Σε πρώτο πρόσωπο

ΣΤΟ “LITTLE GIDDING”, το τελευταίο από τα Τέσσερα Κουαρτέτα,  ο T.S. Eliot, γράφει αυτούς τους υπέροχους στίχους:

We shall not cease from exploration
And the end of all our exploring
Will be to arrive where we started
And know the place for the first time.

Μου αρέσει να σκέφτομαι ότι η ζωή μου μέχρι τώρα ακολούθησε μια τέτοιου είδους διαδρομή. Σπούδασα Φυσική, ασχολούμαι επί χρόνια με την Ιστορία της Επιστήμης, εξερευνώ όλο και πιο εντατικά τη Φιλοσοφία της Επιστήμης και, εσχάτως, αποφάσισα να επιστρέψω στη Φυσική από τη θύρα των Ψηφιακών Σπουδών. Για να γνωρίσω την επιστήμη με έναν νέο τρόπο. Όχι ανακτώντας τις παλιές μου γνώσεις ούτε επαναπροσεγγίζοντας περιοχές που θα ήθελα να έχω μελετήσει καλύτερα. Επιστρέφω στην επιστήμη φέρνοντας μαζί μου τις εμπειρίες από την περιδιάβασή μου στην Ιστορία και τη Φιλοσοφία των Επιστημών: Την κατανόηση της ιστορικής και γνωσιολογικής ενδεχομενικότητας του επιστημονικού φαινομένου και, κυρίως, την επίγνωση του τεχνητού χαρακτήρα της διάκρισης μεταξύ των λεγόμενων θετικών και ανθρωπιστικών επιστημών. Ξανασυναντώ τη Φυσική ως τμήμα ενός γνωστικού εγχειρήματος που έχει στόχο την κατανόηση της αδιάσπαστης ενότητας της ύπαρξης.

Η έννοια που γεφυρώνει την εδραιωμένη διάκριση μεταξύ των επιστημών της φύσης και των επιστημών του ανθρώπου είναι η Πληροφορία.

Η μετάβαση στην ψηφιακότητα δεν είναι ένα ακόμα βήμα τεχνολογικής προόδου. Ούτε μια ακόμα απειλή από αυτές που επισωρεύει η αδυσώπητη προσπάθεια της τεχνολογίας να εξουσιάσει τη φύση. Είναι αλήθεια ότι οι περισσότεροι άνθρωποι με αυτούς τους όρους τείνουν να αντιλαμβάνονται το ψηφιακό. Θα ισχυριστώ, ωστόσο, ότι η μετάβαση που συντελείται στις μέρες μας (και επιταχύνεται λόγω της πανδημίας) σηματοδοτεί έναν βαθύτερο μετασχηματισμό: Αλλάζει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο γνωρίζουμε τον εαυτό μας και τον κόσμο. Δεν έχουν ασφαλώς άδικο όσες και όσοι παραπονιούνται για την ένταση της επιτήρησης και του ελέγχου μέσω των ψηφιακών τεχνολογιών. Ούτε όσες και όσοι είναι επιφυλακτικοί απέναντι στις αλλαγές που αυτές επιφέρουν στην οργάνωση της εργασίας. Ωστόσο, χρειαζόμαστε κάτι παραπάνω από την αντίσταση, χρειαζόμαστε τη γνώση. Για να κατευθύνουμε την πορεία των πραγμάτων πρέπει να γνωρίσουμε τη δυναμική του παρόντος. Και αρχίζοντας να εξερευνούμε αυτή τη δυναμική θα γνωρίσουμε όχι μόνο τους κινδύνους, αλλά και τις δυνατότητες, τις ευκαιρίες – τις προοπτικές στις οποίες θα άξιζε ενδεχομένως να επενδύσουμε. Αυτό που προσπαθώ να πω είναι ότι η μετάβαση στην ψηφιακότητα είναι πρωτίστως μια γνωστική πρόκληση. Από την ανταπόκρισή μας σε αυτή θα εξαρτηθεί ο τρόπος με τον οποίο οι αγώνες, οι διεκδικήσεις και οι προσδοκίες του παρόντος θα εγγραφούν στη νέα συνθήκη. Η νοσταλγία του «αναλογικού» δεν είναι η λύση. Η φυσικότητα δεν θα μας σώσει. Μόνοι μας θα σώσουμε τους εαυτούς μας. Και, γιατί όχι, θα τους μετασχηματίσουμε σε κάτι νέο, πιο πολύμορφο, πιο εύπλαστο και δεκτικό, χάρη στις δυνατότητες που θέτει στη διάθεσή μας η ψηφιακότητα.

Το εγχείρημα του βιβλίου έχει πολλαπλές αφετηρίες. Σίγουρα μια από αυτές ήταν ο νόστος – η επιθυμία μου να επιστρέψω στην επιστήμη μου και να τη δω με νέα μάτια. Μια άλλη αφορά την εμπλοκή μου με προγράμματα Ψηφιακών Ανθρωπιστικών Επιστημών – Digital Humanities, όπως έχει επικρατήσει να ονομάζονται. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 και για δέκα περίπου χρόνια συμμετείχα σε αρκετά μεγάλα προγράμματα δημιουργίας ψηφιακών βιβλιοθηκών και αρχείων, χάρη στα οποία μου δόθηκε η δυνατότητα να εξερευνήσω τα ψηφιακά μέσα. Δεν μπορώ να πω πότε ακριβώς, αλλά κάποια στιγμή μού δημιουργήθηκε η ιδέα ότι η ψηφιακότητα είναι κάτι παραπάνω από τη χρήση των υπολογιστών και των βάσεων δεδομένων για να κάνουμε αποτελεσματικότερα και ταχύτερα αυτό που ούτως ή άλλως κάναμε με άλλα μέσα. Νομίζω ότι πολλοί άνθρωποι που ενεπλάκησαν με τα Digital Humanities εμμένουν σε αυτή την προσέγγιση και, από μια άποψη, καλά κάνουν: Χάρη σε τέτοια εγχειρήματα το σύνολο σχεδόν των πολιτισμικών τεκμηρίων είναι σήμερα διαθέσιμο σε ψηφιακή μορφή, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη δυνατότητα αναζήτησης και ανάκτησης της πολιτισμικής πληροφορίας. Όμως, επιμένω, η μετάβαση στην ψηφιακότητα δεν είναι μόνο αυτό, όπως η έλευση του ηλεκτρισμού στη μουσική δεν ενίσχυσε μόνο τον ήχο, αλλά τροποποίησε άρδην το ηχοτοπίο.

Από την άλλη, παραδέχομαι ότι είναι δύσκολο να ορίσει κανείς με ακρίβεια τι σηματοδοτεί η μετάβαση στην ψηφιακότητα. Εξού και η προσφυγή στην τακτική υπόμνηση του παλιού μου γνώριμου από την ιστορία των ιδεών, Κ. Θ. Δημαρά: «αρχή παιδεύσεως η των ονομάτων επίσκεψις». Όχι με τη φιλολογική, αλλά με την ιστορική και τη φιλοσοφική έννοια. Ποιες είναι οι τεκτονικές οντολογικές και γνωσιολογικές μετατοπίσεις που εγκυμονούνται στο πρόγραμμα της ψηφιακότητας, από την πρώτη σύλληψη των μηχανών Turing μέχρι το Web 2.0; Με ποιους τρόπους τα επιμέρους διανοητικά εγχειρήματα που συνθέτουν αυτό το πολύμορφο πρόγραμμα μετασχηματίζουν το εννοιολογικό τοπίο στις θετικές και τις ανθρωπιστικές επιστήμες; Η εξερεύνηση της ψηφιακής δυνητικότητας δεν είναι μόνο ζήτημα εργαλειακής αξιοποίησης των νέων μέσων, αλλά και φιλοσοφικής κατανόησης μιας συνθήκης που καταλύει τις εδραίες διακρίσεις της δυτικής νεοτερικότητας. Αυτά τα ζητήματα επιχειρεί να θέσει (και όχι, ασφαλώς, να απαντήσει) η συλλογή κειμένων που παρουσιάζεται στον τόμο Εισαγωγή στις Ψηφιακές Σπουδές.

Θέλω να πω και κάτι τελευταίο που θα ακουστεί τυπικό, αλλά δεν είναι. Το τολμηρό εγχείρημα της συγκέντρωσης, μελέτης, αποκωδικοποίησης και μετάφρασης των τόσο απαιτητικών κειμένων που περιλαμβάνονται στον τόμο δεν θα ήταν δυνατό χωρίς την ακούραστη δημιουργική συμβολή των «παιδιών»: Τα «παιδιά» είναι ο Βασίλης, η Γεωργία, ο Γιάννης, η Γιώτα, ο Δημήτρης, ο Ηρακλής, η Νικόλ, ο Κωνσταντίνος, ο Κώστας, η Λίνα, η Φιλιώ, ο Χρήστος και τους ευχαριστώ όλους και όλες για την απίστευτη εργατικότητα και γενναιοδωρία τους. Επιμένω, ωστόσο. Οι ευχαριστίες μου δεν αποτελούν μια τυπική εκδήλωση αβρότητας, αλλά μια εγκάρδια κατάφαση των νέων ηθών: Στην ψηφιακή επικράτεια μόνο έτσι –συνεργατικά και διεπιστημονικά– μπορούν να γίνουν τα πράγματα. Και έτσι θα προχωρήσουμε.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διάστιχο, στις 9 Δεκεμβρίου 2020.

Σκέψεις

ΠΟΥ ΠΑΝΕ οι σκέψεις όταν δεν τις σκεπτόμαστε; Θα πείτε ότι πρόκειται για ρητορικό ερώτημα. Ή, ακόμα χειρότερα, για ένα από εκείνα τα ερωτήματα που μπορούν να διατυπωθούν επειδή το επιτρέπει η γλώσσα, αλλά που δεν έχουν κανένα πραγματικό νόημα – μια από τις κατάρες της φιλοσοφίας, κατά τον Wittgenstein και άλλους. Ωστόσο, σκεφτείτε: Χρησιμοποιούμε εκφράσεις στη γλώσσα μας που δηλώνουν ότι οι σκέψεις είναι κάτι, ότι είναι πράγματα. Λέμε: Πέρασε μια σκέψη από το μυαλό μου· έκανα μια σκέψη· με κατακλύζουν σκέψεις. Επίσης, τις αριθμούμε: Λίγες σκέψεις, μερικές σκέψεις, πολλές σκέψεις. Και, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα γλωσσικά ήθη, τις μοιραζόμαστε: «Θα μοιραστώ μερικές σκέψεις μαζί σας».

Ίσως πρόκειται για τρόπους του λέγειν, που έχουν εδραιωθεί στη γλώσσα, όπως συμβαίνει και με άλλες μεταφορικές αναφορές στη φυσική πραγματικότητα: Το ηλεκτρικό ρεύμα, τη θερμική χωρητικότητα, το κρύο που μπαίνει από το ανοικτό παράθυρο. Η αλήθεια όμως είναι ότι δεν πρόκειται για μεταφορές. Στην ιστορία της φιλοσοφίας, το συγκεκριμένο ερώτημα έχει αποτελέσει αντικείμενο συστηματικού στοχασμού. Στη φιλοσοφία του Σπινόζα, ο ανθρώπινος νους μπορεί να γνωρίσει δύο από τα άπειρα κατηγορήματα της υπόστασης κι αυτά είναι η σκέψη και η έκταση. Αν στην έκταση υπάρχουν αντικείμενα, στη σκέψη υπάρχουν ιδέες – νοητικά αντικείμενα που είναι ένας από τους δυνατούς τρόπους ύπαρξης των πραγμάτων.

Ανθρωπολογικά μιλώντας είναι ακόμα πιο δύσκολο να συλλάβουμε τη σκέψη. Σκεφτείτε: Η σκέψη είναι μια φωνή που ακούγεται μέσα στο κεφάλι μας. Χρησιμοποιεί λέξεις και παράγει δομημένο λόγο. Και, το σπουδαιότερο, μιλάει τη γλώσσα μας. Μάλιστα, αν αφομοιωθούμε σε ένα νέο γλωσσικό περιβάλλον, η σκέψη μας θα αρχίσει σιγά-σιγά να υιοθετεί τη νέα γλώσσα. Γιατί άραγε; Από ποιους περιμένει να ακουστεί και να γίνει κατανοητή; Μήπως σκοπεύει να βγει από το κεφάλι μας και να απευθυνθεί, χωρίς τη δική μας μεσολάβηση, στις σκέψεις των συνομιλητών μας;

Ίσως τελικά όλα αυτά δείχνουν ότι η σκέψη έχει όντως μια εξωτερικότητα ως προς το υποκείμενο που σκέπτεται. Θεωρούμε αυτονόητο ότι οι σκέψεις πηγάζουν από «μέσα μας». Μήπως, όμως, η έδρα της σκέψης δεν ταυτίζεται με το σκεπτόμενο υποκείμενο, αλλά με κάτι ευρύτερο – μια επικράτεια που η σπινοζική αυστηρότητα αντιλήφθηκε ως ένα από τα κατηγορήματα της υπόστασης; Μήπως η σκέψη δεν είναι κάτι που κάνουμε, αλλά μια διαδικασία στην οποία συμμετέχουμε – η έκφραση της πραγματικότητας διαμέσου του εκάστοτε σκεπτόμενου υποκειμένου;

Θα μου πείτε, γιατί να τα σκεφτόμαστε όλα αυτά, τώρα; Επειδή είναι η πρώτη φορά στην Ιστορία που φτιάχνουμε μηχανές που σκέφτονται. Και αφελώς πιστεύουμε ότι θα σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο που σκεφτόμαστε κι εμείς. Ενώ ακόμα δεν έχουμε καταλάβει τι είναι σκέψη.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 97, στις 21 Νοεμβρίου 2020.

Διακριτότητα

Ακολουθει τεχνικο κειμενο· δειξτε υπομονη.


ΕΝΑ ΒΑΣΙΚΟ χαρακτηριστικό της ψηφιακότητας είναι η διακριτότητα. Στη θεωρία των δυναμικών συστημάτων, η εξέλιξη ενός συστήματος διέπεται από έναν κανόνα, ο οποίος με τη βοήθεια ενός μικρού αριθμού παραμέτρων περιγράφει την τροχιά του συστήματος στον χώρο των φάσεων, δηλαδή τις διαδοχικές θέσεις που καταλαμβάνει το σύστημα, με την πάροδο του χρόνου, στον χώρο όλων των πιθανών καταστάσεών του. Αυτό σημαίνει ότι αν γνωρίζουμε τον κανόνα (ας πούμε τη σχέση όγκου, πίεσης και θερμοκρασίας) και τις αρχικές συνθήκες του συστήματος, είναι θεωρητικά δυνατό, επιλύοντας τη σχετική διαφορική εξίσωση («ολοκληρώνοντας»), να βρούμε όλες τις μελλοντικές καταστάσεις του συστήματος. Τα διακριτά δυναμικά συστήματα είναι μια ειδική κατηγορία δυναμικών συστημάτων. Αποτελούνται από ψηφίδες που παραμένουν διακριτές και η κατάσταση του συστήματος κάθε χρονική στιγμή αναπαρίσταται από τη μορφή και τη διάταξη (configuration) όλων των ψηφίδων του. Οι κανόνες που διέπουν την εξέλιξη ενός διακριτού δυναμικού συστήματος ορίζουν τον τρόπο με τον οποίο κάθε ψηφίδα θα περάσει στην επόμενη ακέραια κατάστασή της· η μετάβαση όλων των ψηφίδων στην επόμενη ακέραια κατάστασή τους ορίζει τη νέα κατάσταση του συστήματος. Η χρονική αλληλουχία, στην περίπτωση των διακριτών συστημάτων, έχει τη μορφή του συνόλου των ακέραιων αριθμών (1, 2, 3, …), γι’ αυτό και τα συγκεκριμένα συστήματα εξελίσσονται με ασυνεχή τρόπο. Μιλώντας για ψηφιακότητα, το μυαλό μας πάει, φυσικά, στη μηχανή Turing. Στην πραγματικότητα, υπάρχει μια ολόκληρη οικογένεια τέτοιων συστημάτων που είναι γνωστά ως «κυτταρικά αυτόματα». Το πιο γνωστό από αυτά είναι «Το παιγνίδι της ζωής» του Conway, το οποίο μάλιστα έχει αποδειχθεί ότι είναι ισοδύναμο με καθολική μηχανή Turing.

ΜΑΘΗΜΑ Πληροφορικής; Όχι, εργαλείο για την κατανόηση του παρόντος. Πώς αλλάζει την κοινωνία το social distancing; Τι σημαίνει ότι επιστρέφουμε στην κανονικότητα, αλλά κρατάμε αποστάσεις μεταξύ μας, ότι φράζουμε τα στόματά μας για να μην ανακατωθούν οι ανάσες μας, ότι εγκαταλείπουμε οριστικά τη χειραψία ως έκφραση κοινωνικής αβρότητας, ότι ξεχνάμε τις αγκαλιές και τα φιλιά ως έκφραση εγκαρδιότητας; Τι σημαίνει ότι αντικαθιστούμε τη μετάδοση του συναισθήματος μέσω της σωματικής επαφής με την ανταλλαγή σημάτων από απόσταση;

Όλα αυτά σημαίνουν ότι η συνέχεια του κοινωνικού σώματος αντικαθίσταται από τη διακριτότητα. Στη νέα συνθήκη, τα άτομα αποτελούν αυτόνομες ψηφίδες που μπορούν να είναι ή να μην είναι, να έχουν ή να μην έχουν, να αλλάζουν ή να παραμένουν ίδια, να κινδυνεύουν ή να είναι ασφαλή – το καθένα για τον εαυτό του, χωρίς καμία σύνδεση με τα υπόλοιπα άτομα και, εν τέλει, ούτε με τον εαυτό του. Κοινωνία, σε αυτή την περίπτωση, είναι η μήτρα που συντίθεται κάθε στιγμή από τις επιμέρους καταστάσεις αυτών των αυτόνομων ψηφίδων. Το social distancing συνεπάγεται την ψηφιοποίηση της κοινωνίας. Ποιος και με ποιους όρους επέλεξε αυτή την κρίσιμη μετάβαση; Ο ιός;

image credit: Henry Moore, Seated figures, λιθογραφια.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 90, στις 11 Ιουλίου 2020.