Pizza effect

ΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ, καθώς ετοιμαζόμαστε να αρχίσουμε τις διακοπές μας ως μασκοφόροι τουρίστες –vigilante των Κυκλάδων–, η προσοχή μας στρέφεται διστακτικά στις μικρές απολαύσεις της ζωής. Ζεστή πίτσα, παγωμένη μπύρα – κλασικό καλοκαιρινό γεύμα. Η πίτσα δεν είναι, βέβαια, το τυπικότερο φαγητό του ελληνικού καλοκαιριού, αλλά σίγουρα είναι ένα από το αντιπροσωπευτικότερα. Τα χρώματα, η ποικιλία των υλικών, η ρουστίκ επίφαση του κτιστού φούρνου, η πολιτισμική γέφυρα με την εξίσου πολύχρωμη και μεσογειακή Ιταλία – όλα αυτά της δίνουν την ξεχωριστή της θέση στην παλέτα των καλοκαιρινών γευστικών εμπειριών. Ωστόσο, η πίτσα είναι κάτι παραπάνω – τίποτε, εξάλλου, σε αυτή τη στήλη δεν είναι μόνο αυτό που δηλώνει το όνομά του 🙂

Η πίτσα είναι ένα χαρακτηριστικό πιάτο της κουζίνας του φτωχού. Περισσεύματα φαγητών συνδυάζονται με διαθέσιμα υλικά (τυριά, αλλαντικά) και με την πάντοτε διαθέσιμη γυναικεία εργασία (ζύμη) για να δημιουργήσουν έναν γευστικό μέσο όρο που θα ικανοποιεί όλη την οικογένεια. Η πίτσα δεν είναι το μόνο δείγμα της cucina povera, ασφαλώς. Η ισπανική παέγια και τα τηγανιτά ρύζια της νοτιοανατολικής Ασίας αποτελούν παραδείγματα της ίδιας λογικής: Δεν πετάμε τίποτα· συνδυάζοντας τα περισσεύματα με φθηνή (συνήθως γυναικεία) εργασία παράγουμε ένα απογειωτικό γευστικό αποτέλεσμα που καταναλώνεται με εορταστική διάθεση από την ομήγυρη. Εξ ου και η συνύπαρξη τόσο ετερόκλητων υλικών στα συγκεκριμένα πιάτα.

Ωστόσο, η πίτσα δεν είναι ιταλική! Ιταλική είναι η φοκάτσια. Πρόκειται για ένα πλατύ ψωμί που ανοίγεται με τα χέρια έτσι ώστε να καταλάβει ολόκληρο το ταψί, πασπαλίζεται με υπολείμματα κρέατος, κρεμμύδια, δεντρολίβανο και χοντρό αλάτι και ψήνεται στον φούρνο, αφού ραντιστεί με μια γενναία δόση ελαιόλαδου. Η φοκάτσια δεν ψήνεται σε επιτηδευμένους κτιστούς φούρνους ούτε παρασκευάζεται με ακροβατικές περιστροφές της ζύμης. Ούτε μετατρέπει την ακριβή βουβαλίσια μοτσαρέλλα σε συνδετική ύλη για τα ετερογενή υλικά που, ούτως ή άλλως, θα συγκαλύψουν τη λεπτή της γεύση.

Αν δεν είναι ιταλική η πίτσα, τότε τι είναι; Είναι η εξιδανικευμένη και συγκεχυμένη ανάμνηση των Ιταλών μεταναστών των αρχών του 20ού αιώνα που νοσταλγούν τα χρώματα, τις γεύσεις και τις μυρωδιές της πατρίδας τους. Αυτή η ανάμνηση είναι που παίρνει μορφή στις βορειοαμερικάνικες πιτσαρίες, οι οποίες επινοούν την «αυθεντική» ιταλική πίτσα. Και αυτή την «αυθεντική» ιταλική πίτσα είναι που ψάχνουν οι Αμερικανοί τουρίστες –πολλοί απ’ αυτούς δεύτερης και τρίτης γενιάς Ιταλοί μετανάστες– όταν επισκέπτονται την Ιταλία. Η πίτσα «επανεισάγεται» στην Ιταλία διεκδικώντας την αυθεντικότητα και τον ιδιαίτερο τοπικό της χαρακτήρα. Αυτό είναι το pizza effect: όταν μια τοπικότητα μορφοποιεί τα πολιτισμικά προϊόντα μιας άλλης τοπικότητας σύμφωνα με τις δικές της ανάγκες, αξίες και προτεραιότητες και η άλλη τοπικότητα τα επανεισάγει ως αυθεντικά δικά της, οικειοποιούμενη με αυτόν τον τρόπο και τα πολιτισμικά πρότυπα που τα συνοδεύουν – μαθαίνοντας να βλέπει τον εαυτό της με το βλέμμα του άλλου.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 91, στις 25 Ιουλίου 2020.

image credit: Anthony Falbo, the Mona Pizza, 2002.

Φιλοξενία

ΕΧΩ ΑΝΑΡΩΤΗΘΕΙ πολλές φορές: πόσοι άνθρωποι στον κόσμο ξυπνάνε στο ίδιο μέρος που είχαν ξυπνήσει και το προηγούμενο πρωί; Μια δεδομένη μέρα, ποιοι είναι περισσότεροι, αυτοί που ξυπνάνε στο ίδιο μέρος που ξύπνησαν και την προηγούμενη ή εκείνοι που ξυπνάνε σε διαφορετικό μέρος; Δεν γνωρίζω αν υπάρχει τρόπος να απαντηθεί αυτό το ερώτημα. Οι πιο πολλοί διαισθητικά θα απαντούσαμε ότι περισσότεροι είναι αυτοί που ξυπνάνε στο ίδιο μέρος που ξύπνησαν και χτες: η προδιάθεση της μονιμότητας. Ας σκεφτούμε, όμως, δύο εμπειρικά δεδομένα. Σύμφωνα με στοιχεία των υπηρεσιών πολιτικής αεροπορίας, κάθε στιγμή βρίσκονται εν πτήσει, κατά μέσο όρο, 1.260.00 άνθρωποι. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ, το 2017, ο αριθμός των ανθρώπων που έμεναν σε άλλη χώρα από αυτή στην οποία γεννήθηκαν έφτανε τα 258 εκατομμύρια, και ένα σημαντικό ποσοστό αυτού του αριθμού ήταν μετανάστες που άλλαζαν τακτικά διαμονή. Οι αριθμοί αυτοί είναι μικροί και τείνουν να επιβεβαιώσουν τη διαίσθηση της μονιμότητας. Ωστόσο, είναι οι μεγαλύτεροι που έχουν υπάρξει ποτέ στην ιστορία και αποτελούν απλώς τα πιο έκδηλα συμπτώματα μιας διαρκώς εντεινόμενης κινητικότητας. Αν σε αυτούς προσθέσουμε τους ανθρώπους που δεν διαθέτουν μόνιμη στέγη, εκείνους που εκτοπίζονται εξαιτίας γεωλογικών και κλιματικών φαινομένων, εκείνους που μετακινούνται για αναζήτηση εργασίας κι εκείνους που αποδεσμεύονται εκούσια από τη μόνιμη διαμονή επειδή οι εργασίες τους έχουν μεταφερθεί στο υπολογιστικό νέφος και το κόστος κατοικίας στον ουρανό, τότε οι αριθμοί παύουν να είναι αμελητέοι.

Η νέα κινητικότητα έχει δύο χαρακτηριστικά που τη διαφοροποιούν από προηγούμενα φαινόμενα μαζικών μετακινήσεων. Το ένα είναι ότι οι μετακινούμενοι στην πλειονότητά τους δεν προσβλέπουν στην προοπτική άμεσης εγκατάστασης, αλλά σε μια παρατεταμένη αναζήτηση που κάποτε θα τους φέρει στον τόπο των προσδοκιών τους. Στην πορεία, οι προσδοκίες αλλάζουν, ξεχνιούνται ή ματαιώνονται και η μετακίνηση τείνει να γίνει η νέα κανονικότητα. Το άλλο χαρακτηριστικό είναι η απουσία καταφυγίων. Όπως έγραφα στο προηγούμενο σημείωμα, η μετάβαση στην Ανθρωπόκαινο σηματοδοτεί την επιθετική ισοπέδωση των μνημονικών θυλάκων που επέτρεπαν τη δοκιμή εναλλακτικών σεναρίων βιολογικής και κοινωνικής προσαρμογής. Οι μετακινούμενοι δεν μπορούν ούτε να επιστρέψουν στην εστία ούτε να επανεκκινήσουν την αναζήτησή τους. Μετατρέπονται σε νομάδες.

Πώς θα αντισταθούμε σε αυτή την απώλεια ερεισμάτων; Με το να γαντζωθούμε από τις απειλούμενες ταυτότητες και τοπικότητές μας; Αυτό θα ήταν μοιραίο λάθος, έγραφε ο Pierre Lévy το 1995. Οφείλουμε μάλλον να προσπαθήσουμε να δώσουμε νόημα σε αυτή τη δυνητικοποίηση της ύπαρξης επινοώντας μια νέα τέχνη της φιλοξενίας. Η πιο υψηλή ηθική των αρχαίων νομάδων πρέπει τώρα, την εποχή της μεγάλης αποτοπικοποίησης, να γίνει η νέα αισθητική, η ίδια η ουσία της δημιουργικότητας. Η τέχνη που θα υποδεχτεί και θα αναδείξει τις πολιτικές μορφές ενός κόσμου που αναθεωρεί εκ βάθρων τις βεβαιότητές του.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 76, στις 7 Δεκεμβρίου 2019

Σχετικισμός

ΟΙ ΣΠΟΥΔΕΣ Επιστήμης και Τεχνολογίας (ΣΕΤ) είναι ένας ακαδημαϊκός κλάδος που μελετά τις διανοητικές και κοινωνικές διαδικασίες μέσω των οποίων συγκροτείται ο κυρίαρχος τρόπος κατανόησης της φύσης. Στα σαράντα περίπου χρόνια της ύπαρξής τους έχουν προσφέρει μεγάλο πλούτο ετερογενών, αλλά εξίσου διεισδυτικών αναλύσεων του τεχνοεπιστημονικού φαινομένου. Παρά ταύτα και παρά την αυτονόητη αξία αυτών των μελετών, πολλοί επιστήμονες, φιλόσοφοι και ιστορικοί των επιστημών παραμένουν επιφυλακτικοί απέναντί τους. Ο λόγος είναι ότι θεωρούν πως οι ΣΕΤ υποδαυλίζουν τον σχετικισμό.

Δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι υπάρχουν πολλά είδη σχετικισμού (ηθικός, αισθητικός, νομικός κ.λπ.). Εδώ αναφερόμαστε στην ειδική μορφή του σχετικισμού που συνδέεται με το αίτημα της αλήθειας, τον γνωσιακό σχετικισμό. Στο πλαίσιο των ΣΕΤ, οι επιστήμες παύουν να αποτελούν τον προνομιακό τρόπο προσπέλασης της αλήθειας για τη φύση και εξισώνονται με τις υπόλοιπες κοινωνικές δραστηριότητες, οι οποίες οδηγούνται στον σκοπό τους μέσω της διαπραγμάτευσης, της διαμόρφωσης συσχετισμών δύναμης και της πειθούς. Παρά το γεγονός ότι πολλοί υπερασπιστές των ΣΕΤ προσπάθησαν να δείξουν ότι οι ΣΕΤ δεν υποθάλπουν τον σχετικισμό, η αλήθεια είναι ότι το κάνουν. Οι επιστημονικές αλήθειες, σύμφωνα με τους θεωρητικούς των ΣΕΤ, δεν αντανακλούν τον κόσμο όπως είναι, ούτε τον κόσμο όπως μπορεί να τον καταλάβει ο ορθά σκεπτόμενος νους εν γένει. Αντανακλούν τη γνωστική συναλλαγή με τον κόσμο που πραγματοποιείται σε συγκεκριμένα υλικά, διανοητικά και θεσμικά πλαίσια. Οι επιστημονικές αλήθειες είναι προϊόντα της ιστορικά καθορισμένης ανθρώπινης εργασίας.

Πού είναι το πρόβλημα με αυτό; Είναι προφανές: Αν οι επιστημονικές αλήθειες υπόκεινται στην ενδεχομενικότητα των ανθρώπινων πρακτικών, τότε δεν διαθέτουν την άτεγκτη βεβαιότητα την οποία μόνο η εξωανθρώπινη φύση μπορεί να εγγυηθεί. Και αυτό, φυσικά, υπονομεύει δραστικά την αξία της επιστήμης, η οποία παρεμπιπτόντως αποτελεί το πρότυπο κάθε γνωστικής επιδίωξης που αποβλέπει στην αλήθεια. Αυτός ο συλλογισμός, όμως, παραβλέπει τον άλλο όρο που υπεισέρχεται στη συζήτηση, την εργασία. Οι επιστημονικές αλήθειες δεν είναι προϊόντα αφελούς επινόησης, αβάσιμων εικασιών, χονδροειδών υπολογισμών ή έστω της κοινής λογικής. Είναι προϊόντα πειθαρχημένης εργασίας – εξού και ο όρος discipline για τα επιστημονικά πεδία–, η οποία επιτελείται σε συγκεκριμένα θεσμικά, διανοητικά και μεθοδολογικά πλαίσια. Καμία ψευδοεπιστήμη δεν είναι προϊόν τέτοιας πειθαρχίας, ούτε είναι σε θέση να παραγάγει «αλήθειες» που να διαθέτουν το εύρος των γνωστικών συστημάτων που προκύπτουν από την επιστημονική εργασία.

Είναι γεγονός ότι η επίκληση της οργανωμένης εργασίας δεν αρκεί για να εξοβελίσει τον σχετικισμό. Προσφέρει όμως επαρκή κριτήρια για τον διαχωρισμό των σοβαρών γνωστικών εγχειρημάτων από τις ανοησίες. Τώρα, αν αυτά δεν μπορούν να εγγυηθούν τη βεβαιότητα, τότε το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να μάθουμε να ζούμε με την αβεβαιότητα της γνώσης και με την ευθύνη που αυτή συνεπάγεται.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 60, στις 24 Μαρτίου 2019.