Περί εθισμών

ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ χρόνια γίνεται πολύ λόγος για τον εθισμό στο διαδίκτυο. Όλες και όλοι καταλαβαίνουμε τι σημαίνει ο όρος καθώς και τον επείγοντα χαρακτήρα του προβλήματος. Εθισμός στο διαδίκτυο σημαίνει προσκόλληση σε κάποιες υπηρεσίες του Παγκόσμιου Ιστού, σε βαθμό που τα εθισμένα άτομα αρχίζουν να παραμελούν άλλες πλευρές του βίου τους, οι οποίες έχουν ζωτική σημασία για την προσωπική τους επιβίωση και τις κοινωνικές τους σχέσεις. Οι υπηρεσίες αυτές δεν είναι οποιεσδήποτε υπηρεσίες, βέβαια. Δεν είναι, ας πούμε, το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή η ειδησεογραφία, το blogging ή η δυνατότητα κατασκευής προσωπικών ιστοσελίδων, οι βάσεις δεδομένων ή οι ψηφιακές συλλογές. Είναι οι εξής δύο: Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα διαδικτυακά παιχνίδια. Και ο επείγων χαρακτήρας του προβλήματος έχει να κάνει με την έγκαιρη λήψη μέτρων αντιμετώπισης μιας κατάστασης που απειλεί να υπονομεύσει ριζικά τη ζωή μιας ολόκληρης γενιάς.

Όλα τα μεγάλα πανεπιστήμια υποστηρίζουν ερευνητικά προγράμματα, προκηρύσσουν θέσεις προσωπικού και λαμβάνουν χρηματοδοτήσεις προκειμένου να μελετήσουν το φαινόμενο και να προτείνουν λύσεις. Ινστιτούτα και ιδρύματα οργανώνουν δράσεις και δίνουν την ευκαιρία σε ερευνητές και ερευνήτριες να χτίσουν καριέρες μελετώντας τις παθολογίες της ψηφιακής ζωής. Τα τμήματα εταιρικής ευθύνης πολλών επιχειρήσεων στρέφονται, επίσης, σε αυτή την περιοχή, υποστηρίζοντας δράσεις και προωθώντας σχετικές πρωτοβουλίες. Εν ολίγοις, υπάρχει επίγνωση και εγρήγορση.

Υπάρχει, όμως, όντως πρόβλημα; Είναι γεγονός ότι η μετάβαση στην ψηφιακότητα, ανάμεσα στα άλλα, έθεσε στη διάθεση όλων μας κάποιες τεχνολογίες της καθημερινής ζωής. Τεχνολογίες επικοινωνίας και προσωπικής έκφρασης, ως επί το πλείστον. Είναι αλήθεια, όμως, ότι επειδή οι άνθρωποι (καθόλου τυχαία: οι νέοι) δεν ήταν εξοικειωμένοι με τα νέα μέσα, υπέκυψαν σε τέτοιο βαθμό στη γοητεία τους, που αποσύρθηκαν από την «πραγματική» ζωή; Δεν είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που εκφράζονται τέτοιοι φόβοι. Από τους λιβέλους των ηθικολόγων του Διαφωτισμού κατά της «εμμονικής» ανάγνωσης μυθιστορημάτων, μέχρι την πολιτιστική απαξίωση της τηλεόρασης και τα συστήματα γονικού ελέγχου της ροζ τηλεφωνίας, κάθε νέα τεχνολογία της καθημερινής ζωής συνοδεύτηκε από ανησυχίες περί ηθικής και κοινωνικής κατάπτωσης.

Όλες αυτές οι ανησυχίες στηρίζονται στη ίδια τετριμμένη αντίληψη. Ότι η «ανθρώπινη φύση» είναι κάτι δεδομένο και η τεχνολογία συνιστά απειλή, στο βαθμό που αποτελεί μια απρόσκλητη διαμεσολάβηση ανάμεσα στον άνθρωπο και τον κόσμο. Αν δούμε, όμως, την «ανθρώπινη φύση» ως προϊόν ενός ιστορικού γίγνεσθαι, στο οποίο η τεχνολογία συμμετέχει διαμορφωτικά τόσο στο επίπεδο των νοητικών λειτουργιών όσο και στο επίπεδο της σωματικότητας, τότε η δαιμονοποίηση της ψηφιακής ζωής εκφυλίζεται σε μια κοινή τεχνοφοβική αντίδραση η οποία, ναι μεν δίνει δουλειά σε ερευνητές, αλλά συσκοτίζει το πραγματικά ενδιαφέρον ερώτημα: Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της νέας ανθρώπινης κατάστασης που αναδύεται στο πλαίσιο της ψηφιακής συνθήκης;

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 58, στις 23 Φεβρουαρίου 2019.

Οι κίνδυνοι της τεχνολογίας

Διαβάζω το κείμενο που δόθηκε στους μαθητές των Γενικών Λυκείων για τις πανελλήνιες εξετάσεις στο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας. Δεν γνωρίζω πόσο πιστό είναι στον λόγο που εκφώνησε ο γιατρός Γρηγόρης Σκαλκέας στην Ακαδημία Αθηνών. Είναι όμως ένα συγκεχυμένο κείμενο, το οποίο μεταδίδει κάποια πολύ συζητήσιμα μηνύματα. Προφανώς, πρόθεση του κ. Σκαλκέα δεν ήταν να απευθυνθεί στους μαθητές της τρίτης λυκείου, αλλά σίγουρα αυτή ήταν η πρόθεση εκείνων που επέλεξαν το κείμενο για τις εξετάσεις. Αντιγράφω κάποιες κομβικές φράσεις.

«Η επιστήμη, ως αέναος αγώνας του ανθρώπου για την κατάκτηση της γνώσης». Όχι, η επιστήμη δεν είναι αέναη, είναι δημιούργημα του 19ου αιώνα. Και δεν ταυτίζεται με τον αγώνα του ανθρώπου για την κατάκτηση της γνώσης. Είναι ένας μόνο από τους τρόπους που επινόησε ο άνθρωπος (και μάλιστα ο δυτικός άνθρωπος) για να συνδιαλεχθεί γνωστικά με τον κόσμο.

«Η επιστήμη παραμένει προσηλωμένη στη […] βαθιά κατάκτηση της γνώσης, ενώ η τεχνολογία έχει ως επιδίωξη την αξιοποίηση της επιστημονικής γνώσης για την υπηρέτηση των […]πρακτικών αναγκών του ανθρώπου.» Πολύς κόσμος το πιστεύει αυτό. Είναι όμως λάθος. Η τεχνολογία δεν είναι εφαρμοσμένη επιστήμη. Μολονότι υπάρχει σημαντική αλληλεπίδραση ανάμεσα στις δύο ανθρώπινες δραστηριότητες, η δεύτερη δεν εξαρτάται από την πρώτη. Εξίσου αν όχι περισσότερο συζητήσιμη είναι η θέση που υποστηρίζεται σε διάφορα σημεία του κειμένου ότι η επιστήμη είναι προσηλωμένη σε υψηλά ιδανικά ενώ η τεχνολογία σε τετριμμένες καθημερινές ανάγκες: ότι ανάμεσα σε επιστήμη και τεχνολογία, δηλαδή, υπάρχει διαφορά γνωσιολογικού και ηθικού κύρους.

«Τα ευγενή ιδεώδη του ανθρωπισμού διασύρθηκαν και υπονομεύθηκαν στις μέρες μας». Αυτό έγινε επειδή η τεχνολογία βελτίωσε σημαντικά τις συνθήκες της ζωής μας, αλλά δεν βοήθησε τον άνθρωπο να γίνει «περισσότερο άνθρωπος», ισχυρίζεται το κείμενο. Το ζήτημα είναι πολύ σύνθετο για να το συνοψίσουμε με αυτό τον τρόπο (εφόσον βεβαίως δεν θέλουμε να παραπέμψουμε τους μαθητές στη Διαλεκτική του Διαφωτισμού). Η σχέση εξωτερικότητας, που υπονοείται, της τεχνολογίας προς μια εξιδανικευμένη ανθρώπινη φύση και η αναφορά στους κινδύνους που ελλοχεύουν από την ανεξέλεκτη παρείσφρηση της πρώτης στη δεύτερη στέλνουν ένα λαϊκίστικο (ναι, λαϊκίστικο) τεχνοφοβικό μήνυμα που θυμίζει την «εκτός ελέγχου τεχνολογία» της πρώτης κρίσης της νεωτερικότητας.

Γιατί τέτοια πρεμούρα για το θέμα της έκθεσης; Γιατί όλα αυτά είναι ζητήματα για τα οποία υπάρχει έγκυρος ακαδημαϊκός λόγος. Η ιστορία, η φιλοσοφία και η κοινωνιολογία των επιστημών και της τεχνολογίας αποτελούν πεδία έρευνας που έχουν μετατοπίσει τη συζήτηση πολύ πέρα από τις τετριμμένες διαπιστώσεις του καθημερινού λόγου. Και όπως δεν θα έβαζε η εξεταστική επιτροπή ένα λάθος θέμα στη φυσική, έτσι δεν θα έπρεπε να επιλέξει ένα κείμενο για το μάθημα της νεοελληνικής γλώσσας, το οποίο περιέχει αστήρικτες απόψεις. Και αν δεν ήξεραν ας ρώταγαν: ο υπουργός Παιδείας από αυτόν τον ακαδημαϊκό κλάδο προέρχεται!

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 20, στις 24.6.2017.

Δυστοπίες

ΤΑ ΣΕΝΑΡΙΑ των περισσότερων ταινιών επιστημονικής φαντασίας περιγράφουν ένα δυστοπικό μέλλον, όπου μια ομάδα ανθρώπων προσπαθεί να διασφαλίσει την επιβίωση του ανθρώπινου πολιτισμού απέναντι σε μια εχθρική απειλή. Όλο και συχνότερα αυτή η απειλή προέρχεται από τον ίδιο τον άνθρωπο και τη δυνατότητά του να επιδράσει σε πλανητική κλίμακα. Τα μέσα με τα οποία τον εξοπλίζει η τεχνολογία είναι τέτοια που, για πρώτη φορά στην ιστορία, τού επιτρέπουν να επιφέρει αλλαγές γεωλογικής κλίμακας. Ως εκ τούτου, ζούμε καθημερινά με τον φόβο της επικείμενης καταστροφής.

Δεν είναι η πρώτη φορά που εμφανίζεται αυτός ο φόβος στην ιστορία του δυτικού πολιτισμού. Το φαινόμενο έχει πάρει το όνομα fin de siècle, εξαιτίας του γεγονότος ότι εμφανιζόταν συστηματικά στο γύρισμα των αιώνων με τη μορφή μαζικού ψυχωσικού φόβου για το επικείμενο τέλος του κόσμου. Η χιλιαστική παράδοση του Χριστιανισμού, αλλά και του Ισλάμ αποτελούν το υπόβαθρο αυτού του φόβου, πάντοτε σε συνδυασμό με μεγάλες κοινωνικές και πολιτισμικές ανακατατάξεις. Η τελευταία μεγάλη εκδήλωση αυτού του φαινομένου ήταν στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν η μαζική τεχνοφοβία έδωσε ώθηση στην ανάδυση ανορθολογικών αντιλήψεων για τη φύση και τον άνθρωπο, αλλά και νέων μορφών καλλιτεχνικής έκφρασης και φιλοσοφικού στοχασμού. Η λεγόμενη πρώτη κρίση της νεωτερικότητας γέννησε πολιτισμό, αλλά και τέρατα.

Η διαφορά στις μέρες μας είναι ότι αυτός ο φόβος μοιάζει να εγκαθίσταται στην καθημερινότητα ως συστατικό στοιχείο του τεχνοεπιστημονικού πολιτισμού. Η αλήθεια είναι ότι και πάλι η κορύφωση συμπίπτει με το γύρισμα του αιώνα, αλλά η κλιμάκωση άρχισε από πολύ νωρίς (από τη δεκαετία του 1960) και δεν δείχνει σημάδια υποχώρησης. Αντίθετα, καλλιεργεί μια μόνιμη αίσθηση μηδαμινότητας στο ατομικό επίπεδο και τη θετικιστική κατάφαση του αναπόδραστου στο πολιτικό επίπεδο. Εξού και η αποτύπωσή της στα κάθε είδους σενάρια δυστοπιών: « Όλα είναι ανώφελα, αν ο τόπος της τελικής άφιξης δεν μπορεί παρά να είναι η κολασμένη πόλη, κι είναι εκεί που μας τραβάει το ρεύμα, με κύκλους που όλο και στενεύουν», είπε ο Κουμπλάι Χαν. Και ο Μάρκο Πόλο απάντησε: «Η κόλαση των ζωντανών δε είναι κάτι που θα υπάρξει· αν υπάρχει μία, είναι αυτή που βρίσκεται ήδη εδώ, η κόλαση που κατοικούμε κάθε μέρα, που φτιάχνουμε με το να ζούμε μαζί. Δυο τρόποι υπάρχουν για να γλυτώσεις από το μαρτύριό της. Ο πρώτος είναι εύκολος σε πολλούς: δέξου την κόλαση και γίνε μέρος της έτσι που να μην τη βλέπεις πια. Ο δεύτερος είναι επικίνδυνος και απαιτεί συνεχή επαγρύπνηση και γνώση: ψάξε και μάθε ν’ αναγνωρίζεις ποιος και τι, στη μέση της κόλασης, δεν είναι κόλαση, κι αυτά κάνε να διαρκέσουν, δώσ’ τους χώρο» (Ί. Καλβίνο, Αόρατες Πόλεις, μετάφραση Ε. Γ. Ασλανίδης και Σ. Καπογιαννοπούλου).

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 19, στις 10.6.2017.