Παράθυρα

ΣΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ έγραφα ότι η μετάβαση από τη γραμμή εντολών στο γραφικό περιβάλλον χρήστη δεν διέπεται από κάποιου είδους ορθολογισμό ή αναγκαιότητα. Είναι επιλογή. Δεν κάνει τον χειρισμό των μηχανών ευκολότερο. Αντίθετα περιορίζει και αυτοματοποιεί τους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι αλληλεπιδρούν με τις μηχανές. Στην ουσία, αποειδικεύει τους χρήστες, μεταφέροντας ένα πολύ περιορισμένο και τυποποιημένο τμήμα της γνώσης τους στο γραφικό περιβάλλον χρήστη. Πέραν των δυνατοτήτων που προσφέρει αυτό το περιβάλλον, η πλειονότητα των χρηστών δεν μπορούν να αξιοποιήσουν καμιά άλλη λειτουργία των υπολογιστών. Οι ψυχολογικοί όροι που στηρίζουν αυτή την ανορθολογική τεχνική επιλογή σχετίζονται με τον «ναρκισσισμό του ποντικιού». Ο χρήστης κολακεύεται από τη μεγεθυσμένη αντήχηση των ενεργειών του, που του επιστρέφει το γραφικό περιβάλλον, και έχει την εντύπωση ότι κάνει περισσότερα. Στην πραγματικότητα, κάνει λιγότερα. Και με μεγαλύτερο κόστος.

Στην ιστορία των υπολογιστών, οι οθόνες ήταν πάντα ένα ελάχιστο τμήμα της συνολικής εγκατάστασης. Παραδοσιακά, η επικοινωνία με τους υπολογιστές γινόταν είτε χωρίς καθόλου οθόνη είτε μέσω μιας μικροσκοπικής οθόνης που κατέγραφε τις εντολές και διαβίβαζε την απόκριση της μηχανής. Αυτή η μινιμαλιστική οπτική διεπαφή άρχισε να μεγαλώνει και να αποκτά κεντρική θέση όταν η κουλτούρα του υπολογιστή διασταυρώθηκε με την κουλτούρα της τηλεόρασης. Όταν, δηλαδή, ο υπολογιστής άρχισε να αντιμετωπίζεται και ως μηχανή παραγωγής εικόνων· είτε αυτές αφορούσαν την αναπαράσταση των υπολογισμών που εκτελούσε είτε την παραγωγή ψηφιακών γραφικών για εμπορική ή καλλιτεχνική χρήση. Ακόμα κι όταν άρχισαν να εμφανίζονται τα «παραθυρικά» περιβάλλοντα, όμως, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, το μέγεθος της οθόνης έμεινε περιορισμένο – στους υπολογιστές της Apple επί μία δεκαετία διατηρήθηκε στις 9 ίντσες. Σα να μην πίστευαν κι οι ίδιοι οι κατασκευαστές ότι η συγκεκριμένη μορφή αλληλεπίδρασης ανθρώπου-υπολογιστή επρόκειτο ποτέ να γενικευτεί.

Αυτό ανατράπηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Η επικράτηση του γραφικού περιβάλλοντος χρήστη δημιούργησε νέες τεχνολογικές απαιτήσεις. Η γραφική αναπαράσταση όλο και περισσότερων λειτουργιών, η αμεσότητα της απόκρισης, η «διαισθητικότητα» της χρήσης έκαναν αναγκαία την παραγωγή ισχυρών καρτών γραφικών, οι οποίες καταναλώνουν πιο πολλή ενέργεια κι από την κεντρική μονάδα επεξεργασίας του υπολογιστή. Και μολονότι αυτό μας ανταμείβει με μια φαντασμαγορία οπτικών αποτελεσμάτων, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειας δαπανάται στα κλικ του ποντικιού και στα drag and drop των εικονιδίων – στον οπτικό αναδιπλασιασμό των λειτουργιών ο οποίος, όπως είπαμε, δεν επιτρέπει στον χρήστη να κάνει περισσότερα, αλλά λιγότερα. Η επιλογή του γραφικού περιβάλλοντος χρήστη είναι μια τεχνικά και οικονομικά ανορθολογική επιλογή. Αποτελεί, όμως, ένα εδραιωμένο πολιτισμικό δεδομένο που καθορίζει πλέον τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζουμε και αλληλεπιδρούμε με τις μηχανές. Όπως έχω ξαναγράψει, το ερώτημα δεν είναι τι είναι αυτό που κάνει δυνατό η τεχνολογία, αλλά τι είναι αυτό που κάνει δυνατή την τεχνολογία.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 114, στις 17 Ιουλίου 2021.

IMAGE CREDIT: Daniel Oliva Barbero, Evolution

Ο ναρκισσισμός του ποντικιού

ΑΝ ΡΩΤΗΣΕΤΕ έναν έμπειρο χρήστη του Linux θα σας πει ότι ο έλεγχος των λειτουργιών του υπολογιστή μέσω του terminal είναι πολύ ευκολότερος απ’ ό,τι μέσω του γραφικού περιβάλλοντος χρήστη (GUI). Το terminal είναι η μαύρη οθόνη όπου γράφουμε τις εντολές που εκτελεί ο υπολογιστής. Ο μέσος χρήστης των Windows, του iOS, ακόμα και του Linux δεν έρχεται ποτέ σε επαφή με αυτό. Η εμφάνιση της μαύρης οθόνης μας γεμίζει πανικό: Δεν ξέρουμε τι να γράψουμε και ξέρουμε πως, ακόμα κι αν γράφαμε κάτι, μετά θα έπρεπε να γράψουμε κάτι άλλο κι ύστερα κάτι ακόμα για να κάνουμε τον υπολογιστή να κινηθεί αργά και διστακτικά προς την εκτέλεση μιας ακολουθίας εργασιών. Κι όμως, η αλήθεια είναι ότι με μια μικρή γνώση –που ούτως ή άλλως πρέπει να διαθέτουμε για να μπορούμε να χειριστούμε ένα μηχάνημα– η χρήση της γραμμής εντολών προσφέρει αποτελεσματικότερο έλεγχο του υπολογιστή και μεγαλύτερη ταχύτητα στην εκτέλεση κρίσιμων εργασιών. Για παράδειγμα, μαζικές εργασίες ή σύνθετες αλληλουχίες εντολών είναι αδύνατο να προγραμματιστούν μέσω GUI ή απαιτούν δεξιότητες ανάλογες με εκείνες που απαιτεί η γραμμή εντολών. Τι είναι, λοιπόν, αυτό που έκανε τους χρήστες να μετακινηθούν από τη γραμμή εντολών, που ήταν το αρχικό περιβάλλον αλληλεπίδρασης με τον υπολογιστή, στο γραφικό περιβάλλον χρήστη;

Η Βικιπαίδεια γράφει το προφανές: «Αυτός ο τρόπος αλληλεπίδρασης μεταξύ των χρηστών και του υπολογιστή φέρνει την ανθρώπινη εμπειρία πλησιέστερα στο υπόλοιπο φυσικό περιβάλλον και συνεπώς ταιριάζει καλύτερα στην ανθρώπινη φύση.» Ποια είναι, όμως, αυτή η ανθρώπινη φύση; Στη Γλώσσα των Νέων Μέσων, ο Lev Manovich σημειώνει εύστοχα: «Τα περισσότερα νέα μέσα, ανεξάρτητα από το αν παρουσιάζουν στον χρήστη την εικόνα του, μπορούν να ενεργοποιήσουν μια ναρκισσιστική συνθήκη, καθώς παρουσιάζουν στον χρήστη τις πράξεις του και τα αποτελέσματά τους. Με άλλα λόγια λειτουργούν ως ένα νέο είδος καθρέφτη, που αντανακλά, όχι μόνο την εικόνα, αλλά και τις ενέργειες του ανθρώπου. Πρόκειται για ένα διαφορετικό είδος ναρκισσισμού, που δεν αφορά την παθητική ενατένιση αλλά τη δράση. Ο χρήστης κινεί τον δείκτη στην οθόνη, επιλέγει εικονίδια, πατάει τα πλήκτρα στο πληκτρολόγιο, κ.ο.κ. Η οθόνη του υπολογιστή λειτουργεί ως καθρέφτης αυτών των ενεργειών. Ο καθρέφτης αυτός δεν αντανακλά απλώς, αλλά ενισχύει επίσης σημαντικά τις ενέργειες του χρήστη […] Για παράδειγμα η επιλογή του εικονιδίου ενός φακέλου ενεργοποιεί ένα κινούμενο σχέδιο που συνοδεύεται από ήχο· το πάτημα ενός κουμπιού στο χειριστήριο παιχνιδιού οδηγεί έναν χαρακτήρα να αναρριχηθεί σε ένα βουνό κ.ο.κ.»

Η διάθεση του ανθρώπου να δει τον εαυτό του μεγεθυσμένο μέσα στο τεχνούργημά του καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τη στάση του απέναντι στην τεχνολογία. Η οικειοποίηση αυτής της ναρκισσιστικής διάθεσης από τον καταναλωτισμό δημιούργησε το πλαίσιο τεχνολογικής ορθολογικότητας που νομιμοποίησε μια από τις σημαντικότερες τεχνικές επιλογές της εποχής μας.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 113, στις 3 Ιουλίου 2021.

Αρχαιότερη από τη Βαβέλ

ΣΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ σημείωμα έγραφα για τη διεπαφή ως τεχνολογικό τόπο όπου επιτελείται η επικοινωνία, όχι μεταξύ ενός εσωτερικού και ενός εξωτερικού, αλλά μεταξύ δύο λειτουργιών – μιας μηχανής και ενός χρήστη. Ωστόσο, η διεπαφή δεν είναι μόνο τεχνολογικός τόπος. Μπορεί να είναι και πολιτισμικός τόπος, όπου επιτελείται η επικοινωνία μεταξύ διαφορετικών διανοητικών πλαισίων. Η μετάφραση, ή ακριβέστερα η μεταφραστική εργασία είναι μια τέτοια και ίσως η σημαντικότερη πολιτισμική διεπαφή. Και όπως κάθε καλή διεπαφή, οφείλει να παραμένει αφανής.

Το 2008 κυκλοφόρησε η αναθεωρημένη έκδοση του βιβλίου του Lawrence Venuti, The translators invisibility, το οποίο παρακολουθεί τις διαφορετικές μορφές μεταφραστικής εργασίας στη διάρκεια της Ιστορίας. Η «καλή» μεταφράστρια είναι η αόρατη μεταφράστρια: ο άνθρωπος που παύει να υπάρχει τη στιγμή ακριβώς που ολοκληρώνει την εργασία του και αφήνει τον αναγνώστη να έρθει σε «απευθείας» επαφή με το έργο της συγγραφέως. Μόνο που αυτός ο άνθρωπος δεν υπάρχει και δεν υπήρξε ποτέ στην Ιστορία. Η μεταφραστική εργασία, όπως κάθε εργασία, μετασχηματίζει το αντικείμενό της. Υπό αυτή την έννοια, η μετάφραση είναι μια δημιουργική εργασία η οποία παράγει ένα νέο προϊόν. Επίσης, η πρώτη ύλη αυτής της εργασίας δεν είναι μόνο το έργο, η εκφρασμένη με μοναδικό τρόπο σκέψη της συγγραφέως, αλλά και ολόκληρο το διανοητικό πλαίσιο στο οποίο συγκροτείται αυτή η σκέψη, καθώς και το διανοητικό πλαίσιο που την υποδέχεται. Συνεπώς, η μετάφραση αποτελεί τη διεπαφή μέσω της οποίας ένα διανοητικό πλαίσιο αλληλεπιδρά με ένα άλλο, προκειμένου να πραγματοποιηθεί η πρόσληψη του συγκεκριμένου έργου. Και, όπως κάθε διεπαφή, αποκρυσταλλώνει συγκεκριμένες αισθητικές, αξιακές, εννοιολογικές και γλωσσικές συμβάσεις. Γι’ αυτό και στη διάρκεια της Ιστορίας, η μετάφραση πήρε πολύ διαφορετικές μορφές.

Ακόμα, λοιπόν, κι αν ο αναγνώστης επιλέγει να ζήσει με την ψευδαίσθηση ότι η μετάφραση τού εξασφαλίζει απευθείας πρόσβαση στη σκέψη της συγγραφέως, αυτό δεν συμβαίνει σε καμία περίπτωση. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι του εξασφαλίζει πρόσβαση στην ίδια τη μεταφραστική εργασία, η οποία εμπλουτίζει το εννοιολογικό και γλωσσικό του σύμπαν με νέες έννοιες, νέα μέσα και, ως εκ τούτου, νέες εκφραστικές και δημιουργικές δυνατότητες. Υπό αυτή την έννοια, η μετάφραση δεν περιορίζεται στη μεταφορά ενός έργου στο πλαίσιο υποδοχής, αλλά συμβάλλει στον μετασχηματισμό αυτού του πλαισίου. Το ίδιο συμβαίνει και προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το μετάφρασμα επιστρέφει στο αρχικό έργο διευρύνοντας το εννοιολογικό του σύμπαν με τις ερμηνείες και τις ανανοηματοδοτήσεις που δέχτηκε κατά τη διέλευσή του από τη διεπαφή της μετάφρασης. Μετά την μετάφρασή του ούτε το αρχικό έργο ούτε η σκέψη που το γέννησε είναι πλέον ίδια.

Η μετάφραση είναι αρχαιότερη από τη Βαβέλ, επειδή βλέπει τη διαφορετικότητα, όχι ως τιμωρία, αλλά ως προϋπόθεση για τη δημιουργία των νοημάτων που συνέχουν έναν κοινό ανθρώπινο κόσμο.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 112, στις 18 Ιουνίου 2021.

IMAGE CREDIT: Pieter Bruegel ο πρεσβυτερος, Ο Πυργος της Βαβελ,1563.