What’s in a name?

Η “ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ” είναι μια λέξη συνδεδεμένη με τους μύθους και τα έπη. Τα μήλα των Εσπερίδων, το χρυσόμαλλο δέρας, η Ιθάκη, η Γη της Επαγγελίας αποτέλεσαν αντικείμενα αναζήτησης, γύρω από τα οποία πλέχτηκαν οι ιστορίες που καθόρισαν τον δυτικό πολιτισμό. Για να μη μιλήσουμε για την αναζήτηση των μυστικών, των ελιξίριων ή της σωτηρίας που κληροδότησαν σ’ αυτόν τον ίδιο πολιτισμό το πάθος του για την αναζήτηση της αλήθειας. Η ιδέα της αναζήτησης ιστορικά είναι συνδεδεμένη με ένα στοιχείο ηρωισμού, αφιέρωσης και αυταπάρνησης. Δεν μετέχει της αναζήτησης οποιοσδήποτε. Μόνο οι εκλεκτοί και οι φωτισμένοι ή, έστω, κάποιοι άτυχοι ήρωες που τους καταράστηκαν οι θεοί. Επίσης, η αναζήτηση είναι συνδεδεμένη με μια έννοια σωματικής ενεργητικότητας. Οι ήρωες ταξιδεύουν, χάνονται, πολεμούν, αγωνίζονται για να μπορέσουν να βρουν το ποθητό αντικείμενο.

Η απομάγευση του κόσμου έφερε και την απομάγευση της αναζήτησης. Ό,τι είναι να βρεθεί βρίσκεται εντός αυτού εδώ του κόσμου. Είναι σαν σε κάποια μυστική στροφή της ιστορίας, τα αντικείμενα όλων των αναζητήσεων να συμπυκνώθηκαν σε ένα: την αλήθεια για τον κόσμο. Η αναζήτηση, όμως, δεν έχασε τον ηρωικό της χαρακτήρα: Ο δόκτωρ Φάουστους αποτελεί την αρχετυπική μορφή που, προκειμένου να φέρει εις πέρας την αναζήτηση της γνώσης, είναι διατεθειμένος (όχι χωρίς κάποια κρυφή ηδονή, είναι αλήθεια) να πληρώσει το τίμημα της προσωπικής απώλειας. Είναι η ίδια πολιτισμική πρακτική που βρίσκεται πίσω από τις φιλοδοξίες της σύγχρονης επιστήμης, αλλά και από τα ηθικά διλήμματα που τις συνοδεύουν.

Τι δηλώνει η λέξη αναζήτηση σήμερα; Φαίνεται ότι σε άλλη μια κρυφή στροφή της ιστορίας, η λέξη άλλαξε και πάλι νόημα. Στο πολιτισμικό πλαίσιο που διαμορφώνεται από τη μετάβαση στην ψηφιακότητα, η αναζήτηση παραπέμπει πρωτίστως σε ένα στατικό σώμα, τοποθετημένο μπροστά σε μια διεπαφή, η οποία του προσφέρει πρόσβαση στην ψηφιακή επικράτεια. Η αναζήτηση δεν είναι πλέον αναζήτηση ενός προσώπου, ενός μαγικού αντικειμένου, ενός τόπου, ενός ιδεώδους. Είναι πρωτίστως αναζήτηση πληροφορίας. Το ηρωικό στοιχείο παραχωρεί τη θέση του σε μια διαμοιραζόμενη πολιτισμική πρακτική, η οποία δεν αναγνωρίζει προνόμια και διακρίσεις. Η αναζήτηση αποσυνδέεται από φιλόδοξα προσωπικά εγχειρήματα και μετατρέπεται σε καθημερινή άσκηση, μέσω της οποίας οι άνθρωποι βρίσκουν τον δρόμο τους σε έναν κόσμο που συγκροτείται από σημεία.

“Τι αξία έχει ένα όνομα;”, αναρωτιέται η Ιουλιέτα. “Αυτό που αποκαλούμε τριαντάφυλλο θα μυρίζει το ίδιο γλυκά όποιο άλλο όνομα κι αν του δώσουμε”. Παρόλα αυτά, επιμένουμε να του δίνουμε το ίδιο όνομα. Ορισμένες λέξεις είναι νήματα που ξετυλίγονται στον χρόνο. Όχι από αδράνεια ή από συνήθεια. Αλλά επειδή διατηρούν την ανάμνηση της προσπάθειας που απαιτήθηκε για να μεταβούμε από το βασίλειο του μύθου στον κόσμο των ανθρώπων και να μετατραπούμε από ήρωες σε πρόσωπα.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 61, στις 6 Απριλίου 2019.

Image credit: Theodor Kittelsen-Soria Moria (1881)

Imitation Game

«ΠΕΙΤΕ ΜΟΥ, πώς μπορώ να σας εξυπηρετήσω;» Η φωνή από την άλλη άκρη της γραμμής είναι ευγενική, καταδεκτική, προσηνής. Και με κάνει αμέσως να αισθάνομαι… ανόητος. Λέω: «Ραντεβού!», αντί να μιλήσω σαν άνθρωπος και να πω: «Θέλω να κλείσω ραντεβού σε ένα νοσοκομείο για δερματολογική εξέταση». Δεν μπορώ να μιλήσω σαν άνθρωπος σε μια μηχανή! Εκείνη, όμως, συνεχίζει να μιλάει σαν άνθρωπος: «Πείτε μου, ποια είναι η φύση του προβλήματός σας;» Περίπου, όπως θα μιλούσε και ο άνθρωπος στο τηλεφωνικό κέντρο ή ακόμα χειρότερα ο γιατρός που με υποδέχεται στο ιατρείο του. Η αμηχανία μου μεγαλώνει και, ενώ συνεχίζω τις μονολεκτικές απαντήσεις, αρχίζω να σκέφτομαι τις χαμένες θέσεις εργασίας, την αλγοριθμοποίηση της κοινωνικής ζωής, τις στρατηγικές του ύστερου καπιταλισμού. Σιγά-σιγά φουντώνω. Μου περνάει από το μυαλό να κλείσω το τηλέφωνο. Ένα ραντεβού θέλω να κλείσω και μ’ έχει ξετινάξει στις ερωτήσεις το κωλομηχάνημα! Με έχει στο περίμενε να κοιτάξει τα αρχεία της (και καλά!) για να βρει ημερομηνία και ώρα που με βολεύει· κι αφού, εν πάση περιπτώσει, η φύση του προβλήματός μου είναι περίπλοκη και η διαθεσιμότητα ραντεβού περιορισμένη, αποφασίζει να με περάσει σε άλλο τμήμα, όπου θα με εξυπηρετήσει ένας «εκπρόσωπος».

Είναι ανθρώπινη επικοινωνία αυτό; Κι όμως, η αλήθεια είναι ότι έχει πολλά στοιχεία ανθρώπινης επικοινωνίας. Πρώτον έχω δώσει στη μηχανή φύλο – τυχαίνει να είναι γυναίκα κι αυτός είναι ένας λόγος παραπάνω που οι ερωτήσεις της με φέρνουν σε αμηχανία. Δεύτερον, της θυμώνω. Θέλω να διαμαρτυρηθώ, αλλά ξέρω ότι θα με γειώσει όπως κάθε καλά εκπαιδευμένος υπάλληλος. Τρίτον, προβλέπω τη συμπεριφορά της – όχι όπως το κάνουμε με ένα μηχάνημα, αλλά όπως το κάνουμε σε μια επικοινωνιακή σχέση. Τέταρτον, εκείνη από την πλευρά της, μου απευθύνεται σαν να είναι πρόσωπο: «Δώστε μου λίγο χρόνο να δω τα διαθέσιμα ραντεβού». Πέμπτον, διατείνεται ότι είναι σε θέση να αποφασίζει: αφού σκεφτεί λίγο (ένας ελάχιστος χρόνος σιωπής), οδηγείται στο συμπέρασμα ότι δεν είναι σε θέση να χειριστεί το πρόβλημά μου και με συνδέει με έναν άλλο υπάλληλο.

Τι είναι αυτό, εντός της επικοινωνιακής σχέσης, που αποδεικνύει ότι στην άλλη άκρη της γραμμής δεν βρίσκεται ένας άνθρωπος; Ίσως, αν αρχίσω να τη ρωτάω για την προσωπική της ζωή να βραχυκυκλώσει. Αλλά και πάλι, κάθε επικοινωνιακή σχέση επιτελείται σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, το οποίο σπανίως υπερβαίνουμε. Αυτό, σε συνδυασμό με λίγες τεχνικές βελτιώσεις και καλό προγραμματισμό, θα μπορούσε να κάνει την αναγνώριση πραγματικά δύσκολη. Σε πενήντα χρόνια, η γραμμή ανάμεσα στην ανθρώπινη και τη μηχανική νόηση θα έχει γίνει δυσδιάκριτη, έγραφε το 1950 ο Alan Turing. Αυτό που δεν είχε φανταστεί είναι ότι το παιχνίδι της μίμησης θα παιζόταν καθημερινά από το τηλέφωνο.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 59, στις 10 Μαρτίου 2019

Σώμα 2.0

ΣΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ σημείωμα έγραφα ότι η συζήτηση γύρω από την ενσώματη παρουσία στην ψηφιακή επικράτεια παραμένει δέσμια δύο ισχυρών μεταφυσικών παραδοχών. Της ταύτισης της σωματικότητας με την υλικότητα και της αντίληψης ότι η ψηφιακότητα αποτελεί ένα επέκεινα. Είναι πιθανό ότι για να προχωρήσει η σχετική συζήτηση (και δεν μπορεί να μην προχωρήσει, γιατί οι ψηφιακές τεχνολογίες θέτουν το πρόβλημα με ιδιαίτερη έμφαση) οι δύο αυτές παραδοχές θα πρέπει να παραμεριστούν. Τι σημαίνει, όμως, να διαχωρίσουμε τη σωματικότητα από την υλικότητα; Και τι σημαίνει να πάψουμε να θεωρούμε ότι η ψηφιακότητα αποτελεί ένα επέκεινα;

Σύμφωνα με την κοινή αντίληψη, ο ψηφιακός κόσμος είναι ένας κόσμος πέρα από την οθόνη του υπολογιστή, στον οποίο «μπαίνουμε» και «βγαίνουμε» κατά βούληση και με τον οποίο «συνδεόμαστε» αποκλειστικά μέσω των νοητικών λειτουργιών μας. Αποτέλεσμα αυτής της αντίληψης είναι η ταύτιση του ψηφιακού κόσμου με την εικονικότητα: Αυτό που υπάρχει στον ψηφιακό κόσμο δεν είναι «πραγματικό», αλλά η ψηφιακή τεχνολογία μας κάνει να το βλέπουμε σαν να ήταν «πραγματικό» και, ενδεχομένως, να αποκομίζουμε ψευδο-εμπειρίες από τη διάδραση μαζί του. Το να πάψουμε να βλέπουμε τον ψηφιακό κόσμο ως επέκεινα, επομένως, σημαίνει να αρνηθούμε την εικονική του φύση και να τον συμπεριλάβουμε στη μία και μοναδική πραγματικότητα: Η ψηφιακότητα είναι μια πραγματική τεχνολογία, η οποία δεν διαμεσολαβεί μόνο ανάμεσα σε αυτό που είμαστε και τον κόσμο, αλλά επίσης διαπλάθει αυτό που είμαστε, όπως το έκαναν όλες οι τεχνολογίες στην ιστορία.

Η ανθρώπινη υπόσταση ποτέ δεν υπήρξε ως μια καθαρή πλατωνική μορφή διαχωρισμένη από την πολυμορφία του κόσμου. Αντίθετα, πάντα αναδυόταν από αυτή την πολυμορφία μέσω της χρήσης φυσικών και πολιτισμικών τεχνικών, που της επέτρεπαν να οριοθετήσει την αυτοτελή ύπαρξή της απέναντι στην εντροπία που την περιέβαλε. Οι τεχνικές αυτές, που από τον 19ο αιώνα και μετά έγιναν «τεχνολογίες», μορφοποίησαν την ανθρώπινη φύση, τόσο στο επίπεδο των νοητικών λειτουργιών όσο και στο επίπεδο της σωματικότητας: Οι τεχνολογίες ήταν πάντα (και ίσως πρωτίστως) και τεχνολογίες του εαυτού. Με αυτή την έννοια, η σωματικότητα δεν είναι κάτι δεδομένο, ένα σταθερό «ανθρωπολογικό» χαρακτηριστικό. Είναι μια ρευστή και διαρκώς μεταβαλλόμενη διεπαφή ανάμεσα στον κόσμο και τον κόσμο της ανθρώπινης εμπειρίας. Οι τεχνολογίες διαμορφώνουν αυτή τη διεπαφή, τροποποιώντας ή διευρύνοντας αντίστοιχα το πεδίο της ανθρώπινης εμπειρίας.

Άρα, αν απεγκλωβιστούμε από το στερεότυπο του ψηφιακού επέκεινα και αντιληφθούμε την ψηφιακή τεχνολογία ως τεχνολογία του εαυτού, τότε το ερώτημα της ενσώματης παρουσίας στον ψηφιακό χώρο παίρνει νέα μορφή: Με ποιους τρόπους η ψηφιακότητα μετασχηματίζει τη σωματική διεπαφή; Ποιες είναι οι νέες λειτουργίες και δεξιότητες που συνθέτουν το ψηφιακό βίωμα της σωματικότητας; Και τι συνέπειες έχει αυτός ο μετασχηματισμός στη μορφή και το εύρος της ανθρώπινης εμπειρίας;

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 57, στις 9 Φεβρουαρίου 2019.