Επιστήμη και Λογοτεχνία

Στις 19 Μαΐου, έγινε στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών η παρουσίαση των 11 πρώτων τόμων των ψηφιακών εκδόσεων του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών. Είχα κληθεί να μιλήσω για το έργο Science and Literature που επιμελήθηκαν ο Κώστας Ταμπάκης και ο Γιώργος Βλαχάκης. Το έκανα με μεγάλη χαρά, όχι μόνο γιατί οι επιμελητές είναι καλοί φίλοι, αλλά κι επειδή το πεδίο που επιχειρούν να οριοθετήσουν είναι εξαιρετικά πρωτότυπο και ενδιαφέρον.

Το έργο αποτελείται από δύο τόμους. Η οργάνωση του κάθε τόμου είναι διαφορετική. Τα άρθρα του πρώτου τόμου κατανέμονται σε τρεις κατηγορίες: Φαντασία, Ιατρική και Χώροι. Τα άρθρα του δεύτερου τόμου κατανέμονται σε δύο κατηγορίες: Ποίηση και Πεζός Λόγος. Ασφαλώς η διάκριση αυτή είναι συμβατική και εξυπηρετεί εκδοτικές σκοπιμότητες. Για παράδειγμα, το κείμενο για το Cosmicomics του Italo Calvino, που είναι ενταγμένο στην ενότητα Πεζός Λόγος, θα μπορούσε κάλλιστα να ενταχθεί στην ενότητα Φαντασία, όπως και το κείμενο για τον αφασικό λόγο του Μπέκετ θα μπορούσε να ενταχθεί στην ενότητα Ιατρική. Φαίνεται, ωστόσο, ότι οι επιμελητές θέλησαν να κάνουν μια διπλή δήλωση με την εκδοτική επιλογή τους: Αφενός, ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι να ταξινομηθούν οι μελέτες για τις σχέσεις επιστήμης και λογοτεχνίας: Θεματικοί (φαντασία, ιατρική, cyberpunk, φύλο, χωρόχρονος, γλώσσα κ.λπ.) και Μορφολογικοί (ποίηση, πρόζα, δοκίμιο). Αφετέρου, ότι το ίδιο το πεδίο των σπουδών επιστήμης και λογοτεχνίας είναι ένα ευρύ και δυναμικό πεδίο που τέμνει εγκάρσια διάφορες γνωστικές και αισθητικές επικράτειες (θα μπορούσαμε, για παράδειγμα, να σκεφτούμε ένα ερευνητικό εγχείρημα που ξεδιπλώνεται στη διεπαφή ποίησης και νευροεπιστημών).

Το οποίο μας φέρνει στην καρδιά του εκδοτικού εγχειρήματος των Ταμπάκη και Βλαχάκη: Γιατί πρέπει να μελετήσουμε τις σχέσεις επιστήμης και λογοτεχνίας; Σε τελευταία ανάλυση, δεν είναι αλήθεια ότι οι δύο επικράτειες χωρίζονται από μια άβυσσο; Η επιστήμη λογοδοτεί στην αλήθεια και τον ορθό λόγο, ενώ η λογοτεχνία αναφέρεται στη φαντασία. Ας σκεφτούμε για μια στιγμή την ιστορικότητα αυτής της διάκρισης: Το ποίημα είναι, πράγματι, μια μορφή λόγου που υπάρχει από την αρχαιότητα. Όμως, το μυθιστόρημα, το δοκίμιο και το διήγημα είναι μορφές της νεοτερικότητας, οι οποίες εμφανίζονται μαζί με την επιστήμη και συχνά μοιράζονται με αυτή την επιδίωξη της αλήθειας και την εφαρμογή επιστημονικών μεθόδων για την κατανόηση του κόσμου. Επίσης, το ποίημα δεν ήταν πάντοτε αισθητικό εγχείρημα. Μπορεί να ήταν μνημονικός κανόνας, συλλογική μνήμη (χρονικό), αλλά και επιστημονική γνώση – οι αρχαίες κοσμογονίες. Το ίδιο ισχύει και για άλλες «λογοτεχνικές μορφές». Οι διάλογοι ήταν ένας συνηθισμένος τρόπος διαμόρφωσης και κοινοποίησης επιστημονικών και φιλοσοφικών απόψεων και χρησιμοποιήθηκαν από πλήθος φιλοσόφων γι’ αυτόν τον σκοπό: από τον Γαλιλαίο μέχρι τον Φοντενέλ και από τον Βολτέρο μέχρι τον Μπέρκλεϊ. Η επιστήμη, από την άλλη, δεν ήταν πάντοτε αυτό που μας έχει πείσει ο λογικός θετικισμός ότι είναι: η γνωστική αναπαράσταση μιας αντικειμενικής πραγματικότητας εντός της αυστηρά περιχαρακωμένης επικράτειας του λόγου. Ήταν φυσική μαγεία (η ιατρική του Παράκελσου), φαντασία (η γεωλογία του Αθανασίου Κίρχερ), αποστολικό έργο (η φυσική του Νεύτωνα), η αναψηλάφηση του ποιήματος της Δημιουργίας (το ταξινομικό σύστημα του Κάρολου Λινναίου) και, βεβαίως, μέχρι τις μέρες μας, ρητορική και πειθώ.

Τα κείμενα των τόμων, όμως, δεν έχουν στόχο να αναθεωρήσουν τη διάκριση επιστήμης-λογοτεχνίας από ιστορική άποψη. Αντιθέτως, προσεγγίζουν το ζήτημα από μια θετική σκοπιά: Εξετάζουν τι μοιράζονται η επιστήμη και η λογοτεχνία. Και αυτό που μοιράζονται είναι ότι και οι δύο κατοικούν στην επικράτεια του Λόγου. Υποτίθεται, βέβαια, ότι η επιστήμη αναφέρεται σε κάτι που βρίσκεται εκτός αυτής της επικράτειας και αυτό είναι που της προσδίδει το ιδιαίτερο κύρος της. Όμως, όπως λαμπρά απέδειξαν ο Σάιμον Σάφερ και ο Στίβεν Σέιπιν μελετώντας τις γλωσσικές (μεταξύ άλλων) τεχνολογίες που επιστράτευσε ο Ρόμπερτ Μπόυλ για την εδραίωση της πειραματικής μεθόδου, και αυτό Λόγος είναι – το αφήγημα της αντικειμενικότητας που η επιστήμη οικοδομεί για τον εαυτό της. Επιπλέον, καμιά επιστήμη δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς να συγκροτήσει την ιδιαίτερη εννοιολογική της επικράτεια. Και αυτό τις περισσότερες φορές πραγματοποιείται με τη χρήση του πολύτιμου εργαλείου των γλωσσικών μεταφορών. Η νευτώνεια μηχανική χρειάστηκε να προσφύγει στη μεταφορική χρήση λέξεων θεολογικής και νομικής προέλευσης, όπως power & law, για να θεμελιώσει τη νέα φυσική. Αλλά και οι σύγχρονοι κλάδοι της Τεχνητής Νοημοσύνης και της Γνωσιακής Επιστήμης προέκυψαν από τις μεταφορές που χρειάστηκε να χρησιμοποιήσουν οι πρώτοι Κυβερνητιστές προκειμένου να μπορέσουν συνεννοηθούν μεταξύ τους μηχανικοί, ψυχολόγοι, φιλόσοφοι, ανθρωπολόγοι και μαθηματικοί. Η ίδια η έννοια της πληροφορίας είναι μια μεταφορά.

Άρα, επιστήμη και λογοτεχνία μοιράζονται το ίδιο έδαφος και ενώ, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι αρδεύονται από διαφορετικές δυναμικές, αν τις δούμε υπό ιστορική προοπτική δικαιούμαστε να ισχυριστούμε το αντίθετο: αρδεύονται από μια κοινή δυναμική, μια κοινή επιδίωξη: να αφηγηθούν πειστικά ιστορίες που δίνουν νόημα στον κόσμο.

Τι επιτυγχάνουν, λοιπόν, αυτοί οι τόμοι με τα ετερογενή αφηγήματα και την πειραματική ταξινόμηση; Πρώτον, ξαναεπισκέπτονται τις θεσμισμένες διακρίσεις στην επικράτεια του Λόγου. Και το κάνουν με λεπτότητα, χωρίς επιθετική διάθεση ή επικριτικό πνεύμα. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το κάνουν με λογοτεχνική ευαισθησία και επιστημονική σχολαστικότητα! Δεύτερον, σκοπός του εκδοτικού εγχειρήματος είναι να δείξει ότι αυτό που θεσμικά και θετικιστικά μας παρουσιάζεται ως διαχωρισμένο, ποτέ δεν έπαψε να λειτουργεί ως μία ενότητα. Και ο λόγος γι’ αυτό είναι ότι πίσω από τις θεσμισμένες διακρίσεις υπήρχαν και υπάρχουν πραγματικοί άνθρωποι που ζουν και δρουν σε έναν ενιαίο κόσμο. Άλλοι λογοτέχνες, άλλοι επιστήμονες, πολλοί και τα δύο. Το πρωί κάτω από τις λάμπες του χειρουργείου, το βράδυ στο ημίφως της ποιητικής δημιουργίας. Πάντα, όμως, σε έναν κοινό κόσμο, «όπου η πραγματικότητα είναι εγγυημένη για τον καθένα χάρη στην παρουσία όλων» (Χ. Άρεντ). Υπάρχει και κάτι άλλο όμως εδώ, ακόμα πιο ενδιαφέρον: Στις περισσότερες περιπτώσεις που παρουσιάζονται στους δύο τόμους, αυτές οι πολιτισμικά επιβεβλημένες διακρίσεις που τέμνουν εγκάρσια τον βιόκοσμο των πρωταγωνιστών και πρωταγωνιστριών λειτουργούν δημιουργικά. Σκέφτομαι το διήγημα των αδελφών Στρουγκάτσκι, Πικνίκ δίπλα στον δρόμο. Οι ήρωές του διασχίζουν το απαγορευμένο σύνορο και εισέρχονται στην άλλη πλευρά, στη Ζώνη, όπου ανακαλύπτουν διάφορα περίεργα τεχνουργήματα. Τα μεταφέρουν στον κόσμο τους κι εκεί τα ανατέμνουν προσπαθώντας να καταλάβουν τη λειτουργία, την αξία, τις αρχές τους. Κι αυτό το λαθρεμπόριο νοημάτων τροποποιεί τον κόσμο τους, τις σχέσεις τους, τις ζωές τους. Έτσι και οι πρωταγωνιστές των δύο τόμων, διασχίζουν διαρκώς το απαγορευμένο σύνορο προς τη μια ή προς την άλλη κατεύθυνση, εμπλουτίζοντας τον κόσμο τους με περίεργα τεχνουργήματα που έχουν συλλέξει από την άλλη πλευρά. Και αυτά τα τεχνουργήματα κινητοποιούν τη φαντασία και τη δημιουργικότητά τους, οδηγώντας σε συνθέσεις που παίρνουν μορφή στο πεδίο του λόγου: ένας ποίημα, ένας φυσικός νόμος, μια αρχιτεκτονική σύλληψη…

Η έκδοση της συλλογής Science and Literature αποτελεί σημαντική συμβολή. Αφενός, επειδή καταγράφει τη δυνατότητα επισκόπησης των σχέσεων επιστήμης-λογοτεχνίας πέρα από τετριμμένες, εργαλειακές θεωρήσεις, όπως η ευρέως διαδεδομένη εικόνα της λογοτεχνίας ως βοηθητικού μέσου για τη διάδοση (για την «εκλαΐκευση») της αδιαμφισβήτητης αλήθειας της επιστήμης. Αφετέρου, επειδή αποτυπώνει την αξία της μεθοριακότητας. Μόνο όσες και όσοι έχουν το θάρρος να κατοικήσουν στη μεθόριο είναι σε θέση να δημιουργήσουν πραγματικά νέα νοήματα. Και αυτό ισχύει τόσο για τους ήρωες και τις ηρωίδες των ιστοριών που αφηγούνται οι δύο αυτοί τόμοι όσο και για το πεδίο μελέτης που επιχειρούν να εγκαινιάσουν στα ελληνικά γράμματα.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 136, στις 25 Ιουνίου 2022.

Αρχαιότερη από τη Βαβέλ

ΣΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ σημείωμα έγραφα για τη διεπαφή ως τεχνολογικό τόπο όπου επιτελείται η επικοινωνία, όχι μεταξύ ενός εσωτερικού και ενός εξωτερικού, αλλά μεταξύ δύο λειτουργιών – μιας μηχανής και ενός χρήστη. Ωστόσο, η διεπαφή δεν είναι μόνο τεχνολογικός τόπος. Μπορεί να είναι και πολιτισμικός τόπος, όπου επιτελείται η επικοινωνία μεταξύ διαφορετικών διανοητικών πλαισίων. Η μετάφραση, ή ακριβέστερα η μεταφραστική εργασία είναι μια τέτοια και ίσως η σημαντικότερη πολιτισμική διεπαφή. Και όπως κάθε καλή διεπαφή, οφείλει να παραμένει αφανής.

Το 2008 κυκλοφόρησε η αναθεωρημένη έκδοση του βιβλίου του Lawrence Venuti, The translators invisibility, το οποίο παρακολουθεί τις διαφορετικές μορφές μεταφραστικής εργασίας στη διάρκεια της Ιστορίας. Η «καλή» μεταφράστρια είναι η αόρατη μεταφράστρια: ο άνθρωπος που παύει να υπάρχει τη στιγμή ακριβώς που ολοκληρώνει την εργασία του και αφήνει τον αναγνώστη να έρθει σε «απευθείας» επαφή με το έργο της συγγραφέως. Μόνο που αυτός ο άνθρωπος δεν υπάρχει και δεν υπήρξε ποτέ στην Ιστορία. Η μεταφραστική εργασία, όπως κάθε εργασία, μετασχηματίζει το αντικείμενό της. Υπό αυτή την έννοια, η μετάφραση είναι μια δημιουργική εργασία η οποία παράγει ένα νέο προϊόν. Επίσης, η πρώτη ύλη αυτής της εργασίας δεν είναι μόνο το έργο, η εκφρασμένη με μοναδικό τρόπο σκέψη της συγγραφέως, αλλά και ολόκληρο το διανοητικό πλαίσιο στο οποίο συγκροτείται αυτή η σκέψη, καθώς και το διανοητικό πλαίσιο που την υποδέχεται. Συνεπώς, η μετάφραση αποτελεί τη διεπαφή μέσω της οποίας ένα διανοητικό πλαίσιο αλληλεπιδρά με ένα άλλο, προκειμένου να πραγματοποιηθεί η πρόσληψη του συγκεκριμένου έργου. Και, όπως κάθε διεπαφή, αποκρυσταλλώνει συγκεκριμένες αισθητικές, αξιακές, εννοιολογικές και γλωσσικές συμβάσεις. Γι’ αυτό και στη διάρκεια της Ιστορίας, η μετάφραση πήρε πολύ διαφορετικές μορφές.

Ακόμα, λοιπόν, κι αν ο αναγνώστης επιλέγει να ζήσει με την ψευδαίσθηση ότι η μετάφραση τού εξασφαλίζει απευθείας πρόσβαση στη σκέψη της συγγραφέως, αυτό δεν συμβαίνει σε καμία περίπτωση. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι του εξασφαλίζει πρόσβαση στην ίδια τη μεταφραστική εργασία, η οποία εμπλουτίζει το εννοιολογικό και γλωσσικό του σύμπαν με νέες έννοιες, νέα μέσα και, ως εκ τούτου, νέες εκφραστικές και δημιουργικές δυνατότητες. Υπό αυτή την έννοια, η μετάφραση δεν περιορίζεται στη μεταφορά ενός έργου στο πλαίσιο υποδοχής, αλλά συμβάλλει στον μετασχηματισμό αυτού του πλαισίου. Το ίδιο συμβαίνει και προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το μετάφρασμα επιστρέφει στο αρχικό έργο διευρύνοντας το εννοιολογικό του σύμπαν με τις ερμηνείες και τις ανανοηματοδοτήσεις που δέχτηκε κατά τη διέλευσή του από τη διεπαφή της μετάφρασης. Μετά την μετάφρασή του ούτε το αρχικό έργο ούτε η σκέψη που το γέννησε είναι πλέον ίδια.

Η μετάφραση είναι αρχαιότερη από τη Βαβέλ, επειδή βλέπει τη διαφορετικότητα, όχι ως τιμωρία, αλλά ως προϋπόθεση για τη δημιουργία των νοημάτων που συνέχουν έναν κοινό ανθρώπινο κόσμο.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 112, στις 18 Ιουνίου 2021.

IMAGE CREDIT: Pieter Bruegel ο πρεσβυτερος, Ο Πυργος της Βαβελ,1563.

Σε πρώτο πρόσωπο

ΣΤΟ “LITTLE GIDDING”, το τελευταίο από τα Τέσσερα Κουαρτέτα,  ο T.S. Eliot, γράφει αυτούς τους υπέροχους στίχους:

We shall not cease from exploration
And the end of all our exploring
Will be to arrive where we started
And know the place for the first time.

Μου αρέσει να σκέφτομαι ότι η ζωή μου μέχρι τώρα ακολούθησε μια τέτοιου είδους διαδρομή. Σπούδασα Φυσική, ασχολούμαι επί χρόνια με την Ιστορία της Επιστήμης, εξερευνώ όλο και πιο εντατικά τη Φιλοσοφία της Επιστήμης και, εσχάτως, αποφάσισα να επιστρέψω στη Φυσική από τη θύρα των Ψηφιακών Σπουδών. Για να γνωρίσω την επιστήμη με έναν νέο τρόπο. Όχι ανακτώντας τις παλιές μου γνώσεις ούτε επαναπροσεγγίζοντας περιοχές που θα ήθελα να έχω μελετήσει καλύτερα. Επιστρέφω στην επιστήμη φέρνοντας μαζί μου τις εμπειρίες από την περιδιάβασή μου στην Ιστορία και τη Φιλοσοφία των Επιστημών: Την κατανόηση της ιστορικής και γνωσιολογικής ενδεχομενικότητας του επιστημονικού φαινομένου και, κυρίως, την επίγνωση του τεχνητού χαρακτήρα της διάκρισης μεταξύ των λεγόμενων θετικών και ανθρωπιστικών επιστημών. Ξανασυναντώ τη Φυσική ως τμήμα ενός γνωστικού εγχειρήματος που έχει στόχο την κατανόηση της αδιάσπαστης ενότητας της ύπαρξης.

Η έννοια που γεφυρώνει την εδραιωμένη διάκριση μεταξύ των επιστημών της φύσης και των επιστημών του ανθρώπου είναι η Πληροφορία.

Η μετάβαση στην ψηφιακότητα δεν είναι ένα ακόμα βήμα τεχνολογικής προόδου. Ούτε μια ακόμα απειλή από αυτές που επισωρεύει η αδυσώπητη προσπάθεια της τεχνολογίας να εξουσιάσει τη φύση. Είναι αλήθεια ότι οι περισσότεροι άνθρωποι με αυτούς τους όρους τείνουν να αντιλαμβάνονται το ψηφιακό. Θα ισχυριστώ, ωστόσο, ότι η μετάβαση που συντελείται στις μέρες μας (και επιταχύνεται λόγω της πανδημίας) σηματοδοτεί έναν βαθύτερο μετασχηματισμό: Αλλάζει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο γνωρίζουμε τον εαυτό μας και τον κόσμο. Δεν έχουν ασφαλώς άδικο όσες και όσοι παραπονιούνται για την ένταση της επιτήρησης και του ελέγχου μέσω των ψηφιακών τεχνολογιών. Ούτε όσες και όσοι είναι επιφυλακτικοί απέναντι στις αλλαγές που αυτές επιφέρουν στην οργάνωση της εργασίας. Ωστόσο, χρειαζόμαστε κάτι παραπάνω από την αντίσταση, χρειαζόμαστε τη γνώση. Για να κατευθύνουμε την πορεία των πραγμάτων πρέπει να γνωρίσουμε τη δυναμική του παρόντος. Και αρχίζοντας να εξερευνούμε αυτή τη δυναμική θα γνωρίσουμε όχι μόνο τους κινδύνους, αλλά και τις δυνατότητες, τις ευκαιρίες – τις προοπτικές στις οποίες θα άξιζε ενδεχομένως να επενδύσουμε. Αυτό που προσπαθώ να πω είναι ότι η μετάβαση στην ψηφιακότητα είναι πρωτίστως μια γνωστική πρόκληση. Από την ανταπόκρισή μας σε αυτή θα εξαρτηθεί ο τρόπος με τον οποίο οι αγώνες, οι διεκδικήσεις και οι προσδοκίες του παρόντος θα εγγραφούν στη νέα συνθήκη. Η νοσταλγία του «αναλογικού» δεν είναι η λύση. Η φυσικότητα δεν θα μας σώσει. Μόνοι μας θα σώσουμε τους εαυτούς μας. Και, γιατί όχι, θα τους μετασχηματίσουμε σε κάτι νέο, πιο πολύμορφο, πιο εύπλαστο και δεκτικό, χάρη στις δυνατότητες που θέτει στη διάθεσή μας η ψηφιακότητα.

Το εγχείρημα του βιβλίου έχει πολλαπλές αφετηρίες. Σίγουρα μια από αυτές ήταν ο νόστος – η επιθυμία μου να επιστρέψω στην επιστήμη μου και να τη δω με νέα μάτια. Μια άλλη αφορά την εμπλοκή μου με προγράμματα Ψηφιακών Ανθρωπιστικών Επιστημών – Digital Humanities, όπως έχει επικρατήσει να ονομάζονται. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 και για δέκα περίπου χρόνια συμμετείχα σε αρκετά μεγάλα προγράμματα δημιουργίας ψηφιακών βιβλιοθηκών και αρχείων, χάρη στα οποία μου δόθηκε η δυνατότητα να εξερευνήσω τα ψηφιακά μέσα. Δεν μπορώ να πω πότε ακριβώς, αλλά κάποια στιγμή μού δημιουργήθηκε η ιδέα ότι η ψηφιακότητα είναι κάτι παραπάνω από τη χρήση των υπολογιστών και των βάσεων δεδομένων για να κάνουμε αποτελεσματικότερα και ταχύτερα αυτό που ούτως ή άλλως κάναμε με άλλα μέσα. Νομίζω ότι πολλοί άνθρωποι που ενεπλάκησαν με τα Digital Humanities εμμένουν σε αυτή την προσέγγιση και, από μια άποψη, καλά κάνουν: Χάρη σε τέτοια εγχειρήματα το σύνολο σχεδόν των πολιτισμικών τεκμηρίων είναι σήμερα διαθέσιμο σε ψηφιακή μορφή, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη δυνατότητα αναζήτησης και ανάκτησης της πολιτισμικής πληροφορίας. Όμως, επιμένω, η μετάβαση στην ψηφιακότητα δεν είναι μόνο αυτό, όπως η έλευση του ηλεκτρισμού στη μουσική δεν ενίσχυσε μόνο τον ήχο, αλλά τροποποίησε άρδην το ηχοτοπίο.

Από την άλλη, παραδέχομαι ότι είναι δύσκολο να ορίσει κανείς με ακρίβεια τι σηματοδοτεί η μετάβαση στην ψηφιακότητα. Εξού και η προσφυγή στην τακτική υπόμνηση του παλιού μου γνώριμου από την ιστορία των ιδεών, Κ. Θ. Δημαρά: «αρχή παιδεύσεως η των ονομάτων επίσκεψις». Όχι με τη φιλολογική, αλλά με την ιστορική και τη φιλοσοφική έννοια. Ποιες είναι οι τεκτονικές οντολογικές και γνωσιολογικές μετατοπίσεις που εγκυμονούνται στο πρόγραμμα της ψηφιακότητας, από την πρώτη σύλληψη των μηχανών Turing μέχρι το Web 2.0; Με ποιους τρόπους τα επιμέρους διανοητικά εγχειρήματα που συνθέτουν αυτό το πολύμορφο πρόγραμμα μετασχηματίζουν το εννοιολογικό τοπίο στις θετικές και τις ανθρωπιστικές επιστήμες; Η εξερεύνηση της ψηφιακής δυνητικότητας δεν είναι μόνο ζήτημα εργαλειακής αξιοποίησης των νέων μέσων, αλλά και φιλοσοφικής κατανόησης μιας συνθήκης που καταλύει τις εδραίες διακρίσεις της δυτικής νεοτερικότητας. Αυτά τα ζητήματα επιχειρεί να θέσει (και όχι, ασφαλώς, να απαντήσει) η συλλογή κειμένων που παρουσιάζεται στον τόμο Εισαγωγή στις Ψηφιακές Σπουδές.

Θέλω να πω και κάτι τελευταίο που θα ακουστεί τυπικό, αλλά δεν είναι. Το τολμηρό εγχείρημα της συγκέντρωσης, μελέτης, αποκωδικοποίησης και μετάφρασης των τόσο απαιτητικών κειμένων που περιλαμβάνονται στον τόμο δεν θα ήταν δυνατό χωρίς την ακούραστη δημιουργική συμβολή των «παιδιών»: Τα «παιδιά» είναι ο Βασίλης, η Γεωργία, ο Γιάννης, η Γιώτα, ο Δημήτρης, ο Ηρακλής, η Νικόλ, ο Κωνσταντίνος, ο Κώστας, η Λίνα, η Φιλιώ, ο Χρήστος και τους ευχαριστώ όλους και όλες για την απίστευτη εργατικότητα και γενναιοδωρία τους. Επιμένω, ωστόσο. Οι ευχαριστίες μου δεν αποτελούν μια τυπική εκδήλωση αβρότητας, αλλά μια εγκάρδια κατάφαση των νέων ηθών: Στην ψηφιακή επικράτεια μόνο έτσι –συνεργατικά και διεπιστημονικά– μπορούν να γίνουν τα πράγματα. Και έτσι θα προχωρήσουμε.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διάστιχο, στις 9 Δεκεμβρίου 2020.