Διαφωτισμός

Ο ΜΥΘΟΣ έρχεται πάντα μετά. Μετά την εδραίωση μιας επιστημονικής θεωρίας, έρχεται ο μύθος για την ανακάλυψή της (το μήλο του Νεύτωνα). Μετά την επικράτηση μιας συνήθειας έρχεται ο μύθος για την προέλευσή της (οι πατάτες του Καποδίστρια). Μετά την αναγνώριση μιας προσωπικότητας έρχεται ο μύθος για τα έμφυτα χαρίσματα ή τις αποκλίσεις της (ο κακός μαθητής Αϊνστάιν). Και, βέβαια, μετά την εδραίωση ενός έθνους έρχεται ο μύθος για την καταγωγή του. Δεν υπάρχει έθνος που να μη διαθέτει καταγωγικό μύθο, ο οποίος συνήθως συνδέει τις διεκδικήσεις του παρόντος με την ευγενή καταγωγή και τα επιτεύγματα του παρελθόντος του.

Οι μύθοι είναι σημαντικοί, επειδή αποκαλύπτουν τα χαρακτηριστικά εκείνων που τους επινόησαν και συγκροτούν την κοινότητα εκείνων που τους δέχονται ως αλήθειες. Η ιστορία των επιστημών και της τεχνολογίας είναι γεμάτη με λάμψεις ιδιοφυΐας, που δικαιώνουν την πεποίθηση επιστημόνων και μηχανικών ότι ανήκουν σε μια ελίτ, η οποία έχει προνομιακή πρόσβαση στην αλήθεια. Και οι εθνικές μυθολογίες είναι γεμάτες με επιτεύγματα που ξεπλένουν την ιστορία από την ταπεινότητα, τους αγώνες για επικράτηση και τις εθνοκαθάρσεις, μετατρέποντας την ιστορική ενδεχομενικότητα σε αυτονόητη φυσική πραγματικότητα.

Όσο σημαντικοί είναι οι μύθοι, άλλο τόσο σημαντική είναι η απομυθοποίηση. Η υπέρβαση των εθνικών μυθολογιών που κρατούν την Ευρώπη χωρισμένη και εμποδίζουν τα φυσικά συστατικά της να σχηματίσουν ένα πλήρως λειτουργικό σώμα αποτελεί εδώ και χρόνια ένα σημαντικό πολιτικό πρόταγμα. Η Ευρώπη δεν είναι το άθροισμα των κρατών που την αποτελούν. Είναι κάτι παραπάνω, μια ιδεατή γεωπολιτική ενότητα που, αν κατορθώσει να λειτουργήσει ως σύνολο, θα παραγάγει για τους πολίτες της και τον πολιτισμό πολύ περισσότερα από όσα είναι σε θέση να συνεισφέρουν τα επιμέρους κράτη της. Με έναν αστερίσκο μόνο, όπως θα έλεγαν και οι ευρωκράτες: Έχει και η Ευρώπη τον καταγωγικό της μύθο, που βρίσκεται πίσω από αυτούς τους ισχυρισμούς. Ο μύθος αυτός είναι ο Διαφωτισμός.

Ο Διαφωτισμός είναι η περίοδος που η Ευρώπη συνοψίζει τις αξίες και τις αρχές του ανθρώπινου πολιτισμού, κατανοεί την ιστορική της αποστολή ως οικουμενικού πολιτικού και πολιτιστικού προτύπου και πασχίζει να διαμορφώσει τον εαυτό της κατά τρόπον ώστε να ανταποκριθεί σε αυτή την αποστολή. Έτσι οδηγείται στη Γαλλική Επανάσταση, στη φιλελεύθερη δημοκρατία και στην εδραίωση της τεχνοεπιστημονικής νεωτερικότητας. Όλα αυτά σε αντιδιαστολή προς την πολιτιστικά πρωτόγονη και πολιτικά ανώριμη (συλλήβδην) Ανατολή.

Τι συγκαλύπτει αυτός ο καταγωγικός μύθος; Μια ιστορία αδιάκοπων εθνικών συγκρούσεων, που κορυφώθηκαν με τις τεράστιες σφαγές των δύο μεγάλων πολέμων. Μια πολιτική βίαιης συμμόρφωσης των περιοχών που «δυσκολεύτηκαν» και συνεχίζουν να «δυσκολεύονται» με τον Διαφωτισμό. Και μια ανερμάτιστη επιθυμία παγκόσμιας ηγεμονίας που εκφράστηκε με τα επάλληλα κύματα της αποικιοκρατίας. Όπως έχει αρχίσει να φαίνεται, ωστόσο, το πρόβλημα με τους μύθους δεν είναι τόσο η παραμόρφωση της πραγματικότητα που επιφέρουν, όσο το κενό που αφήνουν όταν καταρρέουν.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 65, την 1 Ιουνίου 2019.

Σχετικισμός

ΟΙ ΣΠΟΥΔΕΣ Επιστήμης και Τεχνολογίας (ΣΕΤ) είναι ένας ακαδημαϊκός κλάδος που μελετά τις διανοητικές και κοινωνικές διαδικασίες μέσω των οποίων συγκροτείται ο κυρίαρχος τρόπος κατανόησης της φύσης. Στα σαράντα περίπου χρόνια της ύπαρξής τους έχουν προσφέρει μεγάλο πλούτο ετερογενών, αλλά εξίσου διεισδυτικών αναλύσεων του τεχνοεπιστημονικού φαινομένου. Παρά ταύτα και παρά την αυτονόητη αξία αυτών των μελετών, πολλοί επιστήμονες, φιλόσοφοι και ιστορικοί των επιστημών παραμένουν επιφυλακτικοί απέναντί τους. Ο λόγος είναι ότι θεωρούν πως οι ΣΕΤ υποδαυλίζουν τον σχετικισμό.

Δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι υπάρχουν πολλά είδη σχετικισμού (ηθικός, αισθητικός, νομικός κ.λπ.). Εδώ αναφερόμαστε στην ειδική μορφή του σχετικισμού που συνδέεται με το αίτημα της αλήθειας, τον γνωσιακό σχετικισμό. Στο πλαίσιο των ΣΕΤ, οι επιστήμες παύουν να αποτελούν τον προνομιακό τρόπο προσπέλασης της αλήθειας για τη φύση και εξισώνονται με τις υπόλοιπες κοινωνικές δραστηριότητες, οι οποίες οδηγούνται στον σκοπό τους μέσω της διαπραγμάτευσης, της διαμόρφωσης συσχετισμών δύναμης και της πειθούς. Παρά το γεγονός ότι πολλοί υπερασπιστές των ΣΕΤ προσπάθησαν να δείξουν ότι οι ΣΕΤ δεν υποθάλπουν τον σχετικισμό, η αλήθεια είναι ότι το κάνουν. Οι επιστημονικές αλήθειες, σύμφωνα με τους θεωρητικούς των ΣΕΤ, δεν αντανακλούν τον κόσμο όπως είναι, ούτε τον κόσμο όπως μπορεί να τον καταλάβει ο ορθά σκεπτόμενος νους εν γένει. Αντανακλούν τη γνωστική συναλλαγή με τον κόσμο που πραγματοποιείται σε συγκεκριμένα υλικά, διανοητικά και θεσμικά πλαίσια. Οι επιστημονικές αλήθειες είναι προϊόντα της ιστορικά καθορισμένης ανθρώπινης εργασίας.

Πού είναι το πρόβλημα με αυτό; Είναι προφανές: Αν οι επιστημονικές αλήθειες υπόκεινται στην ενδεχομενικότητα των ανθρώπινων πρακτικών, τότε δεν διαθέτουν την άτεγκτη βεβαιότητα την οποία μόνο η εξωανθρώπινη φύση μπορεί να εγγυηθεί. Και αυτό, φυσικά, υπονομεύει δραστικά την αξία της επιστήμης, η οποία παρεμπιπτόντως αποτελεί το πρότυπο κάθε γνωστικής επιδίωξης που αποβλέπει στην αλήθεια. Αυτός ο συλλογισμός, όμως, παραβλέπει τον άλλο όρο που υπεισέρχεται στη συζήτηση, την εργασία. Οι επιστημονικές αλήθειες δεν είναι προϊόντα αφελούς επινόησης, αβάσιμων εικασιών, χονδροειδών υπολογισμών ή έστω της κοινής λογικής. Είναι προϊόντα πειθαρχημένης εργασίας – εξού και ο όρος discipline για τα επιστημονικά πεδία–, η οποία επιτελείται σε συγκεκριμένα θεσμικά, διανοητικά και μεθοδολογικά πλαίσια. Καμία ψευδοεπιστήμη δεν είναι προϊόν τέτοιας πειθαρχίας, ούτε είναι σε θέση να παραγάγει «αλήθειες» που να διαθέτουν το εύρος των γνωστικών συστημάτων που προκύπτουν από την επιστημονική εργασία.

Είναι γεγονός ότι η επίκληση της οργανωμένης εργασίας δεν αρκεί για να εξοβελίσει τον σχετικισμό. Προσφέρει όμως επαρκή κριτήρια για τον διαχωρισμό των σοβαρών γνωστικών εγχειρημάτων από τις ανοησίες. Τώρα, αν αυτά δεν μπορούν να εγγυηθούν τη βεβαιότητα, τότε το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να μάθουμε να ζούμε με την αβεβαιότητα της γνώσης και με την ευθύνη που αυτή συνεπάγεται.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 60, στις 24 Μαρτίου 2019.

Κατατάξεις

ΕΚΑΝΑ ΤΟ ΛΑΘΟΣ να αναφερθώ στον Μπόρχες, στο προηγούμενο σημείωμα. Δεν είναι εύκολο να φύγεις από το σύμπαν του Μπόρχες, άπαξ και βρεθείς σ’ αυτό. Δεν είναι τόσο η βαρύτητα όσο η πολλαπλότητα και οι συνεχείς εννοιολογικές διαθλάσεις που κάμπτουν κάθε προσπάθεια απομάκρυνσης. Σήμερα, λοιπόν, θα ήθελα να παίξω το παιχνίδι των αντιγραφών – ένα παιχνίδι που ο Μπόρχες ήξερε να παίζει καλύτερα απ’ όλους, δημιουργώντας συχνά αντίγραφα από ανύπαρκτα πρωτότυπα.

Στο δοκίμιό του «Η αναλυτική γλώσσα του Τζον Ουίλκινς», ο Μπόρχες μιλάει για την κατάταξη των ζώων που  εμφανίζεται σε μια κινέζικη εγκυκλοπαίδεια με γενικό τίτλο Ουράνιο εμπόριο φιλάγαθων γνώσεων. Τα ζώα σε αυτή την εγκυκλοπαίδεια διαιρούνται στις ακόλουθες κατηγορίες: «α) αυτά που ανήκουν στον Αυτοκράτορα, β) βαλσαμωμένα, γ) εξημερωμένα, δ) βυζανιάρικα, ε) γοργόνες, στ) μυθικά, ζ) αδέσποτα σκυλιά, η) αυτά που ανήκουν στην παρούσα ταξινόμηση, θ) αυτά που κάνουν σαν τρελά, ι) αναρίθμητα, ια) αυτά που είναι ζωγραφισμένα μ’ έναν πολύ λεπτό χρωστήρα από καμηλότριχες, ιβ) και τα λοιπά, ιγ) αυτά που μόλις έσπασαν τη στάμνα, ιδ) αυτά που από μακριά φαίνονται σαν μύγες» (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης).

Το απόσπασμα παρατίθεται στην αρχή του βιβλίου του Μισέλ Φουκώ Οι λέξεις και τα πράγματα και μάλιστα ο Φουκώ αποδίδει την σύλληψη του έργου του στο συγκεκριμένο γραπτό του Μπόρχες: «Είναι το γέλιο που προκαλεί η ανάγνωσή του και που κλονίζει όλες τις οικειότητες της σκέψης (…), το γέλιο που ταράζει όλες τις τακτοποιημένες επιφάνειες και όλα τα επίπεδα, όσα σωφρονίζουν για λογαριασμό μας την δαψίλεια των όντων, κάνοντας να ταλαντεύεται και να ανησυχεί επί μακρόν η χιλιόχρονη πρακτική μας του Ίδιου και του Άλλου» (μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης).

Όπως ο Φουκώ αντιγράφει τον Μπόρχες, έτσι κι ο Μπόρχες αντιγράφει τον Χιουμ για να εξηγήσει τη γοητεία που τού ασκούν οι «διφορούμενες, πλεονάζουσες ή ελλιπείς κατατάξεις» που εμφανίζονται σε διάφορα συμβολικά συστήματα. Προφανώς, δεν μπορεί να υπάρξει ταξινόμηση του σύμπαντος που να μην είναι υποθετική ή αυθαίρετη, σημειώνει, επειδή απλούστατα δεν ξέρουμε τι είναι το σύμπαν. «Ο κόσμος –γράφει ο Ντέιβιντ Χιουμ– μπορεί να είναι η άτσαλη ζωγραφιά ενός θεού-παιδιού, που την παράτησε μισοτελειωμένη, ντροπιασμένος για το χάλι της· έργο ενός κατώτερου θεού, που λοιδορείται από τους ανώτερους· το συγκεχυμένο δημιούργημα μιας εσχατόγηρης και απόμαχης θεότητας, που σήμερα είναι πια νεκρή.» Ας πάμε ακόμα πιο μακριά, συνεχίζει ο Μπόρχες, κι «ας υποθέσουμε πως δεν υπάρχει σύμπαν, με τη συγκροτημένη, ενωτική έννοια που έχει αυτή η μεγαλεπήβολη λέξη. Αν υπάρχει, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε, είναι να υποθέσουμε τους σκοπούς του· το μόνο που  μπορούμε να κάνουμε, είναι να υποθέσουμε τις λέξεις, τους ορισμούς, τις ετυμολογίες, τα συνώνυμα του μυστικού λεξικού του Θεού.»

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 53, στις 8 Δεκεμβρίου 2018.