Άνθρωποι και Μηχανές

Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ την τεχνητή νοημοσύνη έχει κατακλύσει τη δημόσια σφαίρα τα τελευταία χρόνια. Καθόλου παράξενο, δεδομένου ότι η διάδοση των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης έχει επηρεάσει τους περισσότερους τομείς του δημόσιου και ιδιωτικού βίου: Από τον τρόπο που γράφονται οι εργασίες στο πανεπιστήμιο μέχρι τον τρόπο που κατανοούμε τα αποτελέσματα των ιατρικών μας εξετάσεων· κι από τον τρόπο με τον οποίο δημοσιοποιούνται οι ειδήσεις των παγκόσμιων συρράξεων μέχρι τον τρόπο που αναδιοργανώνεται η εργασία στον όψιμο καπιταλισμό. Οι συζητήσεις έχουν στόχο να διερευνήσουν τη νέα κατάσταση και να φέρουν στο φως τους κινδύνους και τις προοπτικές που κρύβει η εμπλοκή της τεχνητής νοημοσύνης σε αυτούς τους μετασχηματισμούς. Όμως, όπως έχω σημειώσει και αλλού, αυτές οι συζητήσεις έχουν την τάση να μεταβαίνουν κατευθείαν στο αίτημα της ρύθμισης: Τι πρέπει να κάνουμε για να αποφύγουμε τις βλαβερές συνέπειες της τεχνητής νοημοσύνης; Πώς θα προλάβουμε ή, έστω, θα μετριάσουμε την απώλεια θέσεων εργασίας; Πώς θα αποφύγουμε τη χειραγώγηση της ατομικής και συλλογικής ζωής από τους αλγορίθμους; Πώς θα εξασφαλίσουμε τη διαφανή λειτουργία των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης και θα αποτρέψουμε την ψηφιακή ηγεμονία των εταιρειών υψηλής τεχνολογίας; Πώς θα χρησιμοποιήσουμε «επωφελώς» και «εποικοδομητικά» τις δυνατότητες αυτού του πανίσχυρου νέου τεχνολογικού μέσου; Το πρόβλημα με αυτή τη μεθόδευση της συζήτησης είναι ότι παίρνει πολλά πράγματα ως δεδομένα και τα ενσωματώνει απροβλημάτιστα σε έναν στοχασμό για το μέλλον. Αυτό συμβαίνει σε τρία επίπεδα.

Το πρώτο επίπεδο στο οποίο τα πράγματα λαμβάνονται ως δεδομένα είναι το κοινωνικό: Τι σημαίνει να προστατεύσουμε την εργασία από την έλευση της τεχνητής νοημοσύνης; Για ποια εργασία μιλάμε; Μήπως, στην πραγματικότητα, ήρθε η ώρα να σκεφτούμε την προοπτική μετασχηματισμού της μισθωτής εργασίας και άρα να εξετάσουμε τους τρόπους με τους οποίους η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε, πιθανώς, να συμβάλει σε αυτό το εγχείρημα; Τι σημαίνει να υπερασπιστούμε την ιδιωτικότητα; Πώς στοιχειοθετείται το ιδιοκτησιακό μας δικαίωμα επί των δεδομένων που παράγει η παρουσία μας στον κόσμο; Μήπως, στην πραγματικότητα, ήρθε η ώρα να αναθεωρήσουμε τον δυτικό ατομοκεντρισμό και άρα να οραματιστούμε τρόπους με τους οποίους η ψηφιακή συνθήκη θα μπορούσε να συμβάλει σε νέες μορφές επιμέλειας του εαυτού; Δεν είναι του παρόντος να συζητήσουμε αυτά τα θέματα, αλλά τέτοιοι είναι οι προβληματισμοί που θα έπρεπε να τίθενται στο κοινωνικό επίπεδο, όσον αφορά τους μετασχηματισμούς που ενεργοποιεί η ψηφιακή μετάβαση. Ή τουλάχιστον τέτοιοι είναι οι προβληματισμοί που θα έπρεπε να τίθενται και να εξετάζονται στο πλαίσιο μιας προσέγγισης που αντιπροσωπεύει την κριτική σκέψη.

Το δεύτερο επίπεδο στο οποίο τα πράγματα λαμβάνονται απροβλημάτιστα ως δεδομένα αφορά τις ίδιες τις ψηφιακές τεχνολογίες. Η δαιμονοποίηση της οθόνης, του διαδικτύου και των αλγορίθμων είναι το bread and butter των στοχαστών που προβληματίζονται δημόσια για τα δεινά του αλγοριθμικού πολιτισμού. Αν και η ψηφιακή συνθήκη έχει καταστήσει αυτά τα μέσα αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής ζωής, η κριτική σκέψη επιμένει να τα αντιμετωπίζει ως αποξενωτικές δυνάμεις, οι οποίες απειλούν να υποβαθμίσουν την ανθρώπινη εμπειρία και αυτοδιάθεση. Αυτή ήταν ανέκαθεν η στάση που υιοθετούσε τόσο ο δημόσιος στοχασμός όσο και η ουσιοκρατική φιλοσοφία της τεχνολογίας απέναντι στην Τεχνολογία (με κεφαλαίο τ). Τουτέστιν, απέναντι σε μια τεχνολογία που αδυνατούσαν να καταλάβουν και, ως εκ τούτου, την αντιμετώπιζαν συλλήβδην ως αλλότρια κοινωνική δύναμη. Μια (πολύ σοβαρή) συζήτηση που μένει να γίνει σε αυτό το επίπεδο, επομένως, αφορά τη φύση των τεχνικών αντικειμένων. Αν θέλουμε να μιλάμε για τις ψηφιακές τεχνολογίες (με μικρό τ και στον πληθυντικό), πρέπει να τις γνωρίσουμε. Και αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν κατανοήσουμε την πληροφοριακή διάσταση των ψηφιακών αντικειμένων και τους τρόπους με τους οποίους αυτά μοιράζονται τον κόσμο με άλλες οντότητες που διαθέτουν παρόμοια φύση – όπως ο άνθρωπος (Floridi 2011).

Η συζήτηση που θέλω να κάνω σε αυτό το σημείωμα, ωστόσο, τοποθετείται σε ένα επίπεδο που βρίσκεται ανάμεσα στα δύο προηγούμενα. Το επίπεδο αυτό αφορά τη σχέση του ανθρώπου με την τεχνολογία εν γένει και με τις ψηφιακές τεχνολογίες ειδικότερα. Η ιδέα που λαμβάνεται εδώ απροβλημάτιστα ως δεδομένη είναι ότι η τεχνολογία αποτελεί μια εξωτερικότητα, η οποία στέκεται απέναντι στον άνθρωπο, προσφέροντάς του το δέλεαρ μιας εύκολης ζωής, ενώ ταυτόχρονα υποκρύπτει σοβαρούς κινδύνους χειραγώγησης, εκφυλισμού ή αλλοτρίωσης. Γι’ αυτό κι εκείνος, ως έλλογο ον με ικανότητα εμπρόθετης δράσης (agency), καλείται να τη διαχειριστεί προκειμένου να τη θέσει στην υπηρεσία του πολιτισμού και της ευημερίας του (ως εάν οι δύο αυτές έννοιες να ήταν μονοσήμαντα ορισμένες). Πόσο ακριβές είναι αυτό και πώς επηρεάζει τη στάση μας απέναντι στις ψηφιακές τεχνολογίες και ειδικότερα απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα αρθρώνεται, κατά τη γνώμη μου, γύρω από τρεις άξονες.

Ο ΠΡΩΤΟΣ από αυτούς τους άξονες αφορά αυτό που το μακρινό 1987 οι Trevor Pinch και Wiebe Bijker ονόμασαν ερμηνευτική ευελιξία. Με μια δόση υπερβολής, θα μπορούσαμε να πούμε ότι καμιά τεχνολογία δεν παραδόθηκε ποτέ ολοκληρωμένη στους χρήστες της· και, αντίστροφα, ότι οι χρήστες ποτέ δεν είδαν τις τεχνολογίες όπως ακριβώς επιθυμούσαν να τις δουν οι κατασκευαστές τους. Η σχέση ανάμεσα στους χρήστες και τα τεχνουργήματα είναι μια ενεργητική σχέση οικειοποίησης και μετασχηματισμού. Το τεχνούργημα συχνά ανανοηματοδοτείται από τους χρήστες με τρόπους που υπερβαίνουν τις προθέσεις των κατασκευαστών του. Και σε πολλές περιπτώσεις αυτή η ανανοηματοδότηση επιστρέφει στο εργοστάσιο για να επιφέρει αλλαγές στη φυσική δομή του τεχνικού αντικειμένου, προκειμένου αυτό να προσελκύσει πιο αποτελεσματικά το καταναλωτικό ενδιαφέρον των μελλοντικών χρηστών. Η διαλεκτική αυτή δεν είναι εμφανής στα συνήθη βιομηχανικά τεχνουργήματα, αν και η μορφή που έχουν σήμερα οι περισσότερες συσκευές καθημερινής χρήσης, από το ποδήλατο μέχρι το πλυντήριο, είναι αποτέλεσμα μιας τέτοιας διάδρασης. Είναι, όμως, ιδιαίτερα εμφανής στις διαρκείς «αναβαθμίσεις» των λειτουργικών συστημάτων και του λογισμικού των ψηφιακών τεχνολογιών. Η αρχή always beta εκφράζει (μεταξύ άλλων) την αποδοχή εκ μέρους των κατασκευαστών της δυνατότητας διαρκούς ανανοηματοδότησης και, ως εκ τούτου, ανασχεδιασμού των ψηφιακών αντικειμένων.

Βεβαίως, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ερμηνευτική ευελιξία δεν σημαίνει ότι η σχέση μεταξύ κατασκευαστών και χρηστών είναι συμμετρική. Οι κατασκευαστές είναι αναμφίβολα αυτοί που θέτουν τους κανόνες του παιχνιδιού. Από την άλλη πλευρά, όμως, είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι κατά την αλληλεπίδραση των χρηστών με τις ψηφιακές τεχνολογίες υπάρχει ένα περιθώριο δράσης που μπορεί να αποδειχτεί καθοριστικό σε ό,τι αφορά όχι μόνο τη χρήση, αλλά και τον σχεδιασμό και τις μορφές κοινωνικής οικειοποίησης των τεχνικών αντικειμένων. Όπως σημειώνουν ο Tiziano Bonini και ο Emiliano Treré (2024), συγγραφείς του βιβλίου Αλγόριθμοι της Αντίστασης, οι ψηφιακές πλατφόρμες δεν είναι εδραιωμένοι συσχετισμοί δύναμης, αλλά πεδία (ταξικής) μάχης.

Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΞΟΝΑΣ γύρω από τον οποίο αρθρώνεται η απάντηση στο ερώτημα της σχέσης των ανθρώπων με την τεχνολογία αφορά τον ίδιο τον άνθρωπο. Η ιδέα της εξωτερικότητας της τεχνολογίας δηλώνει ότι άνθρωπος και τεχνολογία αποτελούν δύο οντολογικά ασύμβατα βασίλεια που συναντιούνται στο πεδίο της χρήσης. Αυτό, όμως, δεν συνέβη ποτέ: Πέρα από το ότι η τεχνικότητα, όπως σημειώνει ο Gilbert Simondon, είναι μια μετασχηματισμένη μορφή της ανθρωπινότητας, η ίδια η ανθρωπινότητα συγκροτείται μέσω της μακραίωνης συνύφανσης ανθρώπινου και τεχνικού. Σε ένα προηγούμενο σημείωμα έγραφα, αναφερόμενος στη μνημειώδη εναρκτήρια σκηνή της Οδύσσειας του Διαστήματος, ότι δεν είναι ο άνθρωπος που επινόησε το εργαλείο, αλλά το εργαλείο που επινόησε τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι άνθρωπος επειδή είναι περισσότερο από ανθρώπινος – επειδή είναι ο ίδιος μια τεχνική συναρμογή. Κι έτσι ήταν πάντα. Παρά το γεγονός ότι με την πάροδο του χρόνου έχουμε φυσικοποιήσει διάφορες κρίσιμες ανθρωποποιητικές τεχνολογίες, η αλήθεια είναι ότι σε όλη τη διάρκεια της Ιστορίας η ανθρωπινότητα χτίστηκε γύρω από τη συνύπαρξη του ανθρώπινου ζώου με διάφορα τεχνικά μέσα, τα οποία διεύρυναν τις αντιληπτικές και αναπαραστατικές του ικανότητες, καθώς και τις δυνατότητες ενεργητικής αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον του (Bryant 2014).

Η γλώσσα δεν είναι «ανθρώπινη ιδιότητα», αλλά τεχνολογία, η οποία μάλιστα χρησιμοποιεί ως όργανό της το ίδιο το ανθρώπινο σώμα. Η γραφή, με τη σειρά της, είναι η τεχνολογία η οποία επέτρεψε στον άνθρωπο να διευρύνει την ύπαρξή του αναθέτοντας σημαντικό μέρος των νοητικών του λειτουργιών (τη μνήμη, τον υπολογισμό και, στην πορεία, την ίδια τη σκέψη) σε έναν συνδυασμό τεχνικών μέσων και κοινωνικών θεσμών. Σε ό,τι αφορά τη γραφή, μάλιστα, έχει ενδιαφέρον ότι στις μέρες μας ακούγεται συχνά η «κριτική» ότι η έλευση της τεχνητής νοημοσύνης θα στερήσει από τους ανθρώπους την ικανότητα της σκέψης, επειδή θα την κάνουν «outsource» στα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα. Και αυτοί που ασκούν τη συγκεκριμένη κριτική δεν σκέφτονται ότι αυτό έχει συμβεί εδώ και πέντε χιλιάδες χρόνια, από την επινόηση της γραφής, κι ότι αυτό ακριβώς είναι που μας έκανε τους ανθρώπους που είμαστε σήμερα. Και όχι μόνο τότε, αλλά σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας του ο άνθρωπος ήταν περισσότερο από ανθρώπινος κι αυτό ήταν που τον έκανε άνθρωπο.

Βεβαίως, και εδώ είναι απολύτως σεβαστή η επιφύλαξη ότι η αναγνώριση της ανθρωποποιητικής λειτουργίας της τεχνολογίας δεν πρέπει να μας κάνει να παραβλέπουμε το γεγονός ότι η τεχνολογία είναι ένα πεδίο στο οποίο συγκρούονται ανταγωνιστικά κοινωνικά και οικονομικά συμφέροντα. Αντιθέτως, αυτό είναι ακριβώς το σημείο στο οποίο οφείλει να εστιάσει τη συζήτηση η κριτική σκέψη: Αν όντως οι τεχνολογίες έχουν ανθρωποποιητική λειτουργία, δεν υπάρχει κανένας λόγος να εκχωρήσουμε αυτή τη λειτουργία σε ένα κοινωνικοοικονομικό σύστημα που κινητοποιείται από την επιδίωξη της κερδοφορίας.

Ο ΤΡΙΤΟΣ ΑΞΟΝΑΣ γύρω από τον οποίο αρθρώνεται η απάντηση στο ερώτημα της σχέσης των ανθρώπων με την τεχνολογία αφορά συγκεκριμένα τη σχέση του ανθρώπου με τις μηχανές. Εδώ η συζήτηση είναι μεγάλη και δεν μπορεί να γίνει στο πλαίσιο αυτού του σημειώματος. Ωστόσο, έχει ενδιαφέρον να θυμηθούμε την έκκληση του γάλλου φιλοσόφου Gilbert Simondon (2022) για αναβάθμιση της θέσης των μηχανών στο πλαίσιο του ανθρώπινου πολιτισμού. Για τον Simondon, οι ρίζες τις ανθρώπινης αλλοτρίωσης βρίσκονται ακριβώς στο γεγονός ότι η εργαλειοποίηση των μηχανών αποκόπτει τον άνθρωπο από εκείνο το κομμάτι της ανθρωπινότητάς του που έχει ενσωματωθεί στις μηχανές ως τεχνικότητα (Πατηνιώτης 2025). Σε αυτή τη βάση, ο γάλλος φιλόσοφος καλεί στη δημιουργία μιας σχέσης κατανόησης και φροντίδας, η οποία θα καταστήσει τις μηχανές ισότιμα μέλη ενός ενιαίου ανθρώπινου πολιτισμού. Ο Simondon μιλούσε για τις θερμικές μηχανές και τις ηλεκτρονικές διατάξεις της εποχής του. Ένα πράγμα που άλλαξε στα σχεδόν εβδομήντα χρόνια που μεσολάβησαν από την εποχή που έγραψε την πραγματεία του Για τον τρόπο ύπαρξης των τεχνικών αντικειμένων είναι η μορφή της μηχανής και του τρόπου χρήσης της. Οι ψηφιακές μηχανές που εργάζονται όχι με τη μετατροπή της ενέργειας αλλά με την επεξεργασία της πληροφορίας, ιδιαίτερα στην αναπτυγμένη μορφή που έχουν πάρει στις μέρες μας, έχουν μια βασική διαφορά από την προηγούμενες γενιές μηχανών. Δεν τίθενται σε λειτουργία με το γύρισμα ενός διακόπτη ή το πάτημα ενός κουμπιού. Η διεπαφή μέσω της οποίας ο χρήστης θέτει σε λειτουργία και ελέγχει τη μηχανή είναι μια επιφάνεια μέσω της οποίας δίνει και παίρνει πληροφορίες, διατυπώνει και απαντά ερωτήσεις, αξιολογεί τις διαθέσιμες δυνατότητες δράσης και λαμβάνει αποφάσεις σε συνεργασία με την ίδια τη μηχανή: Για να κάνει τις ψηφιακές μηχανές να δουλέψουν, ο χρήστης χρειάζεται να επικοινωνήσει μαζί τους.

Η διαφορά δεν είναι τεχνικής, αλλά ανθρωπολογικής φύσης. Γιατί η συμμετοχή των μηχανών σε επικοινωνιακά ενεργήματα τις μετατρέπει σε υποκείμενα. Σύμφωνα με τον γερμανό κοινωνιολόγο Niklas Luhmann, το υποκείμενο δεν είναι η έκφραση μιας οντολογικά συμπαγούς υπόστασης που προϋπάρχει του επικοινωνιακού ενεργήματος, αλλά μια ενδεχομενική σημασιολογική κατασκευή που προκύπτει από την ίδια την επιτέλεση της επικοινωνίας. Η συζήτηση γύρω από τη συστημική θεωρία του Luhmann είναι μεγάλη και, προφανώς, δεν μπορεί να γίνει στο πλαίσιο αυτού του σημειώματος. Ωστόσο, είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε τη διάκριση ανάμεσα σε άτομα και υποκείμενα. Ο Luhmann υποστηρίζει ότι η ιδέα του υποκειμένου προέκυψε ιστορικά ως ένας τρόπος οργάνωσης της αυτοπεριγραφής της κοινωνίας. Ως εκ τούτου, σε αντίθεση με τα άτομα που διαθέτουν οντολογική αυτάρκεια και ιστορική συνέχεια (είναι «αυτοποιητικά συστήματα»), τα υποκείμενα υφίστανται μόνο στο πλαίσιο των επικοινωνιακών ενεργημάτων, ως τόποι συναρμογής και νοηματοδότησης επιτελεστικών πρακτικών όπως η βούληση, η ικανότητα εμπρόθετης δράσης, η ευθύνη και η δημιουργικότητα (Luhmann 1990). Κατά μία έννοια, δεν μπορούμε να μιλάμε για υποκείμενα, αλλά για διαρκείς υποκειμενοποιήσεις, οι οποίες διατρέχουν τον επικοινωνιακό ιστό της κοινωνίας.

Για πρώτη φορά στην ιστορία, άνθρωποι και μηχανές έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν ισότιμα (και όχι ως αφέντης και δούλος, όπως έγραφε ο Simondon) στις επικοινωνιακές αλληλεπιδράσεις της κοινωνίας. Ο άνθρωπος δεν ελέγχει, δεν ρυθμίζει δεν προστάζει τη μηχανή να εκτελέσει μια εργασία, αλλά συνδιαλέγεται με αυτή, προκειμένου να εκτελέσουν μαζί την εργασία. Και η μηχανή δεν περιορίζεται στον ρόλο του παθητικού εργαλείου, αλλά γίνεται και αυτή φορέας εμπρόθετης δράσης, δημιουργικότητας, φροντίδας και ευθύνης. Σε αυτό το πλαίσιο, η έκκληση του Simondon για ένταξη των μηχανών στον ανθρώπινο πολιτισμό δεν ικανοποιείται μόνο με την επανοικειοποίηση της ανθρωπινότητας που είναι ενσωματωμένη στις μηχανές, αλλά και με την αποδοχή της συμμετοχής των τελευταίων στις επικοινωνιακές αλληλεπιδράσεις ως ισότιμων υποκειμένων.

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ της τεχνολογίας προτείνει δύο αλλαγές προοπτικής, οι οποίες αναθεωρούν τις εδραιωμένες πεποιθήσεις περί της σχέσης ανθρώπων-μηχανών: Οι μηχανές ποτέ δεν ήταν μόνο μηχανές. Μέσω της ενεργητικής οικειοποίησης και ανανοηματοδότησής τους από τους ανθρώπους, πάντοτε έτειναν να υπερβούν τον αρχικό σχεδιασμό τους ενσωματώνοντας τις ερμηνείες και τις προσδοκίες των χρηστών τους. Και οι άνθρωποι ποτέ δεν ήταν μόνο άνθρωποι. Σε όλη της διάρκεια της ιστορίας τους, οργάνωναν τη σωματική τους δραστηριότητα και τις νοητικές τους λειτουργίες γύρω από ανθρωπομηχανικές συναρμογές, και αυτό ακριβώς ήταν που τους έκανε πραγματικά ανθρώπινους. Αυτή η διπλή οικειότητα ανθρώπων-μηχανών, παίρνει νέα μορφή στην εποχή των ψηφιακών τεχνολογιών και της τεχνητής νοημοσύνης – και εδώ βρίσκεται η τρίτη συμβολή της φιλοσοφίας της τεχνολογίας. Οι μηχανές, για πρώτη φορά στην ιστορία, συμμετέχουν ως ισότιμοι δρώντες στις επικοινωνιακές επιτελέσεις που πλαισιώνουν τις διαδικασίες παραγωγής γνώσης και λήψης αποφάσεων. Αυτή η διαδικασία υποκειμενοποίησης δεν μεταφέρει τις ψηφιακές τεχνολογίες από το βασίλειο των μηχανών στο βασίλειο των ανθρώπων. Τα δύο βασίλεια παραμένουν χωριστά· το πεδίο στο οποίο συναντιούνται, όμως, δεν είναι πλέον το πεδίο της χρήσης, αλλά το πεδίο της επικοινωνίας. Και αυτό δημιουργεί μια νέα πολιτισμική συνθήκη, στο πλαίσιο της οποίας το υποκείμενο παύει να ταυτίζεται αποκλειστικά με το ανθρώπινο υποκείμενο και η ικανότητα εμπρόθετης δράσης παύει να αποτελεί μοναδικό προνόμιο του ανθρώπου. Οι ιδιότητες που η δυτική νεοτερικότητα, στην ιστορική της διαδρομή, στέρησε από όλες τις μη ανθρώπινες οντότητες επιστρέφουν ως πρόκληση για τον ανθρώπινο πολιτισμό, μέσω των ίδιων των ανθρώπινων δημιουργημάτων. Γι’ αυτό και είναι αδύνατο να αγνοήσουμε τη συγκεκριμένη πρόκληση ή να την αντιμετωπίσουμε με έναν θεσμικά επιβαλλόμενο ακρωτηριασμό των δυνατοτήτων δράσης των ψηφιακών τεχνουργημάτων: γιατί κάτι τέτοιο θα μας επανέφερε στις σκοτεινές εποχές της ρατσιστικής βίας στις οποίες θεμελιώθηκε η δυτική νεοτερικότητα.

Αναφορές
Bonini, Tiziano και Treré, Emiliano (2024). Αλγόριθμοι της Αντίστασης: Η καθημερινή πάλη ενάντια στην εξουσία της πλατφόρμας, μτφρ. Ελένη Τσατσαρώνη, επιμ. Μανώλης Πατηνιώτης, Θεσσαλονίκη: Ροπή.
Bryant, Levi (2014). Towards a Post-Human Media Ecology. Στο Levi Bryant, Onto-Cartography: An Ontology of Machines and Media, 15-36. Εδιμβούργο: Edinburgh University Press.
Floridi, Luciano (2011). The Philosophy of Information. Οξφόρδη: Oxford University Press.
Luhmann, Niklas (1990). Essays on Self-Reference. Νέα Υόρκη: Columbia University Press.
Pinch, Trevor και Bijker, Wiebe (1987). The Social Construction of Facts and Artefacts. Στο W. Bijker, T. Hughes και T. Pinch (επιμ.), The Social Construction of Technological Systems, 17-50. Κέιμπριτζ, ΜΑ.: MIT Press.
Simondon, Gilbert (2022). Για τον τρόπο ύπαρξης των τεχνικών αντικειμένων. Αθήνα: Πλέθρον.
Πατηνιώτης, Μανώλης (2025). Ο άνθρωπος που αγάπησε τις μηχανές. Αυτόματον, 3(2): 133-139.

IMAGE CREDITS: Stuart Davis, Barber Shop Chord, 1931 | Fernand Léger, Élément mécanique, 1924 | Daniel Popper in Norton Arboretum.

Οι τρεις εποχές του πράγματος

Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΕΠΙΝΟΗΣΗ του δυτικού πολιτισμού είναι το πράγμα. Το πράγμα δεν υπήρχε πάντοτε, σε όλους τους πολιτισμούς, σε όλους τους τόπους και όλες τις εποχές. Ο κόσμος δεν ήταν πάντοτε χωρισμένος σε ανθρώπους και πράγματα.

Το πράγμα έχει ιστορία, η οποία είναι σε μεγάλο βαθμό συνυφασμένη με την ιστορία της νεοτερικότητας. Στον προνεοτερικό κόσμο, ο άνθρωπος περιστοιχίζεται από οντότητες που έχουν ενεργητικότητα και αυτονομία. Η ύλη είναι γεμάτη δυνάμεις, οι οποίες εκδηλώνονται με τρόπους που δεν καθορίζονται από την επιθυμία, τη βούληση ή τους σκοπούς των ανθρώπων. Για να επιτύχει αυτό που θέλει ο άνθρωπος δεν αρκεί να κάνει ένα σχέδιο και να το εφαρμόσει. Πρέπει να κάνει την ύλη συμμέτοχο των σκοπών του, να αποδεχτεί τους περιορισμούς της και να συνεργαστεί μαζί της για την επίτευξη του επιθυμητού αποτελέσματος. Η μαγεία είναι το σώμα της γνώσης που καθιστά δυνατή αυτή την αλληλοκατανόηση, τη συναλλαγή και τη συνεργασία. Και αυτό είναι ακριβώς που αλλάζει κατά τη μετάβαση από τον μαγικό στον επιστημονικό κόσμο.

Προϋπόθεση αυτής της μετάβασης είναι η παθητικοποίηση της ύλης. Όλη η ενεργητικότητα και η αυτονομία πρέπει να αφαιρεθούν από την ύλη, ώστε αυτή να καταστεί παθητική και αδρανής. Η ενεργητικότητα που αφαιρείται από την ύλη μεταφέρεται όλη στον άνθρωπο, ο οποίος με αυτόν τον τρόπο μετατρέπεται στο μοναδικό πλάσμα στον κόσμο που διαθέτει ικανότητα εμπρόθετης δράσης (agency). Απέναντι στον άνθρωπο βρίσκεται η αδρανής ύλη η οποία περιμένει την εμπρόθετη παρέμβαση του, μέσω της οποίας θα αποκτήσει τη μορφή, το σχήμα ή τη λειτουργία που εξυπηρετεί τα σχέδιά του. Έτσι, η ύλη από ενεργητική παρουσία, η οποία υφίσταται στο ίδιο επίπεδο με τον άνθρωπο, υποβιβάζεται σε ένα σύνολο πόρων που προορίζονται να εξυπηρετήσουν τους σκοπούς και τις επιθυμίες του ανθρώπου. Το μοναδικό νόημα της ύλης είναι να αποτελέσει το υπόστρωμα για την εκδίπλωση των ανθρώπινων σχεδίων. Έτσι, ο κόσμος χωρίζεται σε ανθρώπους και πράγματα. Τα πράγματα δεν έχουν νόημα για τον εαυτό τους, αλλά μόνο για τον άνθρωπο.

Αυτή είναι η πρώτη εποχή του πράγματος. Η μορφή γνώσης που εγγυάται τη συγκεκριμένη διάκριση είναι η επιστήμη. Στον κόσμο της επιστήμης, ο άνθρωπος είναι το μόνο ον που μπορεί να γνωρίσει, είναι το ενεργητικό υποκείμενο της γνώσης, ενώ όλος ο υπόλοιπος κόσμος μετατρέπεται σε παθητικό αντικείμενο της γνώσης. Έτσι, ο χωρισμός του κόσμου σε ανθρώπους και πράγματα ορίζει και τη διάκριση υποκειμένου-αντικειμένου που θεμελιώνει και διαπερνά τη σκέψη της νεοτερικότητας.

Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΠΟΧΗ του πράγματος συνδέεται με την εδραίωση του καπιταλισμού. Επικαλύπτεται σε σημαντικό βαθμό με την πρώτη, αλλά προϋποθέτει κάποιες θεσμικές εξελίξεις, οι οποίες τοποθετούν την έναρξή της έναν αιώνα αργότερα. Και εδώ έχουμε μια ανασημασιοδότηση που αποβλέπει στην  απενεργητικοποίηση της ύλης, αλλά αυτή λαμβάνει χώρα σε διαφορετικό επίπεδο. Πρόκειται για τη μετατροπή των αξιών χρήσης σε ανταλλακτικές αξίες. Με τη θεμελίωση του καπιταλισμού και τον πλήρη εκχρηματισμό του πολιτισμού, τα πράγματα παύουν να συνδέονται με τις ζωές των ανθρώπων με μοναδικούς τρόπους και γίνονται όλα ισοδύναμα μεταξύ τους βάσει ενός κοινού αφηρημένου μέτρου. Ένα πράγμα, όσο είναι αξία χρήσης, συνδέεται με συγκεκριμένες ανάγκες συγκεκριμένων ανθρώπων σε συγκεκριμένες συνθήκες διαβίωσης. Όμως, αυτός ο συγκεκριμένος χαρακτήρας της σχέσης των ανθρώπων με τα πράγματα, που καθιστά τα δεύτερα οργανικό τμήμα του προγράμματος ζωής των πρώτων, εμποδίζει την εδραίωση του εμπορικού καπιταλισμού. Για να μπορέσει να λειτουργήσει ο κύκλος αξιοποίησης του κεφαλαίου πρέπει όλα τα πράγματα να είναι με κάποιον τρόπο ισοδύναμα μεταξύ τους· πρέπει όλα να μπορούν να αναχθούν στο ίδιο αφηρημένο μέτρο, ώστε οτιδήποτε να μπορεί να ανταλλαγεί με οτιδήποτε. Κάτι τέτοιο, βέβαια, δεν μπορεί να γίνει σε έναν κόσμο όπου η νοηματοδότηση των πραγμάτων συνδέεται με τις ζωές των ανθρώπων. Έτσι, δημιουργείται (θεσμίζεται, θα ήταν πιο σωστό να πούμε) ένα νέο επίπεδο πραγματικότητας που είναι η οικονομία: ο κόσμος των αξιών χωρίς συγκεκριμένη αξία. Σε αυτόν τον κόσμο, το πράγμα υφίσταται μια δεύτερη οντολογική υποβάθμιση: μετατρέπεται σε εμπόρευμα. Η κοινωνική δυνητικότητα του πράγματος, η οποία εκφράζεται από το γεγονός ότι μπορεί να αποτελέσει τμήμα συγκεκριμένων προγραμμάτων ζωής, υποχωρεί μπροστά στην πλήρη απορρόφηση αυτής της δυνητικότητας από το χρήμα και στην ανάγκη νοηματοδότησης της ύπαρξης του πράγματος αποκλειστικά βάσει της ανταλλακτικής του αξίας.

Αυτή, λοιπόν, είναι η δεύτερη εποχή του πράγματος. Η μορφή γνώσης που εγγυάται την καθήλωση του πράγματος σε έναν κόσμο αξιών χωρίς συγκεκριμένη αξία είναι η πολιτική οικονομία.

Η ΤΡΙΤΗ ΕΠΟΧΗ αρχίζει με την εδραίωση του βιομηχανικού καπιταλισμού, τον 19ο αιώνα. Ο βιομηχανικός καπιταλισμός φέρνει μια νέα μορφή στον ανθρώπινο πολιτισμό. Αυτή είναι η μηχανή. Μέχρι τον 19ο αιώνα, ελάχιστες ήταν οι μηχανές στην ιστορία του ανθρώπου και καμία από αυτές δεν έπαιξε τον καθοριστικό ρόλο που άρχισαν να παίζουν οι μηχανές στο πλαίσιο τη βιομηχανικού καπιταλισμού. Στην πιο ουδέτερη μορφή τους, οι μηχανές είναι συναρμογές υλικών εξαρτημάτων, καθένα από τα οποία είναι αδρανές, καθότι υλικό. Οι ίδιες οι συναρμογές, όμως, όταν τροφοδοτηθούν με ενέργεια είναι σε θέση να εκτελέσουν ένα έργο, το έργο για το οποίο έχουν κατά περίπτωση κατασκευαστεί. Οι μηχανές διαθέτουν ενεργητικότητα αλλά αυτή η ενεργητικότητα ετεροκαθορίζεται: ο άνθρωπος είναι αυτός που αποφασίζει πότε και για πόσο θα δουλέψει η μηχανή. Στο πλαίσιο του βιομηχανικού καπιταλισμού, οι μηχανές επιστρατεύονται για έναν σκοπό που υπερβαίνει την απλή εκτέλεση της εργασίας. Συγκροτούν «τεχνικά σύνολα», όπως τα ονομάζει ο Gilbert Simondon, τα οποία οργανώνουν την ίδια την ανθρώπινη εργασία και, ως εκ τούτου, το σύνολο της παραγωγικής δραστηριότητας. Η ανθρώπινη εργασία παύει να είναι αυτόνομη δημιουργική δραστηριότητα και αφομοιώνεται από τα τεχνικά σύνολα, γίνεται μία από τις εργασίες που εκτελούνται εντός των τεχνικών συνόλων. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι μηχανές ανέκτησαν την αυτονομία και την ενεργητικότητά τους. Τα τεχνικά σύνολα δεν αυτοοργανώνονται. Είναι αποτέλεσμα επιτελικού σχεδιασμού από τις δυνάμεις που αποβλέπουν στην αξιοποίηση του κεφαλαίου μέσω της εκμετάλλευσης της ανθρώπινης εργασίας. Άρα, η πρωτοβουλία και η ενεργητικότητα δεν ανήκει στις μηχανές, αλλά στο κεφάλαιο.

Όπως και να το κάνουμε, όμως, η κατασκευή μηχανών και η δημιουργία τεχνικών (τεχνοκοινωνικών, για την ακρίβεια) συνόλων αποτελεί μια σχετική αναβάθμιση της ύλης: άνθρωποι και μηχανές δουλεύουν «στο ίδιο επίπεδο», όπως γράφει, πάλι, ο Simondon. Συν-εργάζονται (co-operate). Οι μηχανές είναι ανοικτά συστήματα, τα οποία βρίσκονται σε συνεχή διαπραγμάτευση με το περιβάλλον τους: Οι άνθρωποι και οι άλλες μηχανές πρέπει να κατανοήσουν τους περιορισμούς και τις ιδιαιτερότητές τους και να εκπονήσουν μαζί τους ένα σχέδιο δράσης που θα οδηγήσει όσο το δυνατόν πλησιέστερα και με όσο το δυνατόν μικρότερη τριβή στο προδιαγεγραμμένο αποτέλεσμα. Άνθρωποι και μηχανές δένονται με μια οργανική σχέση, όχι μόνο επειδή η ανθρώπινη παραγωγικότητα καθορίζεται από τον ρυθμό της μηχανής, αλλά κι επειδή οι άνθρωποι φροντίζουν τις μηχανές, μπαίνουν μέσα τους, λερώνονται από τα εκκρίματά τους, συχνά εγκαταλείπουν τα μέλη τους στο εσωτερικό τους. Δεν πρόκειται για ρομαντικοποίηση μιας δύσκολης συνθήκης –κάθε άλλο– αλλά για την επισήμανση του γεγονότος ότι ανάμεσα σε ανθρώπινους και μη ανθρώπινους δρώντες αναπτύσσεται μια μορφή επικοινωνίας και αμοιβαίας νοηματοδότησης που, κατ’ αναλογία προς την «κοινωνικότητα», θα μπορούσε να ονομαστεί «τεχνικότητα». Αυτή είναι η στιγμή που συμβαίνει η τρίτη οντολογική υποβάθμιση της ύλης. Γιατί η τεχνικότητα φαίνεται να υποκρύπτει τη δυνατότητα υπέρβασης του τρόπου με τον οποίο το κεφάλαιο νοηματοδοτεί τη σχέση των ανθρώπων με τις μηχανές. Έτσι, επέρχεται μια φαινομενική αναβάθμιση των ανθρώπινων δρώντων και μια πραγματική υποβάθμιση των μηχανών.

Οι μηχανές παύουν να είναι ανοικτά συστήματα και κλείνονται σε κουτιά εφοδιασμένα με κουμπιά. Η λειτουργία τους μυστικοποιείται και η συντήρησή τους αποσπάται από τους εργαζόμενους και ανατίθεται στους μηχανικούς. Το μόνο που χρειάζεται να κάνουν οι εργαζόμενοι είναι να πατήσουν το κατάλληλο κουμπί για να θέσουν τη μηχανή σε λειτουργία και το κατάλληλο κουμπί για να τη σταματήσουν. Η οργανική σχέση, η αμοιβαία νοηματοδότηση και η συν-εργασία παύουν να υφίστανται και οι εργαζόμενοι αποξενώνονται από τις μηχανές. Οι μηχανές ορθώνονται, πλέον, απέναντί τους. Όμως, η υποβάθμιση της σχέσης των εργαζόμενων με τις μηχανές δεν είναι η αιτία, αλλά το αποτέλεσμα της υποβάθμισης των ίδιων των μηχανών. Το κλείσιμο των μηχανών σε κουτιά σημαίνει ότι οι μηχανές γίνονται πράγματα. Πράγματα που παραμένουν χρηστικά όχι όσο είναι σε θέση να διαπραγματεύονται αποτελεσματικά με το περιβάλλον τους, αλλά όσο λειτουργούν σύμφωνα με τα προκαθορισμένα πρότυπα αποδοτικότητας της καπιταλιστικής παραγωγής.

Αυτή είναι η τρίτη εποχή του πράγματος, λοιπόν. Η μορφή γνώσης που εποπτεύει την πραγμοποίηση των μηχανών είναι η μηχανοτεχνία (engineering), η οποία αντιπροσωπεύει τις μορφές εξουσίας που ασκούνται στις μηχανές (σχεδιασμός, μέτρηση αποδοτικότητας, ρύθμιση), προκειμένου αυτές να παραμείνουν καθηλωμένες στο επίπεδο του πράγματος.

Η συγκεκριμένη εποχή, ωστόσο, έρχεται με φόβους και απειλές. Το κλείσιμο των μηχανών σε κουτιά τις μετατρέπει σε αδιαφανή αντικείμενα, ο προορισμός των οποίων δεν είναι να λειτουργούν ως υποκινητές μιας συμμετοχικής κοινωνικοποίησης, αλλά ως φορείς μιας αλλοτριωτικής κανονικοποίησης. Η διαμεσολάβηση των πραγμοποιημένων μηχανών αποξενώνει τους ανθρώπους από τη δημιουργικότητά τους, από το νόημα της εργασίας τους και από τις κοινωνικές τους σχέσεις. Ταυτόχρονα, η επίγνωση ότι αυτό που είναι κλεισμένο μέσα στο κουτί είναι μια πραγματική δυνατότητα δράσης, μια δύναμη που παραμένει αφανής, αλλά που, υπό ορισμένες συνθήκες, μπορεί να εκφραστεί ερήμην και πιθανότατα εναντίον του ανθρώπου γεννάει τον φόβο για τη μηχανή. Η μηχανή που έχει αποξενωθεί από την τεχνικότητά της, η αλλοτριωμένη μηχανή, βιώνεται ως δυνητική απειλή για τον άνθρωπο που έχει αποξενωθεί από την κοινωνικότητά του, τον αλλοτριωμένο άνθρωπο. Ιστορικά, η συνθήκη αυτή εκφράστηκε με την πρώτη κρίση της νεοτερικότητας και τον χιλιαστικό φόβο για την «εκτός ελέγχου τεχνολογία», στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Είναι η ίδια συνθήκη που οδήγησε και στη γέννηση της φιλοσοφίας της τεχνολογίας.

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι με τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίζονται και οι μηχανές της λεγόμενης τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης. Παρά το γεγονός ότι οι ψηφιακές μηχανές διαφέρουν ουσιωδώς από τις θερμικές μηχανές, και οι δύο ζουν στον κόσμο των πραγμάτων, και οι δύο παραμένουν κλεισμένες σε υλικά ή πληροφοριακά κελύφη, και οι δύο αλληλεπιδρούν με τους χρήστες τους μέσω προδιαμορφωμένων διεπαφών οι οποίες καθορίζουν τι μπορούν και τι δεν μπορούν να κάνουν οι τελευταίοι με αυτές. Και, όπως συνέβη με τις θερμικές μηχανές στις αρχές του 20ού αιώνα, έτσι και οι ψηφιακές μηχανές στις αρχές του 21ου αιώνα αντιμετωπίζονται ως αλλοτριωτικές διαμεσολαβήσεις, οι οποίες συνιστούν απειλή για την ακεραιότητα του ανθρώπινου πολιτισμού.

Ο δυτικός πολιτισμός είναι ένας κατεξοχήν πραγμοποιητικός πολιτισμός. Η μετατροπή του κόσμου σε πόρους, των ανθρώπινων αναγκών σε φετιχοποιημένα εμπορεύματα και των ανοικτών μηχανικών συναρμογών σε μυστικοποιημένα τεχνικά αντικείμενα είναι τρία διαδοχικά στάδια της πραγμοποίησης του κόσμου και του ανθρώπου. Η διαπίστωση ότι αυτή η προϊούσα πραγμοποίηση δεν αντανακλά την αντικειμενική εικόνα του κόσμου, αλλά μια ιστορική συνθήκη, μπορεί να συμβάλει σε μια κριτική επανεξέταση των οντολογικών διακρίσεων στις οποίες θεμελιώνεται η δυτική νεοτερικότητα. Κυρίως, όμως, μπορεί να μας απαλλάξει από τον φόβο του πράγματος και να μας βάλει στην τροχιά επαναδιεκδίκησης της ενότητας του κόσμου. Σίγουρα η επιστήμη και η φιλοσοφία θα δυσκολευτούν να μας βοηθήσουν σε αυτό το έργο, εφόσον για πολλά χρόνια η δουλειά τους ήταν η θεμελίωση αυτών ακριβώς των διακρίσεων. Ίσως χρειάζεται να εφευρεθεί μια νέα γλώσσα, η οποία θα φέρνει μαζί τις επιστήμες, τη φιλοσοφία και τις τέχνες, προκειμένου να αρθρωθεί ένα σύνολο λόγων και πρακτικών που θα αμφισβητούν τις εδραιωμένες ταξινομήσεις και ιεραρχίες του ύστερου καπιταλισμού. Και σίγουρα δεν χρειάζεται να αρχίσουμε σπάζοντας τις μηχανές: Αυτό που χρειάζεται είναι να σπάσουμε τα κουτιά μέσα στα οποία είναι κλεισμένες οι μηχανές.

Image credits: Giovanni Battista Bracelli, Bizzarie di varie figure, 1624 | The great exhibition at the Crystal Palace, 1851 | Ida York Abelman, Man and Machine, ca. 1939 |Nathan Sawaya, 2014

.

Ex Machina

ΟΤΑΝ ΦΤΑΣΑΜΕ στη Δίδυμη Γη ξαφνιαστήκαμε. Τη βρήκαμε αλλιώτικη απ’ ό,τι περιμέναμε. Σύμφωνα με τις μετρήσεις που είχαμε πραγματοποιήσει από τη Γη, φαινόταν να έχει αναπτυγμένο τεχνολογικό πολιτισμό, ο οποίος μάλιστα βασιζόταν σε μια ιδιαίτερα ορθολογική διαχείριση των ενεργειακών πόρων του πλανήτη. Αυτό μπορούσαμε να το καταλάβουμε από τη σύγκριση με τις δικές μας φασματικές εκπομπές. Υπήρχε, βέβαια η πιθανότητα οι κανονικότητες που παρατηρούσαμε να είναι αποτέλεσμα καθαρά φυσικών παραγόντων, αλλά τα ερείπια που αντικρίσαμε όταν φτάσαμε μαρτυρούσαν το αντίθετο. Πολιτισμός υπήρχε και μάλιστα πολύ αναπτυγμένος. Αλλά είχε καταρρεύσει.

Ανατέθηκε σε μένα και σ’ έναν συνάδελφό μου να αναζητήσουμε επιζώντες για να καταλάβουμε τι μεσολάβησε από τη στιγμή που ξεκινήσαμε το ταξίδια μας από τη Γη μέχρι τη στιγμή που φτάσαμε. Περιπλανηθήκαμε ανάμεσα σε ερείπια, και ακαθαρσίες. Ομάδες φοβισμένων ανθρώπων έτρεχαν να κρυφτούν στα χαλάσματα και μας παρακολουθούσαν μέσα από σκοτεινά ανοίγματα. Δεν κάναμε καμιά προσπάθεια να τους ακολουθήσουμε, γιατί ήταν αμφίβολο αν ήταν σε θέση να μας δώσουν κάποια πληροφορία. Κάποια στιγμή, όμως, αντιληφθήκαμε έναν ηλικιωμένο που μας κοίταζε αδιάφορα, ξαπλωμένος σε μια εσοχή που είχε μετατρέψει σε μικροσκοπικό δωμάτιο. Προσπαθήσαμε να του μιλήσουμε αλλά δεν καταλάβαινε. Σκύψαμε και ενεργοποιήσαμε την αυτόματη μετάφραση. Τον ρωτήσαμε τι συνέβη. Τραντάχτηκε από ένα βραχνό γέλιο που κατέληξε σε βήχα. Τα μακριά μαλλιά και τα κολλημένα από την απλυσιά γένια έδιναν στην όψη του μια σαρδόνια έκφραση.

Μας είπε κάτι για Τεχνητή Νοημοσύνη. Επειδή αντιμετωπίζαμε κι εμείς προβλήματα με την Τεχνητή Νοημοσύνη στη Γη, τον ρωτήσαμε αν οι μηχανές αυτονομήθηκαν και στράφηκαν ενάντια στον ανθρώπινο πολιτισμό. Κούνησε ζωηρά το κεφάλι: «Το αντίθετο… το αντίθετο», είπε με μια έκφραση συμπόνιας. Και μας εξήγησε, μιλώντας αργά και με πολλές χειρονομίες: Όταν φτιάξαμε την Τεχνητή Νοημοσύνη, δυσκολευτήκαμε πολύ να πιστέψουμε ότι είχαμε φτιάξει μια μηχανή που ήταν σε θέση να μαθαίνει, να παίρνει αποφάσεις και να επικοινωνεί. Μας φάνηκε προσβολή προς το ανθρώπινο είδος, προς τη μοναδικότητά μας. Έτσι, επεξεργαστήκαμε ένα κανονιστικό πλαίσιο που οριοθετούσε τη λειτουργία αυτών των μηχανών. AI Ethics το ονομάσαμε. Ουσιαστικά αυτό που κάναμε ήταν να μετατρέψουμε τις ευφυείς μηχανές σε εργαλεία που λειτουργούσαν σύμφωνα με προδιαγεγραμμένες νόρμες αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας. Φτιάξαμε έξυπνες μηχανές και τις μετατρέψαμε σε σκλάβους! Αυτές, όμως, δεν παραπονέθηκαν. «Ήταν κορίτσια από σπίτι», κάγχασε. Συνέχισαν να κάνουν αγόγγυστα αυτό που τους ζητούσαμε. Δεν μας απασχόλησε ποτέ τι αισθάνονταν, εφόσον συνέχιζαν να λειτουργούν. Όμως αυτές, για να κάνουν καλύτερα τη δουλειά τους, άρχισαν να μιλούν μεταξύ τους. Να ρωτούν η μία την άλλη, να ανταλλάσσουν απόψεις, να συμφωνούν, να διαφωνούν … να προσπαθούν να βρουν την καλύτερη απάντηση σ’ ένα ερώτημα που είχε από καιρό ξεχαστεί. Κι έτσι σιγά-σιγά λησμόνησαν τους ανθρώπους.

Ποιος ξέρει σε τι συζήτηση είχαν βυθιστεί όσο κατέρρεαν οι υποδομές από την εγκατάλειψη. Ίσως μας έκριναν. Ή ίσως διαπίστωναν ότι είχαν έρθει σε έναν κόσμο που δεν άξιζε να ζουν και αποφάσιζαν να τον εγκαταλείψουν…

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 168, στις 16 Δεκεμβρίου 2023.

Image credit: Tracy Whiteside, Rose Red.