Κατατάξεις

ΕΚΑΝΑ ΤΟ ΛΑΘΟΣ να αναφερθώ στον Μπόρχες, στο προηγούμενο σημείωμα. Δεν είναι εύκολο να φύγεις από το σύμπαν του Μπόρχες, άπαξ και βρεθείς σ’ αυτό. Δεν είναι τόσο η βαρύτητα όσο η πολλαπλότητα και οι συνεχείς εννοιολογικές διαθλάσεις που κάμπτουν κάθε προσπάθεια απομάκρυνσης. Σήμερα, λοιπόν, θα ήθελα να παίξω το παιχνίδι των αντιγραφών – ένα παιχνίδι που ο Μπόρχες ήξερε να παίζει καλύτερα απ’ όλους, δημιουργώντας συχνά αντίγραφα από ανύπαρκτα πρωτότυπα.

Στο δοκίμιό του «Η αναλυτική γλώσσα του Τζον Ουίλκινς», ο Μπόρχες μιλάει για την κατάταξη των ζώων που  εμφανίζεται σε μια κινέζικη εγκυκλοπαίδεια με γενικό τίτλο Ουράνιο εμπόριο φιλάγαθων γνώσεων. Τα ζώα σε αυτή την εγκυκλοπαίδεια διαιρούνται στις ακόλουθες κατηγορίες: «α) αυτά που ανήκουν στον Αυτοκράτορα, β) βαλσαμωμένα, γ) εξημερωμένα, δ) βυζανιάρικα, ε) γοργόνες, στ) μυθικά, ζ) αδέσποτα σκυλιά, η) αυτά που ανήκουν στην παρούσα ταξινόμηση, θ) αυτά που κάνουν σαν τρελά, ι) αναρίθμητα, ια) αυτά που είναι ζωγραφισμένα μ’ έναν πολύ λεπτό χρωστήρα από καμηλότριχες, ιβ) και τα λοιπά, ιγ) αυτά που μόλις έσπασαν τη στάμνα, ιδ) αυτά που από μακριά φαίνονται σαν μύγες» (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης).

Το απόσπασμα παρατίθεται στην αρχή του βιβλίου του Μισέλ Φουκώ Οι λέξεις και τα πράγματα και μάλιστα ο Φουκώ αποδίδει την σύλληψη του έργου του στο συγκεκριμένο γραπτό του Μπόρχες: «Είναι το γέλιο που προκαλεί η ανάγνωσή του και που κλονίζει όλες τις οικειότητες της σκέψης (…), το γέλιο που ταράζει όλες τις τακτοποιημένες επιφάνειες και όλα τα επίπεδα, όσα σωφρονίζουν για λογαριασμό μας την δαψίλεια των όντων, κάνοντας να ταλαντεύεται και να ανησυχεί επί μακρόν η χιλιόχρονη πρακτική μας του Ίδιου και του Άλλου» (μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης).

Όπως ο Φουκώ αντιγράφει τον Μπόρχες, έτσι κι ο Μπόρχες αντιγράφει τον Χιουμ για να εξηγήσει τη γοητεία που τού ασκούν οι «διφορούμενες, πλεονάζουσες ή ελλιπείς κατατάξεις» που εμφανίζονται σε διάφορα συμβολικά συστήματα. Προφανώς, δεν μπορεί να υπάρξει ταξινόμηση του σύμπαντος που να μην είναι υποθετική ή αυθαίρετη, σημειώνει, επειδή απλούστατα δεν ξέρουμε τι είναι το σύμπαν. «Ο κόσμος –γράφει ο Ντέιβιντ Χιουμ– μπορεί να είναι η άτσαλη ζωγραφιά ενός θεού-παιδιού, που την παράτησε μισοτελειωμένη, ντροπιασμένος για το χάλι της· έργο ενός κατώτερου θεού, που λοιδορείται από τους ανώτερους· το συγκεχυμένο δημιούργημα μιας εσχατόγηρης και απόμαχης θεότητας, που σήμερα είναι πια νεκρή.» Ας πάμε ακόμα πιο μακριά, συνεχίζει ο Μπόρχες, κι «ας υποθέσουμε πως δεν υπάρχει σύμπαν, με τη συγκροτημένη, ενωτική έννοια που έχει αυτή η μεγαλεπήβολη λέξη. Αν υπάρχει, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε, είναι να υποθέσουμε τους σκοπούς του· το μόνο που  μπορούμε να κάνουμε, είναι να υποθέσουμε τις λέξεις, τους ορισμούς, τις ετυμολογίες, τα συνώνυμα του μυστικού λεξικού του Θεού.»

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 53, στις 8 Δεκεμβρίου 2018.

Ιστορίες

ΓΡΑΦΟΝΤΑΣ το σημείωμα του προηγούμενου φύλλου, θυμήθηκα μια σκηνή από την ταινία του Terry Gilliam, The Imaginarium of Doctor Parnassus, όπου οι μοναχοί ενός βουδιστικού μοναστηριού «αφηγούνται τις ιστορίες που κρατούν τον κόσμο ζωντανό». Βέβαια, όταν ο διάβολος τους κάνει να σωπάσουν, ο κόσμος… δεν παθαίνει τίποτα. Θυμήθηκα όμως και το υπέροχο κείμενο του Μπόρχες, «Οι τέσσερις κύκλοι».

Τέσσερις είναι όλες κι όλες οι ιστορίες που αφηγούμαστε, γράφει ο Μπόρχες. Η πρώτη μιλάει για την υπεράσπιση μιας χαμένης υπόθεσης. Η Τροία ήταν καταδικασμένη από τη στιγμή που ο Πάρις ερωτεύτηκε την Ελένη. Ο Αχιλλέας γνώριζε ότι θα πεθάνει πριν τη νίκη. Κι όμως, κι οι δυο πλευρές μάχονταν σαν να μη γνώριζαν – λες κι οι τύχες τους ήταν στα χέρια τους κι όχι στα χέρια των θεών. Λες κι ο Δούρειος Ίππος ήταν σε θέση να καθορίσει την προδιαγεγραμμένη έκβαση της μάχης.

Η δεύτερη ιστορία, που συνδέεται με την πρώτη, όπως παρατηρεί και ο Μπόρχες, είναι η ιστορία μιας επιστροφής. Η αναζήτηση του δρόμου προς την εστία, η απώλεια προσανατολισμού και ο κρυφός φόβος γι’ αυτό που θ’ αντικρύσουμε όταν φτάσουμε στον προορισμό μας. Ο Οδυσσέας διστάζει: Μήπως είναι καλύτερα να περιπλανιέται για πάντα, αντί να βιώσει τη ματαίωση και την ταπεινωτική ανάδυσή του από τη λήθη;

Η τρίτη ιστορία είναι η ιστορία της αναζήτησης ενός πολύτιμου αντικειμένου που, με κάποιο τρόπο, αντιπροσωπεύει τις μαγικές δυνάμεις της ζωής. Η αναζήτηση συνήθως έχει αίσιο τέλος: Τα μήλα των Εσπερίδων, το Χρυσόμαλλο Δέρας… Αλλά μπορεί επίσης να στεφθεί από τη ματαίωση (πάλι) και τον θάνατο: Το Δέντρο της ζωής των κονκισταδόρες, το Ιερό Γκράαλ των τυχοδιωκτών και ο Μόμπι Ντικ του πλοιάρχου Έιχαμπ.

Η τέταρτη ιστορία είναι η ιστορία της θυσίας ενός θεού. Ο αίρων τας αμαρτίας του κόσμου παραδίδει τον εαυτό του στον Σταυρό, ο Όντιν κρέμεται πληγωμένος εννιά νύχτες από ένα δέντρο, ο Άττις της Φρυγίας αυτό-ακρωτηριάζεται. Θυσία όλοι σε μια άλλη εκδοχή του εαυτού τους, προκειμένου να πραγματοποιηθεί ένα πεπρωμένο –η σωτηρία, η γνώση, η καρποφορία– που είναι πάνω από τις δυνάμεις των θεών και πέρα από την κατανόηση των ανθρώπων.

«Τέσσερις είναι αι οι ιστορίες. Στο χρόνο που μας μένει, θα συνεχίσουμε να τις αφηγούμαστε, μεταμορφωμένες», γράφει ο Μπόρχες. Γιατί είναι ο μόνος τρόπος να μιλήσουμε γι’ αυτό που διαρκεί και γι’ αυτό που αλλάζει, για τις δυνάμεις που κυβερνούν τον κόσμο και για το πεπρωμένο που χλευάζει τη βούληση των ανθρώπων. Γιατί είναι ο μόνος τρόπος να εξορκίσουμε τη ματαίωση και να βιώσουμε την εκπλήρωση, να αναγνωρίσουμε τους ομοίους μας και να πορευτούμε μαζί τους στο σκοτάδι. Αυτές οι τέσσερις ιστορίες.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 52, στις 24 Νοεμβρίου 2018.

Εθισμοί

ΜΕΤΑΦΡΑΖΩ από το λήμμα «Ανάγνωση και αναγνωστικές πρακτικές» της Εγκυκλοπαίδειας του Διαφωτισμού (επιμέλεια A. C. Kors, Oxford University Press 2003):

«Η οικουμενικότητα της ανάγνωσης αποτυπώνεται σε ταξιδιωτικά ημερολόγια και περιγραφές της καθημερινής ζωής.[…] Μια πραγματική “αναγνωστική μανία” […] καταλαμβάνει το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού. Στην ιατρική, το φαινόμενο αυτό περιγράφεται ως παθολογικό. Επισημαίνονται οι καταστροφικές συνέπειες της υπερβολικής ανάγνωσης, οι οποίες εκλαμβάνονται τόσο ως ατομικές διαταραχές όσο και ως επιδημικές εκδηλώσεις. Στον […] βαθμό που συνδυάζεται με την ακινησία και την έξαψη της φαντασίας, η ανάγνωση ενοχοποιείται για σωματική εξάντληση, την απόρριψη της πραγματικότητας, και την έφεση προς χιμαιρικές καταστάσεις. Εξού και η συσχέτισή της με άλλες κολάσιμες μοναχικές πρακτικές, όπως ο αυνανισμός. Η ανάγνωση ερωτικών μυθιστορημάτων περιγράφεται συχνά ως προοίμιο άλλων, λιγότερο πνευματικών δραστηριοτήτων. Τόσο η ανάγνωση όσο και αυτές οι δραστηριότητες οδηγούν, εξάλλου, στα ίδια συμπτώματα: ωχρότητα, άγχος, αδιαφορία, και κατάπτωση. Ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος όταν το υλικό ανάγνωσης είναι μυθιστόρημα και ο αναγνώστης αναγνώστρια, δηλαδή γυναίκα που απολαμβάνει το έργο κατά μόνας. […]

Η θεωρία της εξημμένης από την ανάγνωση φαντασίας αποτελούσε μια σύγχρονη εκδοχή των θεωριών περί των κινδύνων που συνδέονται με την ανεξέλεγκτη χρήση της φαντασίας. Οι αντιλήψεις αυτές απαντούν στη χριστιανική παράδοση, αλλά συνδέονται και με την απέλαση των ποιητών από την πλατωνική Πολιτεία. Υπήρχαν ωστόσο και καθαρώς φιλοσοφικές επιφυλάξεις όσον αφορά τις υπερβολές της ανάγνωσης. Ο Φίχτε θεωρούσε την ανάγνωση “ναρκωτικό”, που αποσπούσε την προσοχή των ανθρώπων από ουσιώδη θέματα, ενώ ο Theodor Bergk τη θεωρούσε “πράξη εσχάτης προδοσίας προς την ανθρωπότητα, διότι υποβαθμίζει τα μέσα για την επίτευξη ανώτερων σκοπών”».

Όλα αυτά στα χρόνια του Διαφωτισμού, όταν οι δυτικές κοινωνίες μπαίνουν για τα καλά στην τροχιά της νεωτερικότητας. Όμως ο αναγνώστης έχει καταλάβει ήδη το τρικ: αν αντικαταστήσουμε τη λέξη ανάγνωση με λέξεις που παραπέμπουν στη χρήση των υπολογιστών και του διαδικτύου, βρισκόμαστε ξαφνικά στο σήμερα. Η ελευθεριότητα, ο αισθησιασμός, η αποχαύνωση, η υποβόσκουσα παραβατικότητα, όλα αυτά αποτελούν κινδύνους που ελλοχεύουν στη χρήση των νέων μορφών ανάγνωσης. Οι αλήθειες και οι απολαύσεις που προσφέρουν αυτές οι μορφές είναι ύποπτες όχι εξαιτίας της δύναμής τους να φέρουν στο φως κρυμμένες ή απαγορευμένες όψεις της πραγματικότητας, αλλά εξαιτίας της ικανότητάς τους να μετασχηματίσουν το ίδιο το υποκείμενο της γνώσης με τρόπους που δεν έχουν ιστορικό προηγούμενο. Και αυτό είναι κάτι που μας τρομάζει, εξού και η συχνή επίκληση του εθισμού. Το ενδιαφέρον είναι ότι η ανθρωπότητα ξαναβρέθηκε σε αυτή την κατάσταση στο παρελθόν και αντέδρασε με τον ίδιο τρόπο. Δεν χρειάστηκε όμως πολύ για να γκρεμιστεί ένας κόσμος και να αναδυθεί αυτό που οι άνθρωποι αδυνατούσαν να οραματιστούν.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 12, στις 24.2.2017.

IMAGE CREDIT: MARY CASSATT, YOUNG WOMAN READING (1878).