Συμπτώσεις

ΣΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ σημείωμα έγραφα ότι ο Ευγένιος Βούλγαρης βρέθηκε στο έδαφος όπου επρόκειτο να εκδηλωθεί μια από τις εμβληματικότερες συγκρούσεις του τέλους της νεοτερικότητας. Βρέθηκε όμως και στο έδαφος όπου επρόκειτο να πάρει μορφή μια από τις εμβληματικότερες πολιτικές τεχνολογίες της νεοτερικότητας. Η αρχιεπισκοπή Σλαβηνίου και Χερσώνος ιδρύθηκε το 1775 και την πνευματική της καθοδήγηση ανέλαβε ο Κερκυραίος λόγιος, που απολάμβανε την εμπιστοσύνη της Μεγάλης Αικατερίνης. Την πολιτική και στρατιωτική διοίκηση της τεράστιας περιοχής ανέλαβε ένας άλλος ευνοούμενος της αυτοκράτειρας, ο πρίγκηπας Γκριγκόρι Ποτέμκιν. Στόχος του Ποτέμκιν ήταν ο εποικισμός της αχανούς επικράτειας που εκτείνονταν κατά μήκος των νότιων συνόρων της Ρωσίας, αλλά και η οικονομική αξιοποίηση των πλούσιων πόρων που αυτή διέθετε. Ο Ποτέμκιν έπρεπε να προσελκύσει εργατικό δυναμικό για να καλλιεργήσει τη γη, αλλά και τεχνίτες για να επανδρώσει τα εργαστήρια και τα ναυπηγεία. Ο ρόλος του Βούλγαρη ήταν κρίσιμος στη διατήρηση της ειρήνης και της υπακοής των χριστιανικών πληθυσμών. Δεν αρκούσε, όμως. Χρειαζόταν και η συνδρομή ανθρώπων που ήταν σε θέση να οργανώσουν και να επιβλέψουν την εκτέλεση συγκεκριμένων εργασιών.

Το 1780 φτάνει στη Ρωσία ένας φιλόδοξος και πολυπράγμων Άγγλος μηχανικός, ο Samuel Bentham. Ο Samuel μπαίνει αμέσως στην υπηρεσία του Ποτέμκιν αναλαμβάνοντας ένα πλήθος διαφορετικών ρόλων. Στρατιωτικός διοικητής, ναυπηγός, μηχανικός και μάνατζερ. Ένα από τα προβλήματα που καλείται να αντιμετωπίσει είναι το πρόβλημα της επίβλεψης του εργατικού δυναμικού που απασχολούνταν στα κτήματα και στις φάμπρικες του Ποτέμκιν. Η αφοσίωση στη Ορθοδοξία και η κοινωνική ειρήνη που προωθούσε ο Βούλγαρης ήταν αποτελεσματικές, αλλά μέχρις ενός σημείου. Για να υπάρξουν οικονομικά αποτελέσματα χρειαζόταν και εργασιακή πειθαρχία. Ο Samuel δεν είναι σε θέση να επιβάλει την απαιτούμενη πειθαρχία σε μια τόσο μεγάλη εργατική δύναμη. Έτσι σκέφτεται μια ευφυή λύση. Κατασκευάζει σημεία επιτήρησης απ’ όπου οι επιστάτες μπορούν εποπτεύουν ολόκληρο τον χώρο εργασίας. Οι ίδιοι, όμως, δεν φαίνονται από τον χώρο εργασίας. Έτσι, η ύπαρξη και μόνο των σημείων επιτήρησης αρκεί για να επιβάλει τη συμμόρφωση των εργαζομένων: Οι εργαζόμενοι δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν πότε επιτηρούνται και πότε όχι, άρα θεωρούν ότι πάντοτε επιτηρούνται. Ναι, το Πανοπτικόν είναι δημιουργία του Samuel και όχι του Jeremy Bentham. Και δεν είναι αποτέλεσμα του φιλοσοφικού ωφελιμισμού που πρέσβευε ο δεύτερος, αλλά των υπηρεσιών που πρόσφερε ο πρώτος στον πρίγκηπα Γκριγκόρι Ποτέμκιν για τον έλεγχο του εργατικού δυναμικού στη μεθόριο της ρωσικής αυτοκρατορίας.

Η νεοτερικότητα γεννήθηκε στην περιφέρεια. Η μητρόπολη γεννήθηκε στις αποικίες. Αυτό το ξέραμε. Εκείνο που κάθε φορά μας εκπλήσσει είναι οι απροσδόκητες διασταυρώσεις διανοητικών εγχειρημάτων και τροχιών ζωής. Το τέλος της ιστορίας παίζεται στην Αγγλία: Το Πανοπτικόν γίνεται ένα αποτυχημένο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα των αδελφών Bentham. Και ο Βούλγαρης γίνεται μέλος της Royal Society, την ίδια μέρα που γίνεται μέλος και ο Antoine Lavoisier!

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 146, στις 17 Δεκεμβρίου 2022.

Αναφορές
Γεωργία Πέτρου. Ο Ευγένιος Βούλγαρης (1716-1806) και η Βασιλική Εταιρεία του Λονδίνου. Νεύσις, 2001, 10: 181 – 198.

Ίλια Χατζηπαναγιώτη-Sangmeister. Τα χρόνια της Χερσώνας (1781-1788): Συμβολή στη βιογραφία του Ευγενίου Βούλγαρη. Στο Χαρίτων Καρανάσιος (επιμ.), Εὐγένιος Βούλγαρης. Ὁ homo universalis τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ. Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 2018: 143-179.
Werrett, Simon. The Panopticon in the Garden: Samuel Bentham’s Inspection House and Noble Theatricality in Eighteenth-Century Russia. Ab Imperio, 2008, 3: 47–70.


Μεταγραφή των πιστοποιητικών εκλογής στη Royal Society

The most reverend Father in God, Eugenius Bulgari, arch-bishop of Cherson, and Author of several philological , philosophical and mathematical works of great merit, written in greek for the benefit of the greek nation, being desirous of becoming a fellow of the royal society on the foreign list, we, whose names are hereunto subscribed, do strongly recommend him as highly deserving of the honour he requests and likely to prove a very useful and valuable member
Read May 17th 1787
Balloted for and elected April 3d 1788
S Horsley; John Paradise; Clayton Mordaunt Cracherode; I H Browne; R Warren; Cyril Jackson; J G King; Richard Paul Jodrell; Rd Kirwan; Wm Coxe

M. T. A. Lavoisier, Member of the Royal Academy of Sciences at Paris, and well known to the learned world for his many important discoveries in chemistry, being desirous of admission into the Royal Society on the foreign List; we whose names are subscribed do, from our knowledge of himself or his works, recommend him as a Gentleman whose distinguished character in Science renders him worthy of the honour he solicits
Read November 8th 1787
Balloted for and elected April 3d 1788
H Cavendish; C Blagden; C F Greville; Saml Foart Simmons; E W Gray; J Rennell; Wm Marsden; J A DeLuc

ΠΗΓΗ: ARCHIVES OF THE ROYAL SOCIETY, REFERENCE NUMBERS EC 1787/29 & EC 1787/38.

Το τέλος

ΕΓΡΑΦΑ στο προηγούμενο σημείωμα ότι ο Ευγένιος Βούλγαρης, αρχιεπίσκοπος Σλαβηνίου και Χερσώνος, βρέθηκε στο επίκεντρο ενός δράματος που επρόκειτο να παιχτεί δυόμισι αιώνες αργότερα. Ποιο είναι αυτό το δράμα; Ίσως σκεφτεί κανείς ότι είναι το λεγόμενο «ουκρανικό». Όμως το «ουκρανικό», όπως και το «πολωνικό» δεν χρειάζονταν να περιμένουν δυόμισι αιώνες. Παίζονταν ήδη από τα χρόνια του Βούλγαρη, ο οποίος εξάλλου είχε μεταφράσει το δοκίμιο του Βολτέρου «Περί των διχονοιών των εν ταις εκκλησίαις της Πολονίας». Το θέμα του δοκιμίου είναι η ουνιτική πολιτική της Καθολικής Εκκλησίας και τα δικαιώματα των Ορθόδοξων και Διαμαρτυρόμενων πληθυσμών της Πολωνίας έναντι των Καθολικών. Η προώθηση της ιδέας της ανεξιθρησκίας από τον Βολτέρο και τον Βούλγαρη είχε πολιτική βάση: Το 1767, τη χρονιά που δημοσιεύτηκε η μετάφραση, η Μεγάλη Αικατερίνη εισέβαλε στην Πολωνία ως υπερασπίστρια των Ορθόδοξων αδελφών, με πρόσχημα την αποτροπή του εμφυλίου πολέμου.

Οι μεθοριακές διαμάχες δεν είναι κάτι ξένο στην εποχή του Βούλγαρη λοιπόν και ο ίδιος καταλήγει (ή επιλέγει) να γίνει όργανο μίας από αυτές. Η τεράστια αρχιεπισκοπή που ιδρύεται για να τεθεί υπό την ευθύνη του περιλαμβάνει μεγάλο μέρος των σημερινών εδαφών της Ουκρανίας και της Λευκορωσίας και ο ρόλος του Βούλγαρη είναι να στερεώσει την παρουσία της ρωσικής αυτοκρατορίας σε αυτά. Οι αναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών, η πολιτικά υποκινούμενη θρησκευτική κατήχηση και η καλλιέργεια εθνοτικών οραμάτων στο πλαίσιο της αυτοκρατορίας ήταν μέρος των πρακτικών της εποχής και συνέχισαν να χρησιμοποιούνται με διαφορετικές μορφές όλο το επόμενο διάστημα.

Το μελλοντικό δράμα, όμως, στο επίκεντρο του οποίου βρίσκεται ο Βούλγαρης έχει άλλες διαστάσεις. Τα χρόνια που μεσολάβησαν από την εγκατάστασή του στην Πολτάβα μέχρι τις μέρες μας σηματοδοτούν την ανάδυση των εθνικισμών και τη δημιουργία των εθνών-κρατών που υπήρξαν οι πρωταγωνιστές της νεοτερικότητας. Οι «κοινωνίες», οι «οικονομίες», οι «ταυτότητες», οι «κουλτούρες» γίνονται αφύσικα τοπικές και κλείνονται σε εθνικά σύνορα που οριοθετούν γεωπολιτικά «αυτονόητα». Η ευρωπαϊκή νεοτερικότητα πορεύεται με αυτά τα αυτονόητα κάνοντάς τα, μέσω του ιμπεριαλισμού, αυτονόητα για όλον τον πλανήτη. Τα εθνικά σύνορα, κατακτημένα ή επιβεβλημένα αλλά πάντα «φαντασιακά», γίνονται βίαιες τομές στο σώμα της πολιτισμικής συνέχειας και κινητικότητας. Και, όταν το αφήγημα της νεοτερικότητας καταρρέει, αντί να επουλωθούν, μετατρέπονται σε ουλές, σε ενθύμια ενός τραύματος που υπονομεύει κάθε προοπτική υπέρβασης της επινοημένης τοπικότητας. Η μόνη προοπτική που επιφυλάσσει η Ιστορία σε αυτό το πληγωμένο σώμα είναι η ανασύσταση των αυτοκρατοριών. Ο Βούλγαρης στάθηκε στο σημείο μηδέν της σύγκρουσης που επρόκειτο να εκδηλωθεί στο τέλος της νεοτερικότητας. Της σύγκρουσης ανάμεσα σε νεοαναδυόμενους αυτοκρατορικούς σχηματισμούς που επιδιώκουν να θεμελιώσουν την κυριαρχία τους με τη βοήθεια των μέσων που έθεσε στη διάθεσή τους η τεχνοεπιστημονική νεοτερικότητα. Και για να το πετύχουν αυτό μετατρέπουν, εκ νέου, τον πόλεμο σε πάγια συνθήκη του πολιτικού βίου.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 145, στις 3 Δεκεμβρίου 2022.

Αναφορές
Benedict Anderson, Φαντασιακές Κοινότητες. Στοχασμοί για τις Απαρχές και τη Διάδοση του Εθνικισμού, Νεφέλη, Αθήνα 1997.
Ernest Gellner, Έθνη και Εθνικισμός, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1992.

Image Credit: Paul Nash, Circle of monoliths, 1937-8.

Σοφία

Ο JEAN LE ROND D’ALEMBERT υπήρξε εξέχων μαθηματικός και ένας από τους χαρακτηριστικότερους εκφραστές του Γαλλικού Διαφωτισμού. Σε ένα άρθρο του για την «πειραματική φιλοσοφία» που περιλαμβάνεται στην περίφημη Εγκυκλοπαίδεια κάνει μια ενδιαφέρουσα δήλωση. Είναι κρίμα, γράφει, που δεν μπορούμε να συλλάβουμε την πραγματικότητα ενορατικά· να συλλάβουμε, δηλαδή, τα φαινόμενα μαζί με τις αιτίες τους. Αυτή η αδυναμία έχει να κάνει με τους περιορισμούς των νοητικών ικανοτήτων του ανθρώπου, γι’ αυτό είναι ανυπέρβλητη. Έτσι, αναγκαζόμαστε να καταφύγουμε στο πείραμα και στην επαγωγή. Ο d’Alembert βλέπει την πειραματική επαγωγή ως ένα φτωχό υποκατάστατο της αυθεντικής γνωστικής διαδικασίας, που δεν θα μπορούσε να είναι παρά εποπτική, καθολική και ακαριαία (τουτέστιν ενορατική).

Και όμως, σε αυτή την ανεπαρκή μέθοδο θεμελιώθηκε το γιγαντιαίο οικοδόμημα της σύγχρονης επιστήμης. Ό,τι έχουμε μάθει για τη φύση και για τον εαυτό μας προέρχεται από τη σχολαστική παρατήρηση, την υπομονετική ταξινόμηση και τη συστηματική γενίκευση των θραυσμάτων γνώσης που αποκομίζουμε από την επαφή μας με τον κόσμο. Στην πραγματικότητα, η οικειοθελής αποδοχή της γνωσιολογικής μας ανεπάρκειας σηματοδοτεί το πέρασμα από το ιδεώδες της καθολικότητας στο ιδεώδες της μεθόδου – από τον κόσμο της σοφίας στον κόσμο της επιστήμης. Και αυτό που κινητοποιεί τη συγκεκριμένη μετάβαση δεν είναι ασφαλώς η γοητεία της ατέλειας και της αποσπασματικότητας, αλλά ο διαφαινόμενος εκδημοκρατισμός της γνωστικής διαδικασίας.

Η επιστήμη έχει θέση για όλους, όχι μόνο για όσους έχουν το (συχνά ταξικό) προνόμιο να εποπτεύουν την πραγματικότητα από απόσταση και να συλλαμβάνουν την γενική κίνηση των πραγμάτων. Αυτή ακριβώς η δυνατότητα εκθρόνισης των αυθεντιών είναι που κινητοποιεί τους πρωταγωνιστές της Επιστημονικής Επανάστασης και του Διαφωτισμού· αυτή η ίδια δυνατότητα είναι που μετατρέπει τη μαζικοποιημένη πλέον επιστήμη σε βασική κοινωνική δύναμη της νεοτερικότητας. Η ιδέα είναι ότι τώρα όλοι μπορούν να συμβάλλουν στην παραγωγή της γνώσης, όχι ως φωτισμένοι στοχαστές, αλλά ως εργάτες που, ακολουθώντας την κατάλληλη μέθοδο, θα φωτίζουν τη μια σκοτεινή γωνιά της φύσης μετά την άλλη. Η σοφία θα είναι το αποτέλεσμα αυτής της συλλογικής προσπάθειας και θα προέλθει από τη σύνθεση των αποτελεσμάτων της επιστημονικής εργασίας.

Μόνο που τα πρόσωπα που κάνουν αυτή τη σύνθεση δεν είναι τα ίδια με τα πρόσωπα που παράγουν τη γνώση. Όλοι μπορούν να συμμετάσχουν στη συναγωγή, τον έλεγχο και την επικύρωση των επιστημονικών αποτελεσμάτων. Δεν μπορούν όμως όλοι να συμμετάσχουν στη συγκέντρωση και τη σύνθεση αυτών των αποτελεσμάτων από τις οποίες προκύπτουν κατανοητές εικόνες της πραγματικότητας. Το σημείο στο οποίο η επιστημονική γνώση προσεγγίζει τη σοφία είναι και το σημείο στο οποίο η δημοκρατία υποχωρεί για να δώσει τη θέση της στην αυθεντία των ειδικών που αντλούν το κύρος τους όχι από την προνομιακή τους σχέση με τη γνώση, αλλά από την προνομιακή τους σχέση με την εξουσία.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 141, στις 8 Οκτωβρίου 2022.