Η θέαση ως εργασία

ΕΓΡΑΦΑ ΣΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ σημείωμα ότι η τέχνη του μοντάζ αποτελεί τον πυρήνα της πολιτισμικής τεχνολογίας του κινηματογράφου. Οι θεατές έχουν εκπαιδευτεί να αποκωδικοποιούν την κινηματογραφική γλώσσα σε τέτοιο βαθμό, που ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο καθορίζεται πλέον σε τεράστιο βαθμό από την κινηματογραφική διεπαφή. Οι συνέπειες αυτής της εξοικείωσης δεν περιορίζονται, όμως, στο πολιτισμικό πεδίο. Αφορούν και την οικονομία.

Το 1986, δύο θεωρητικοί των Μέσων, ο Sut Jhally και ο Bill Livant δημοσίευσαν ένα άρθρο με τίτλο «Watching as Working». Αντικείμενο του άρθρου ήταν η απλήρωτη εργασία που εκτελούν οι θεατές των τηλεοπτικών προγραμμάτων για την αποκωδικοποίηση του νοήματος των διαφημίσεων. Μολονότι δεν δηλώνεται ρητά στο άρθρο, η βασική ιδέα είναι ότι οι θεατές των τηλεοπτικών προγραμμάτων αποτελούν μια κατάλληλα εκπαιδευμένη εργατική δύναμη. Η εκπαίδευσή τους συνίσταται, ακριβώς, στην πολιτισμική εξοικείωση με τη γλώσσα του κινηματογράφου. Χάρη σε αυτήν, οι θεατές είναι σε θέση να κάνουν δύο πράγματα. Αφενός να αντλούν από τα τηλεοπτικά προγράμματα υλικό που συνδέεται με την αναπαραγωγή της εργατικής τους δύναμης. Νοήματα, συναισθήματα, αξίες, γνώσεις και θεωρήσεις του κόσμου χάρη στις οποίες ανασυνθέτουν διαρκώς τους εαυτούς τους ως δρώντα υποκείμενα σε ένα καθορισμένο σύστημα κοινωνικών σχέσεων. Αφετέρου να αποκωδικοποιούν τα μηνύματα των διαφημίσεων μέσω των οποίων ανασυνθέτουν διαρκώς τους εαυτούς τους ως καταναλωτές σε ένα καθορισμένο σύστημα εμπορευματικών σχέσεων.

Οι δύο θεωρητικοί αντλούν από τη θεωρία της αξίας του Μαρξ για να αναλύσουν τον «εργάσιμο χρόνο» των θεατών. Ακολουθώντας το πρότυπο οργάνωσης της καπιταλιστικής παραγωγής, τα τηλεοπτικά μέσα προσπαθούν να αυξήσουν όσο το δυνατόν περισσότερο την παραγωγή υπεραξίας, άρα τον χρόνο εργασίας που υπερβαίνει τον χρόνο που απαιτείται για την απλή αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Για να το πετύχουν αυτό πρέπει είτε να αυξήσουν τον απόλυτο διαφημιστικό χρόνο εις βάρος των υπόλοιπων προγραμμάτων είτε να αυξήσουν την παρουσία του διαφημιστικού μηνύματος στο σύνολο των προγραμμάτων. Τα κάνουν και τα δύο. Απλώς το πρώτο έχει ένα όριο, καθώς δοκιμάζει την υπομονή και την αισθητική αντοχή των θεατών. Η αύξηση της έντασης του διαφημιστικού μηνύματος εξυπηρετείται πολύ καλύτερα από τη δεύτερη στρατηγική.

Αυτό επιβάλλει την εκλέπτυνση της κινηματογραφικής γλώσσας. Το μήνυμα διαχέεται στο πρόγραμμα χάρη σε νέες τεχνικές κινηματογραφικού μοντάζ. Κι εδώ είναι που ξαναγυρίζουμε στην εκπαίδευση των θεατών. Πέρα από τις απλές αφηγήσεις, οι θεατές πρέπει να είναι πλέον σε θέση να αποκωδικοποιούν πολύμορφες συνθέσεις, όπου τα μηνύματα είναι εγκιβωτισμένα σε άλλα μηνύματα και η νοηματική συνέχεια παραχωρεί τη θέση της σε εννοιολογικές μήτρες που εκπέμπουν σε πολλαπλά επίπεδα ταυτόχρονα. Η τέχνη του μοντάζ γίνεται, έτσι, ένας τόπος όπου η αισθητική, η ιδεολογία και η οικονομία διασταυρώνονται με εμβληματικό τρόπο, καθορίζοντας το πολιτισμικό τοπίο του 21ου αιώνα.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 48, στις 29.9.2018

Ο καταναλωτισμός ως απλήρωτη εργασία

ΕΞΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΝΑ ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

Στα δύο προηγούμενα φύλλα, ο συνεργάτης του Πρίσματος E. S. σχολίασε τις αλλαγές των εργασιακών σχέσεων που εγκυμονεί η ψηφιακή συνθήκη. Η έγνοια του ήταν να δείξει ότι σε αντίθεση με τις τεχνο-οπτιμιστικές διακηρύξεις περί μετάβασης σε έναν σύμπαν άυλης εργασίας, η υλικότητα και η ταξικότητα παραμένουν τα κεντρικά χαρακτηριστικά της εργασίας, τόσο στον μεταξύ τους συνδυασμό όσο και στον συνδυασμό τους με την τεχνολογική πρόοδο. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι οι θεωρητικές αναλύσεις από τις οποίες εκκινεί ο Ε. S. (media studies της δεκαετίας του 1980 και ψηφιακές σπουδές του 2000) εστιάζουν σε ένα στοιχείο το οποίο μπορεί να αλλάξει σημαντικά την αντίληψή μας για την εργασία στον μεταβιομηχανικό κόσμο: την έννοια της απλήρωτης παραγωγικής εργασίας. Στο κείμενο του τελευταίου φύλλου μνημονεύεται η φράση του Dallas Smythe “όλος ο χρόνος που δεν κοιμόμαστε είναι εργάσιμος χρόνος”, για να δηλωθεί η τεχνολογικά μεθοδευμένη προσπάθεια του κεφαλαίου να εξαγάγει αξία από όλες τις πλευρές της κοινωνικής ζωής. Υπό το πρίσμα αυτής της θεώρησης (η οποία αποτέλεσε αντικείμενο συστηματικών επεξεργασιών από τους στοχαστές της Αυτονομίας), τα όρια ανάμεσα στην παραγωγική εργασία και την κατανάλωση αμβλύνονται. Η παραγωγή δεν επιτελείται αποκλειστικά στον χώρο εργασίας και η κατανάλωση δεν αφορά μόνο την πραγματοποίηση των αξιών. Επίσης, η παραγωγική εργασία δεν επιτελείται μόνο από καθορισμένες ομάδες ανθρώπων, αλλά από ολόκληρη την κοινωνία, η οποία οργανώνεται για να υπηρετήσει τις προτεραιότητες αξιοποίησης του κεφαλαίου, όχι μόνο στο επίπεδο των παραγωγικών σχέσεων, αλλά και ως καθαυτό χώρος παραγωγής. Οι σημειώσεις που ακολουθούν γράφτηκαν ως επίμετρο στις εύστοχες αναλύσεις του E. S. και αποτελούν μια προσπάθεια να περιγραφεί αυτή η κατάλυση των ορίων ως μια εν εξελίξει διαδικασία που σηματοδοτεί τη μετάβαση σε ένα σύμπαν «πολύ-πολύ μακρινό», όπου κάθε μορφή ανθρώπινης δραστηριότητας έχει υπαχθεί στη διαδικασία αξιοποίησης του κεφαλαίου.

Continue reading

YOLO!

Το 2013 ο Terry Gilliam γύρισε μια ταινία που πήγε άπατη. Το «Θεώρημα Μηδέν». Ωστόσο, για τους γνωρίζοντες η ταινία είναι ένα κινηματογραφικό διαμάντι, που μαζί με τους «12 πιθήκους» ολοκληρώνει τη διεισδυτική τριλογία του «Brazil». Στο δυστοπικό σκηνικό που αναδύεται από τη steampunk φαντασία του Gilliam, ένας διχασμένος άνθρωπος προσλαμβάνεται από μια επιχείρηση για να αποδείξει –με τη μαθηματική έννοια του όρου– τη ματαιότητα των πάντων. Μπορεί οι υπολογισμοί να γίνονται με πετάλια και κονσόλα παλιού βιντεοπαιχνιδιού, αλλά ο υπερεπεξεργαστής που τροφοδοτεί τον ήρωα με δεδομένα έχει φτιαχτεί για να χωρέσει μέσα του ολόκληρο το σύμπαν. Το οποίο, βέβαια, δεν είναι όσο μεγάλο θα περίμενε κανείς, αφού… όλα είναι ένα τίποτα.

Ο ήρωας δεν μπορεί να καταλάβει γιατί μια επιχείρηση να θέλει να αποδείξει ότι όλα είναι μάταια. Η απάντηση τού δίνεται από τη φασματική φιγούρα που εκπροσωπεί τη «διοίκηση»: «Ποτέ δεν είπα ότι όλα είναι μάταια. Είμαι επιχειρηματίας, κ. Leth! Τίποτα δεν είναι μάταιο: το να δημιουργείς τάξη στην αταξία φέρνει χρήμα. Το χάος παράγει κέρδος, κ. Leth!» Το μοτίβο που επανέρχεται στις απεγνωσμένες προσπάθειες του ήρωα να αποδείξει τη ματαιότητα των πάντων είναι ότι το μηδέν ισούται με 93%, ενώ το ζητούμενο είναι να φτάσει το 100%. Αυτό που εμποδίζει τους ανθρώπους να αποδεχτούν πέραν πάσης αμφιβολίας την ανυπαρξία σκοπού και νοήματος της ζωής είναι η «κλήση» που περιμένουν. Η ανάθεση της αποστολής που θα δώσει νόημα στην ύπαρξή τους και προορισμό στις πράξεις τους. Κι αυτή η προσμονή πρέπει να ξεριζωθεί με επιστημονικό τρόπο. Τότε και μόνο τότε, το κενό της ύπαρξης θα γίνει ολοκληρωτικά κερδοφόρο, ένα απέραντο πεδίο δυνατοτήτων αξιοποίησης του κεφαλαίου.

Οι θρησκείες, οι φιλοσοφίες, οι μύθοι, η αφοσίωση, ο έρωτας αναστέλλουν την ολοκλήρωση του καπιταλισμού. Εν αναμονή της λύτρωσης ή της γνώσης, οι άνθρωποι αρνούνται να δουν τη μοναδική αλήθεια: YOLO! You only live once – «ζεις μόνο μια φορά» κι αυτή δεν έχει κανένα απολύτως νόημα. Έτσι απαρνούνται τη μοναδική ευτυχία που τους είναι δυνατή: να παραδοθούν ολοκληρωτικά στον παρηγορητικό καταναλωτισμό. Ο καπιταλισμός είναι η μόνη τεχνολογία που μπορεί να κατασκευάσει προϊόντα με πρώτη ύλη το τίποτα, και να λυτρώσει τους ανθρώπους από την ανάγκη να αντικρίζουν μόνοι και ανυπεράσπιστοι το αδυσώπητο κενό της ύπαρξης.

Οι γιορτές είναι η αποθέωση του καταναλωτισμού. Ήταν, όμως, ανέκαθεν συνδυασμένες και με σκοτεινούς μύθους. Αφηγήσεις και τελετουργίες που διασκέδαζαν τη βαθιά ριζωμένη αίσθηση ματαιότητας, με την υπόμνηση της ικανότητας των ανθρώπων να παράγουν νόημα. Η οικειοποίηση αυτής της ικανότητας από τον καπιταλισμό, απλώς γεμίζει το υπαρξιακό κενό με σκουπίδια.

Ευτυχισμένο το 2017!

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 8, την 1.1.2017.