Επιστήμη και Λογοτεχνία

Στις 19 Μαΐου, έγινε στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών η παρουσίαση των 11 πρώτων τόμων των ψηφιακών εκδόσεων του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών. Είχα κληθεί να μιλήσω για το έργο Science and Literature που επιμελήθηκαν ο Κώστας Ταμπάκης και ο Γιώργος Βλαχάκης. Το έκανα με μεγάλη χαρά, όχι μόνο γιατί οι επιμελητές είναι καλοί φίλοι, αλλά κι επειδή το πεδίο που επιχειρούν να οριοθετήσουν είναι εξαιρετικά πρωτότυπο και ενδιαφέρον.

Το έργο αποτελείται από δύο τόμους. Η οργάνωση του κάθε τόμου είναι διαφορετική. Τα άρθρα του πρώτου τόμου κατανέμονται σε τρεις κατηγορίες: Φαντασία, Ιατρική και Χώροι. Τα άρθρα του δεύτερου τόμου κατανέμονται σε δύο κατηγορίες: Ποίηση και Πεζός Λόγος. Ασφαλώς η διάκριση αυτή είναι συμβατική και εξυπηρετεί εκδοτικές σκοπιμότητες. Για παράδειγμα, το κείμενο για το Cosmicomics του Italo Calvino, που είναι ενταγμένο στην ενότητα Πεζός Λόγος, θα μπορούσε κάλλιστα να ενταχθεί στην ενότητα Φαντασία, όπως και το κείμενο για τον αφασικό λόγο του Μπέκετ θα μπορούσε να ενταχθεί στην ενότητα Ιατρική. Φαίνεται, ωστόσο, ότι οι επιμελητές θέλησαν να κάνουν μια διπλή δήλωση με την εκδοτική επιλογή τους: Αφενός, ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι να ταξινομηθούν οι μελέτες για τις σχέσεις επιστήμης και λογοτεχνίας: Θεματικοί (φαντασία, ιατρική, cyberpunk, φύλο, χωρόχρονος, γλώσσα κ.λπ.) και Μορφολογικοί (ποίηση, πρόζα, δοκίμιο). Αφετέρου, ότι το ίδιο το πεδίο των σπουδών επιστήμης και λογοτεχνίας είναι ένα ευρύ και δυναμικό πεδίο που τέμνει εγκάρσια διάφορες γνωστικές και αισθητικές επικράτειες (θα μπορούσαμε, για παράδειγμα, να σκεφτούμε ένα ερευνητικό εγχείρημα που ξεδιπλώνεται στη διεπαφή ποίησης και νευροεπιστημών).

Το οποίο μας φέρνει στην καρδιά του εκδοτικού εγχειρήματος των Ταμπάκη και Βλαχάκη: Γιατί πρέπει να μελετήσουμε τις σχέσεις επιστήμης και λογοτεχνίας; Σε τελευταία ανάλυση, δεν είναι αλήθεια ότι οι δύο επικράτειες χωρίζονται από μια άβυσσο; Η επιστήμη λογοδοτεί στην αλήθεια και τον ορθό λόγο, ενώ η λογοτεχνία αναφέρεται στη φαντασία. Ας σκεφτούμε για μια στιγμή την ιστορικότητα αυτής της διάκρισης: Το ποίημα είναι, πράγματι, μια μορφή λόγου που υπάρχει από την αρχαιότητα. Όμως, το μυθιστόρημα, το δοκίμιο και το διήγημα είναι μορφές της νεοτερικότητας, οι οποίες εμφανίζονται μαζί με την επιστήμη και συχνά μοιράζονται με αυτή την επιδίωξη της αλήθειας και την εφαρμογή επιστημονικών μεθόδων για την κατανόηση του κόσμου. Επίσης, το ποίημα δεν ήταν πάντοτε αισθητικό εγχείρημα. Μπορεί να ήταν μνημονικός κανόνας, συλλογική μνήμη (χρονικό), αλλά και επιστημονική γνώση – οι αρχαίες κοσμογονίες. Το ίδιο ισχύει και για άλλες «λογοτεχνικές μορφές». Οι διάλογοι ήταν ένας συνηθισμένος τρόπος διαμόρφωσης και κοινοποίησης επιστημονικών και φιλοσοφικών απόψεων και χρησιμοποιήθηκαν από πλήθος φιλοσόφων γι’ αυτόν τον σκοπό: από τον Γαλιλαίο μέχρι τον Φοντενέλ και από τον Βολτέρο μέχρι τον Μπέρκλεϊ. Η επιστήμη, από την άλλη, δεν ήταν πάντοτε αυτό που μας έχει πείσει ο λογικός θετικισμός ότι είναι: η γνωστική αναπαράσταση μιας αντικειμενικής πραγματικότητας εντός της αυστηρά περιχαρακωμένης επικράτειας του λόγου. Ήταν φυσική μαγεία (η ιατρική του Παράκελσου), φαντασία (η γεωλογία του Αθανασίου Κίρχερ), αποστολικό έργο (η φυσική του Νεύτωνα), η αναψηλάφηση του ποιήματος της Δημιουργίας (το ταξινομικό σύστημα του Κάρολου Λινναίου) και, βεβαίως, μέχρι τις μέρες μας, ρητορική και πειθώ.

Τα κείμενα των τόμων, όμως, δεν έχουν στόχο να αναθεωρήσουν τη διάκριση επιστήμης-λογοτεχνίας από ιστορική άποψη. Αντιθέτως, προσεγγίζουν το ζήτημα από μια θετική σκοπιά: Εξετάζουν τι μοιράζονται η επιστήμη και η λογοτεχνία. Και αυτό που μοιράζονται είναι ότι και οι δύο κατοικούν στην επικράτεια του Λόγου. Υποτίθεται, βέβαια, ότι η επιστήμη αναφέρεται σε κάτι που βρίσκεται εκτός αυτής της επικράτειας και αυτό είναι που της προσδίδει το ιδιαίτερο κύρος της. Όμως, όπως λαμπρά απέδειξαν ο Σάιμον Σάφερ και ο Στίβεν Σέιπιν μελετώντας τις γλωσσικές (μεταξύ άλλων) τεχνολογίες που επιστράτευσε ο Ρόμπερτ Μπόυλ για την εδραίωση της πειραματικής μεθόδου, και αυτό Λόγος είναι – το αφήγημα της αντικειμενικότητας που η επιστήμη οικοδομεί για τον εαυτό της. Επιπλέον, καμιά επιστήμη δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς να συγκροτήσει την ιδιαίτερη εννοιολογική της επικράτεια. Και αυτό τις περισσότερες φορές πραγματοποιείται με τη χρήση του πολύτιμου εργαλείου των γλωσσικών μεταφορών. Η νευτώνεια μηχανική χρειάστηκε να προσφύγει στη μεταφορική χρήση λέξεων θεολογικής και νομικής προέλευσης, όπως power & law, για να θεμελιώσει τη νέα φυσική. Αλλά και οι σύγχρονοι κλάδοι της Τεχνητής Νοημοσύνης και της Γνωσιακής Επιστήμης προέκυψαν από τις μεταφορές που χρειάστηκε να χρησιμοποιήσουν οι πρώτοι Κυβερνητιστές προκειμένου να μπορέσουν συνεννοηθούν μεταξύ τους μηχανικοί, ψυχολόγοι, φιλόσοφοι, ανθρωπολόγοι και μαθηματικοί. Η ίδια η έννοια της πληροφορίας είναι μια μεταφορά.

Άρα, επιστήμη και λογοτεχνία μοιράζονται το ίδιο έδαφος και ενώ, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι αρδεύονται από διαφορετικές δυναμικές, αν τις δούμε υπό ιστορική προοπτική δικαιούμαστε να ισχυριστούμε το αντίθετο: αρδεύονται από μια κοινή δυναμική, μια κοινή επιδίωξη: να αφηγηθούν πειστικά ιστορίες που δίνουν νόημα στον κόσμο.

Τι επιτυγχάνουν, λοιπόν, αυτοί οι τόμοι με τα ετερογενή αφηγήματα και την πειραματική ταξινόμηση; Πρώτον, ξαναεπισκέπτονται τις θεσμισμένες διακρίσεις στην επικράτεια του Λόγου. Και το κάνουν με λεπτότητα, χωρίς επιθετική διάθεση ή επικριτικό πνεύμα. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το κάνουν με λογοτεχνική ευαισθησία και επιστημονική σχολαστικότητα! Δεύτερον, σκοπός του εκδοτικού εγχειρήματος είναι να δείξει ότι αυτό που θεσμικά και θετικιστικά μας παρουσιάζεται ως διαχωρισμένο, ποτέ δεν έπαψε να λειτουργεί ως μία ενότητα. Και ο λόγος γι’ αυτό είναι ότι πίσω από τις θεσμισμένες διακρίσεις υπήρχαν και υπάρχουν πραγματικοί άνθρωποι που ζουν και δρουν σε έναν ενιαίο κόσμο. Άλλοι λογοτέχνες, άλλοι επιστήμονες, πολλοί και τα δύο. Το πρωί κάτω από τις λάμπες του χειρουργείου, το βράδυ στο ημίφως της ποιητικής δημιουργίας. Πάντα, όμως, σε έναν κοινό κόσμο, «όπου η πραγματικότητα είναι εγγυημένη για τον καθένα χάρη στην παρουσία όλων» (Χ. Άρεντ). Υπάρχει και κάτι άλλο όμως εδώ, ακόμα πιο ενδιαφέρον: Στις περισσότερες περιπτώσεις που παρουσιάζονται στους δύο τόμους, αυτές οι πολιτισμικά επιβεβλημένες διακρίσεις που τέμνουν εγκάρσια τον βιόκοσμο των πρωταγωνιστών και πρωταγωνιστριών λειτουργούν δημιουργικά. Σκέφτομαι το διήγημα των αδελφών Στρουγκάτσκι, Πικνίκ δίπλα στον δρόμο. Οι ήρωές του διασχίζουν το απαγορευμένο σύνορο και εισέρχονται στην άλλη πλευρά, στη Ζώνη, όπου ανακαλύπτουν διάφορα περίεργα τεχνουργήματα. Τα μεταφέρουν στον κόσμο τους κι εκεί τα ανατέμνουν προσπαθώντας να καταλάβουν τη λειτουργία, την αξία, τις αρχές τους. Κι αυτό το λαθρεμπόριο νοημάτων τροποποιεί τον κόσμο τους, τις σχέσεις τους, τις ζωές τους. Έτσι και οι πρωταγωνιστές των δύο τόμων, διασχίζουν διαρκώς το απαγορευμένο σύνορο προς τη μια ή προς την άλλη κατεύθυνση, εμπλουτίζοντας τον κόσμο τους με περίεργα τεχνουργήματα που έχουν συλλέξει από την άλλη πλευρά. Και αυτά τα τεχνουργήματα κινητοποιούν τη φαντασία και τη δημιουργικότητά τους, οδηγώντας σε συνθέσεις που παίρνουν μορφή στο πεδίο του λόγου: ένας ποίημα, ένας φυσικός νόμος, μια αρχιτεκτονική σύλληψη…

Η έκδοση της συλλογής Science and Literature αποτελεί σημαντική συμβολή. Αφενός, επειδή καταγράφει τη δυνατότητα επισκόπησης των σχέσεων επιστήμης-λογοτεχνίας πέρα από τετριμμένες, εργαλειακές θεωρήσεις, όπως η ευρέως διαδεδομένη εικόνα της λογοτεχνίας ως βοηθητικού μέσου για τη διάδοση (για την «εκλαΐκευση») της αδιαμφισβήτητης αλήθειας της επιστήμης. Αφετέρου, επειδή αποτυπώνει την αξία της μεθοριακότητας. Μόνο όσες και όσοι έχουν το θάρρος να κατοικήσουν στη μεθόριο είναι σε θέση να δημιουργήσουν πραγματικά νέα νοήματα. Και αυτό ισχύει τόσο για τους ήρωες και τις ηρωίδες των ιστοριών που αφηγούνται οι δύο αυτοί τόμοι όσο και για το πεδίο μελέτης που επιχειρούν να εγκαινιάσουν στα ελληνικά γράμματα.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 136, στις 25 Ιουνίου 2022.

Υπερκείμενο

ΟΠΩΣ έγραφα στο προηγούμενο σημείωμα, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι σε όλη την ιστορία της γραφής το κείμενο παρέμεινε δεσμευμένο στην αισθητική της σελίδας, του παραλληλόγραμμου που έδινε νοηματική συνέχεια και μορφολογική αυτοτέλεια στην ανθρώπινη σκέψη. Από αυτή την άποψη, το ψηφιακό υπερκείμενο εγκαινιάζει μια ριζικά νέα συνθήκη. Μολονότι η ψηφιακή διεπαφή παραμένει κι αυτή δέσμια της αισθητικής της σελίδας, το κείμενο δραπετεύει από τα όρια του παραλληλογράμμου. Το υπερκείμενο δεν είναι ποτέ εκεί, δεν είναι ποτέ αυτοτελές και πλήρες. Διαχέεται στην ψηφιακή επικράτεια και η ανάγνωσή του απαιτεί τη συνεχή μετακίνηση από τη μία τοπικότητα στην άλλη. Η σημαντικότερη συνέπεια αυτής της συνθήκης είναι ότι το κείμενο παύει να είναι μοναδικό.

Το ξέρουμε, ασφαλώς, ότι οι αναγνώστες και οι αναγνώστριες, ανάλογα με τις προσλαμβάνουσες και τις προσδοκίες τους, παράγουν διαφορετικές νοηματικές εκδοχές του ίδιου κειμένου. Ωστόσο, σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας, το κείμενο ήταν πάντα ένα, μια καλά καθορισμένη υλικότητα στην οποία επιστρέφαμε (ή την οποία αναζητούσαμε) προκειμένου να βρούμε το «αυθεντικό» νόημα. Στην εποχή του υπερκειμένου, αυτή η μοναδικότητα αίρεται και τη θέση της παίρνει μια δέσμη δυνατών διαδρομών στον ψηφιακό χώρο, μέσω των οποίων οι αναγνώστες συνθέτουν τα δικά τους κείμενα. Η κίνηση ή, ακριβέστερα, η πλοήγηση του υποκειμένου στην ψηφιακή επικράτεια οδηγεί στην παραγωγή διαφορετικού πρωτοτύπου κάθε φορά. Το μόνο κείμενο που είναι κοινό για όλους, το μόνο κείμενο που είναι πραγματικά εκεί, είναι το σύνολο των μέσων του ιστού –γραπτά, ηχητικά και οπτικά τεκμήρια–, που συνθέτουν ένα χαοτικό και διαρκώς μεταβαλλόμενο σύμπαν, από το οποίο οι άνθρωποι εξορύσσουν νοήματα.

Οι αναγνώστες, βέβαια, δεν πλοηγούνται μόνο. Παράγουν και οι ίδιοι περιεχόμενο, μέσω του οποίου αποτυπώνουν στον ιστό την εμπειρία τους και ανασημασιοδοτούν την ήδη εγγεγραμμένη εμπειρία άλλων. Το όριο ανάμεσα στον συγγραφέα και τον αναγνώστη έχει, ασφαλώς, καταλυθεί από τα χρόνια του Διαφωτισμού. Κάθε αναγνώστης είναι έκτοτε και ένας εν δυνάμει συγγραφέας. Τώρα, όμως, καταλύεται κι ένα άλλο όριο, εκείνο ανάμεσα στο κείμενο και το υπόμνημα. Το ψηφιακό κείμενο συγκροτείται από προσθήκες, διορθώσεις, σχόλια, παρεκβάσεις, επιφωνήματα… Παραμένει διαρκώς ανοικτό και ανολοκλήρωτο, περιμένοντας (και προσκαλώντας) της συμβολή των αναγνωστών στην περαιτέρω διαμόρφωσή του. Οι συμπαγείς μορφές γραπτής έκφρασης, όπως το μυθιστόρημα και το δοκίμιο, παραχωρούν τη θέση τους σε αποσπασματικές αφηγήσεις, αυθόρμητες αξιολογικές κρίσεις, αυτοσχέδιες εννοιολογικές συσχετίσεις – έναν διαρκή υπομνηματισμό της πραγματικότητας και των αναπαραστάσεών της. Το κείμενο μετατρέπεται από αντικείμενο σε διαδικασία και ο συγγραφέας από δημιουργό σε συνομιλητή.

Αν, λοιπόν, το γραπτό κείμενο αποτέλεσε το πρότυπο των τρόπων με τους οποίους το νεωτερικό υποκείμενο αντιλαμβάνεται τον κόσμο και τον εαυτό του –του βιβλίου της φύσης και της αυτοβιογραφικής αφήγησης–, ποια είναι τα νέα πρότυπα που αναδύονται κατά τη μετάβαση στην ψηφιακότητα;

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 73, στις 25 Οκτωβρίου 2019.

IMAGE CREDIT: KRUPA MISTRY, REDACTED TEXT.

Η αφήγηση του εαυτού

ΣΤΑ ΔΥΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ σημειώματα έγραφα για τη βαρύνουσα πολιτισμική σημασία του κινηματογραφικού μοντάζ. Η εξοικείωσή μας με την κινηματογραφική διεπαφή αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο αποκωδικοποιούμε τα μηνύματα του κοινωνικού μας πλαισίου. Θα μπορούσαμε άραγε να υποθέσουμε ότι έχει ανάλογη σημασία και για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας;

Chelsea Beck-The Atlantic.jpg

Τα τελευταία χρόνια έχουν κάνει την εμφάνισή τους μια σειρά επιστημονικές δημοσιεύσεις που, μολονότι δεν σχετίζονται πάντοτε μεταξύ τους, έχουν έναν κοινό παρονομαστή. Ενδεικτικά αναφέρω το βιβλίο της Marya Schechtman, Η σύσταση των εαυτών (1996)· το άρθρο του Jonathan Haidt, «Ο συναισθηματικός σκύλος και η έλλογη ουρά του» (2001)˙ την πειραματική εργασία των Soon, Brass και Heinze, «Ασυνείδητοι παράγοντες καθορισμού των ελεύθερων αποφάσεων στον ανθρώπινο εγκέφαλο» (2008)˙ και την εργασία του Luciano Floridi για την «Πληροφοριακή φύση της προσωπικής ταυτότητας» (2011). Καθεμιά και καθένας από αυτούς τους συγγραφείς έχουν δημοσιεύσει περισσότερες από μία εργασίες όπου επεξεργάζονται περαιτέρω τις απόψεις τους, και πολλοί ακόμα συγγραφείς προσεγγίζουν παρόμοια ζητήματα με εργαστηριακές και φιλοσοφικές αναλύσεις.

Ο κοινός παρονομαστής όλων αυτών των εργασιών είναι «η αφηγηματική συγκρότηση του εαυτού». Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη θεώρηση, ο εαυτός δεν είναι αυτόνομος βουλητικός παράγοντας που καθορίζει τις πράξεις και τις αποφάσεις μας, αλλά έπεται των ήδη ειλημμένων αποφάσεων, ως αφήγημα που τις αιτιολογεί και τις κανονικοποιεί. Έχει ενδιαφέρον ότι το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται σε διαφορετικά πεδία. Οι Soon, Brass και Heinze απέδειξαν με όρους νευροφυσιολογίας ότι οι κινητικές αποφάσεις προηγούνται της έλλογης σύλληψής τους, άρα ότι η δεύτερη, ενώ μοιάζει να είναι η αιτία τους, στην πραγματικότητα είναι η post factum αιτιολόγησή τους. Ο Haidt ισχυρίζεται ότι η ικανότητα λήψης ηθικών αποφάσεων αποτελεί εξελικτική κατάκτηση, την οποία μοιράζονται πολλοί ανώτεροι οργανισμοί, άρα ότι η αίσθηση της ηθικής υπευθυνότητας δεν αποτελεί αίτιο, αλλά εκ των υστέρων εκλογίκευση. Η Schechtman εισήγαγε την «άποψη για την αφηγηματική συγκρότηση του εαυτού» σύμφωνα με την οποία, η αίσθηση της ταυτότητας, της συνέχειας και της αυτενέργειας είναι αποτέλεσμα της αυτοβιογραφικής αφήγησης που συνδέει τα επεισόδια της ζωής του υποκειμένου – της κατά το μάλλον ή ήττον συνεκτικής ιστορίας που αφηγούμαστε κάθε φορά, σε αυτό το διαφορετικό που είμαστε κάθε φορά.

Ο Αλμπέρ Καμί έγραφε ότι ονομάζουμε αγάπη αυτό που μας δένει με ορισμένα πλάσματα βάσει του τρόπου που τα βλέπουμε, και για τον οποίο υπεύθυνη είναι η λογοτεχνία. Αν ισχύουν τα παραπάνω, θα μπορούσαμε άραγε να ισχυριστούμε ότι η εξοικείωση με την τέχνη του κινηματογραφικού μοντάζ είναι, κατ’ αναλογία, υπεύθυνη για τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον εαυτό μας, μέσω των αυτοβιογραφικών αφηγήσεων που κατασκευάζουμε;

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 49, στις 13 Οκτωβρίου 2018.