικότητα (Πατηνιώτης 2025). Σε αυτή τη βάση, ο γάλλος φιλόσοφος καλεί στη δημιουργία μιας σχέσης κατανόησης και φροντίδας, η οποία θα καταστήσει τις μηχανές ισότιμα μέλη ενός ενιαίου ανθρώπινου πολιτισμού. Ο Simondon μιλούσε για τις θερμικές μηχανές και τις ηλεκτρονικές διατάξεις της εποχής του. Ένα πράγμα που άλλαξε στα σχεδόν εβδομήντα χρόνια που μεσολάβησαν από την εποχή που έγραψε την πραγματεία του Για τον τρόπο ύπαρξης των τεχνικών αντικειμένων είναι η μορφή της μηχανής και του τρόπου χρήσης της. Οι ψηφιακές μηχανές που εργάζονται όχι με τη μετατροπή της ενέργειας αλλά με την επεξεργασία της πληροφορίας, ιδιαίτερα στην αναπτυγμένη μορφή που έχουν πάρει στις μέρες μας, έχουν μια βασική διαφορά από την προηγούμενες γενιές μηχανών. Δεν τίθενται σε λειτουργία με το γύρισμα ενός διακόπτη ή το πάτημα ενός κουμπιού. Η διεπαφή μέσω της οποίας ο χρήστης θέτει σε λειτουργία και ελέγχει τη μηχανή είναι μια επιφάνεια μέσω της οποίας δίνει και παίρνει πληροφορίες, διατυπώνει και απαντά ερωτήσεις, αξιολογεί τις διαθέσιμες δυνατότητες δράσης και λαμβάνει αποφάσεις σε συνεργασία με την ίδια τη μηχανή: Για να κάνει τις ψηφιακές μηχανές να δουλέψουν, ο χρήστης χρειάζεται να επικοινωνήσει μαζί τους.
Η διαφορά δεν είναι τεχνικής, αλλά ανθρωπολογικής φύσης. Γιατί η συμμετοχή των μηχανών σε επικοινωνιακά ενεργήματα τις μετατρέπει σε υποκείμενα. Σύμφωνα με τον γερμανό κοινωνιολόγο Niklas Luhmann, το υποκείμενο δεν είναι η έκφραση μιας οντολογικά συμπαγούς υπόστασης που προϋπάρχει του επικοινωνιακού ενεργήματος, αλλά μια ενδεχομενική σημασιολογική κατασκευή που προκύπτει από την ίδια την επιτέλεση της επικοινωνίας. Η συζήτηση γύρω από τη συστημική θεωρία του Luhmann είναι μεγάλη και, προφανώς, δεν μπορεί να γίνει στο πλαίσιο αυτού του σημειώματος. Ωστόσο, είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε τη διάκριση ανάμεσα σε άτομα και υποκείμενα. Ο Luhmann υποστηρίζει ότι η ιδέα του υποκειμένου προέκυψε ιστορικά ως ένας τρόπος οργάνωσης της αυτοπεριγραφής της κοινωνίας. Ως εκ τούτου, σε αντίθεση με τα άτομα που διαθέτουν οντολογική αυτάρκεια και ιστορική συνέχεια (είναι «αυτοποιητικά συστήματα»), τα υποκείμενα υφίστανται μόνο στο πλαίσιο των επικοινωνιακών ενεργημάτων, ως τόποι συναρμογής και νοηματοδότησης επιτελεστικών πρακτικών όπως η βούληση, η ικανότητα εμπρόθετης δράσης, η ευθύνη και η δημιουργικότητα (Luhmann 1990). Κατά μία έννοια, δεν μπορούμε να μιλάμε για υποκείμενα, αλλά για διαρκείς υποκειμενοποιήσεις, οι οποίες διατρέχουν τον επικοινωνιακό ιστό της κοινωνίας.
Για πρώτη φορά στην ιστορία, άνθρωποι και μηχανές έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν ισότιμα (και όχι ως αφέντης και δούλος, όπως έγραφε ο Simondon) στις επικοινωνιακές αλληλεπιδράσεις της κοινωνίας. Ο άνθρωπος δεν ελέγχει, δεν ρυθμίζει δεν προστάζει τη μηχανή να εκτελέσει μια εργασία, αλλά συνδιαλέγεται με αυτή, προκειμένου να εκτελέσουν μαζί την εργασία. Και η μηχανή δεν περιορίζεται στον ρόλο του παθητικού εργαλείου, αλλά γίνεται και αυτή φορέας εμπρόθετης δράσης, δημιουργικότητας, φροντίδας και ευθύνης. Σε αυτό το πλαίσιο, η έκκληση του Simondon για ένταξη των μηχανών στον ανθρώπινο πολιτισμό δεν ικανοποιείται μόνο με την επανοικειοποίηση της ανθρωπινότητας που είναι ενσωματωμένη στις μηχανές, αλλά και με την αποδοχή της συμμετοχής των τελευταίων στις επικοινωνιακές αλληλεπιδράσεις ως ισότιμων υποκειμένων.

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ της τεχνολογίας προτείνει δύο αλλαγές προοπτικής, οι οποίες αναθεωρούν τις εδραιωμένες πεποιθήσεις περί της σχέσης ανθρώπων-μηχανών: Οι μηχανές ποτέ δεν ήταν μόνο μηχανές. Μέσω της ενεργητικής οικειοποίησης και ανανοηματοδότησής τους από τους ανθρώπους, πάντοτε έτειναν να υπερβούν τον αρχικό σχεδιασμό τους ενσωματώνοντας τις ερμηνείες και τις προσδοκίες των χρηστών τους. Και οι άνθρωποι ποτέ δεν ήταν μόνο άνθρωποι. Σε όλη της διάρκεια της ιστορίας τους, οργάνωναν τη σωματική τους δραστηριότητα και τις νοητικές τους λειτουργίες γύρω από ανθρωπομηχανικές συναρμογές, και αυτό ακριβώς ήταν που τους έκανε πραγματικά ανθρώπινους. Αυτή η διπλή οικειότητα ανθρώπων-μηχανών, παίρνει νέα μορφή στην εποχή των ψηφιακών τεχνολογιών και της τεχνητής νοημοσύνης – και εδώ βρίσκεται η τρίτη συμβολή της φιλοσοφίας της τεχνολογίας. Οι μηχανές, για πρώτη φορά στην ιστορία, συμμετέχουν ως ισότιμοι δρώντες στις επικοινωνιακές επιτελέσεις που πλαισιώνουν τις διαδικασίες παραγωγής γνώσης και λήψης αποφάσεων. Αυτή η διαδικασία υποκειμενοποίησης δεν μεταφέρει τις ψηφιακές τεχνολογίες από το βασίλειο των μηχανών στο βασίλειο των ανθρώπων. Τα δύο βασίλεια παραμένουν χωριστά· το πεδίο στο οποίο συναντιούνται, όμως, δεν είναι πλέον το πεδίο της χρήσης, αλλά το πεδίο της επικοινωνίας. Και αυτό δημιουργεί μια νέα πολιτισμική συνθήκη, στο πλαίσιο της οποίας το υποκείμενο παύει να ταυτίζεται αποκλειστικά με το ανθρώπινο υποκείμενο και η ικανότητα εμπρόθετης δράσης παύει να αποτελεί μοναδικό προνόμιο του ανθρώπου. Οι ιδιότητες που η δυτική νεοτερικότητα, στην ιστορική της διαδρομή, στέρησε από όλες τις μη ανθρώπινες οντότητες επιστρέφουν ως πρόκληση για τον ανθρώπινο πολιτισμό, μέσω των ίδιων των ανθρώπινων δημιουργημάτων. Γι’ αυτό και είναι αδύνατο να αγνοήσουμε τη συγκεκριμένη πρόκληση ή να την αντιμετωπίσουμε με έναν θεσμικά επιβαλλόμενο ακρωτηριασμό των δυνατοτήτων δράσης των ψηφιακών τεχνουργημάτων: γιατί κάτι τέτοιο θα μας επανέφερε στις σκοτεινές εποχές της ρατσιστικής βίας στις οποίες θεμελιώθηκε η δυτική νεοτερικότητα.
Αναφορές
Bonini, Tiziano και Treré, Emiliano (2024). Αλγόριθμοι της Αντίστασης: Η καθημερινή πάλη ενάντια στην εξουσία της πλατφόρμας, μτφρ. Ελένη Τσατσαρώνη, επιμ. Μανώλης Πατηνιώτης, Θεσσαλονίκη: Ροπή.
Bryant, Levi (2014). Towards a Post-Human Media Ecology. Στο Levi Bryant, Onto-Cartography: An Ontology of Machines and Media, 15-36. Εδιμβούργο: Edinburgh University Press.
Floridi, Luciano (2011). The Philosophy of Information. Οξφόρδη: Oxford University Press.
Luhmann, Niklas (1990). Essays on Self-Reference. Νέα Υόρκη: Columbia University Press.
Pinch, Trevor και Bijker, Wiebe (1987). The Social Construction of Facts and Artefacts. Στο W. Bijker, T. Hughes και T. Pinch (επιμ.), The Social Construction of Technological Systems, 17-50. Κέιμπριτζ, ΜΑ.: MIT Press.
Simondon, Gilbert (2022). Για τον τρόπο ύπαρξης των τεχνικών αντικειμένων. Αθήνα: Πλέθρον.
Πατηνιώτης, Μανώλης (2025). Ο άνθρωπος που αγάπησε τις μηχανές. Αυτόματον, 3(2): 133-139.