Φιλοξενία

ΕΧΩ ΑΝΑΡΩΤΗΘΕΙ πολλές φορές: πόσοι άνθρωποι στον κόσμο ξυπνάνε στο ίδιο μέρος που είχαν ξυπνήσει και το προηγούμενο πρωί; Μια δεδομένη μέρα, ποιοι είναι περισσότεροι, αυτοί που ξυπνάνε στο ίδιο μέρος που ξύπνησαν και την προηγούμενη ή εκείνοι που ξυπνάνε σε διαφορετικό μέρος; Δεν γνωρίζω αν υπάρχει τρόπος να απαντηθεί αυτό το ερώτημα. Οι πιο πολλοί διαισθητικά θα απαντούσαμε ότι περισσότεροι είναι αυτοί που ξυπνάνε στο ίδιο μέρος που ξύπνησαν και χτες: η προδιάθεση της μονιμότητας. Ας σκεφτούμε, όμως, δύο εμπειρικά δεδομένα. Σύμφωνα με στοιχεία των υπηρεσιών πολιτικής αεροπορίας, κάθε στιγμή βρίσκονται εν πτήσει, κατά μέσο όρο, 1.260.00 άνθρωποι. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ, το 2017, ο αριθμός των ανθρώπων που έμεναν σε άλλη χώρα από αυτή στην οποία γεννήθηκαν έφτανε τα 258 εκατομμύρια, και ένα σημαντικό ποσοστό αυτού του αριθμού ήταν μετανάστες που άλλαζαν τακτικά διαμονή. Οι αριθμοί αυτοί είναι μικροί και τείνουν να επιβεβαιώσουν τη διαίσθηση της μονιμότητας. Ωστόσο, είναι οι μεγαλύτεροι που έχουν υπάρξει ποτέ στην ιστορία και αποτελούν απλώς τα πιο έκδηλα συμπτώματα μιας διαρκώς εντεινόμενης κινητικότητας. Αν σε αυτούς προσθέσουμε τους ανθρώπους που δεν διαθέτουν μόνιμη στέγη, εκείνους που εκτοπίζονται εξαιτίας γεωλογικών και κλιματικών φαινομένων, εκείνους που μετακινούνται για αναζήτηση εργασίας κι εκείνους που αποδεσμεύονται εκούσια από τη μόνιμη διαμονή επειδή οι εργασίες τους έχουν μεταφερθεί στο υπολογιστικό νέφος και το κόστος κατοικίας στον ουρανό, τότε οι αριθμοί παύουν να είναι αμελητέοι.

Η νέα κινητικότητα έχει δύο χαρακτηριστικά που τη διαφοροποιούν από προηγούμενα φαινόμενα μαζικών μετακινήσεων. Το ένα είναι ότι οι μετακινούμενοι στην πλειονότητά τους δεν προσβλέπουν στην προοπτική άμεσης εγκατάστασης, αλλά σε μια παρατεταμένη αναζήτηση που κάποτε θα τους φέρει στον τόπο των προσδοκιών τους. Στην πορεία, οι προσδοκίες αλλάζουν, ξεχνιούνται ή ματαιώνονται και η μετακίνηση τείνει να γίνει η νέα κανονικότητα. Το άλλο χαρακτηριστικό είναι η απουσία καταφυγίων. Όπως έγραφα στο προηγούμενο σημείωμα, η μετάβαση στην Ανθρωπόκαινο σηματοδοτεί την επιθετική ισοπέδωση των μνημονικών θυλάκων που επέτρεπαν τη δοκιμή εναλλακτικών σεναρίων βιολογικής και κοινωνικής προσαρμογής. Οι μετακινούμενοι δεν μπορούν ούτε να επιστρέψουν στην εστία ούτε να επανεκκινήσουν την αναζήτησή τους. Μετατρέπονται σε νομάδες.

Πώς θα αντισταθούμε σε αυτή την απώλεια ερεισμάτων; Με το να γαντζωθούμε από τις απειλούμενες ταυτότητες και τοπικότητές μας; Αυτό θα ήταν μοιραίο λάθος, έγραφε ο Pierre Lévy το 1995. Οφείλουμε μάλλον να προσπαθήσουμε να δώσουμε νόημα σε αυτή τη δυνητικοποίηση της ύπαρξης επινοώντας μια νέα τέχνη της φιλοξενίας. Η πιο υψηλή ηθική των αρχαίων νομάδων πρέπει τώρα, την εποχή της μεγάλης αποτοπικοποίησης, να γίνει η νέα αισθητική, η ίδια η ουσία της δημιουργικότητας. Η τέχνη που θα υποδεχτεί και θα αναδείξει τις πολιτικές μορφές ενός κόσμου που αναθεωρεί εκ βάθρων τις βεβαιότητές του.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 76, στις 7 Δεκεμβρίου 2019

Καταφύγια

Στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού πάντα υπήρχαν σημεία επιστροφής. Είτε επρόκειτο για κοσμογονικές αλλαγές είτε για τοπικές αναστατώσεις, ο κόσμος πάντα διατηρούσε την ανάμνηση αυτού που υπήρχε πριν. Όχι μόνο ως αφήγηση, αλλά και ως υλική υπόσταση. Αυτό δεν σημαίνει ότι μετά από βαθιές ρήξεις της χρονικής συνέχειας ο κόσμος μπορούσε να ξαναγίνει όπως ήταν πριν. Μπορούσε όμως να δείξει πώς ήταν πριν και να προσφέρει σε όσους το επιθυμούσαν την επιλογή να δημιουργήσουν μια εναλλακτική πραγματικότητα εκκινώντας από μια προγενέστερη αφετηρία. Αν η ιστορία του Κατακλυσμού είναι η αρχετυπική ιστορία των κοσμογονικών αλλαγών που διαμόρφωσαν τη Γη, η ιστορία της Κιβωτού είναι η αρχετυπική ιστορία των καταφυγίων. Σπάνια το συνειδητοποιούμε, αλλά πρόκειται για δυο διαφορετικές ιστορίες, οι οποίες συνυφαίνονται όπως η θεία οργή με τη θεία πρόνοια. Σε μια εποχή που το νέο δεν αποτελεί αξία αλλά κίνδυνο –και η εποχή αυτή καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας– η θεία πρόνοια εκδηλώνεται με τη μέριμνα για την ύπαρξη καταφυγίων.

Οι μνημονικές δομές που εμφανίζονται στο εσωτερικό των ανθρώπινων κοινοτήτων, αλλά και οι θύλακες διατήρησης βιολογικών δειγμάτων από προγενέστερα εξελικτικά στάδια αποτυπώνουν αυτή τη λειτουργία. Δεν πρόκειται για αντίσταση στην αλλαγή, αλλά για μια ζωτικής σημασίας πλεοναστικότητα. Αν η αλλαγή οδηγήσει στην εξάλειψη, τότε θα πρέπει πάντα να υπάρχει η δυνατότητα εναλλακτικών επιλογών που θα διασώσουν το είδος. Αποτελεί κοινό τόπο, εξάλλου, ότι το είδος χάνεται οριστικά όταν χαθούν τα καταφύγιά του. Επίσης, δεδομένου ότι δεν υπάρχει τρόπος να ελεγχθεί αν μια αλλαγή οδήγησε στο βέλτιστο αποτέλεσμα, η ύπαρξη καταφυγίων επιτρέπει τον διαρκή πειραματισμό για αναζήτηση καλύτερων λύσεων προσαρμογής. Από αυτή την άποψη, τα καταφύγια δεν αποτελούν λύσεις ατομικής σωτηρίας ή διάσωσης ενός πληθυσμού από έναν έκδηλο κίνδυνο, αλλά προϋποθέσεις επιβίωσης των ειδών. Είναι αποθέματα γονιδίων και μιμιδίων τα οποία επιτρέπουν τη χάραξη εναλλακτικών διαδρομών συλλογικής ευημερίας.

Τα τελευταία χρόνια, γίνεται μεγάλη συζήτηση για την Ανθρωπόκαινο, τη γεωλογική εποχή κατά την οποία οι συνέπειες των ανθρώπινων επιλογών αποκτούν πλανητικές διαστάσεις. Η συζήτηση αφορά, σε μεγάλο βαθμό, το ερώτημα αν όντως η Ανθρωπόκαινος αποτελεί γεωλογική εποχή. Κι αν ναι, ποιο είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της; Η απάντηση είναι, ασφαλώς, πολύ δύσκολη γιατί προϋποθέτει μια εποπτεία που κανείς δεν διαθέτει σήμερα. Θα μπορούσαμε, ωστόσο, να σκεφτούμε την Ανθρωπόκαινο ως την κορύφωση μιας διαδικασίας που οδηγεί στην κατάργηση των καταφυγίων. Οι συνέπειες των ανθρώπινων επιλογών είχαν πάντα πλανητικές διαστάσεις, αλλά η επιθετική κανονικοποίηση που επιφέρει ο όψιμος καπιταλισμός εξαλείφει όλους τους μνημονικούς θύλακες που, στο παρελθόν, επέτρεπαν τη δοκιμή εναλλακτικών σεναρίων βιολογικής και κοινωνικής προσαρμογής. Η Ανθρωπόκαινος σηματοδοτεί την είσοδο σε μια εποχή χωρίς σημεία επιστροφής, όπου η πολιτική του τετελεσμένου ορίζει την κανονικότητα ενός ανέστιου κόσμου.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 75, στις 23 Νοεμβρίου 2019.

Φανταστικοί Χάρτες 1.0

ΑΣ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΟΥΜΕ να φανταστούμε έναν διαφορετικό χάρτη του κόσμου. Στη συνήθη αναπαράσταση κάθε χώρα συνορεύει με άλλες χώρες και κάθε ήπειρος κατέχει μια συγκεκριμένη θέση στην τοπο-γραφική αναπαράσταση του κόσμου. Σε αυτή τη διάταξη στηρίζεται η εκτίμηση του «κοντά» και του «μακριά». Κοντά είναι αυτό που βρίσκεται δίπλα, μακριά είναι αυτό που για να το φτάσουμε πρέπει να χαράξουμε μεγαλύτερη γραμμή στον χάρτη. Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, να αντιστρέψουμε αυτή τη σχέση: να φτιάξουμε ένα χάρτη του κόσμου ξεκινώντας από το «κοντά» και το «μακριά» και μετατρέποντας την τοπο-γραφία σε συνάρτηση της εγγύτητας.

Εγώ ο κάτοικος της Αθήνας βρίσκομαι πλησιέστερα στην Ηγουμενίτσα ή στη Ρώμη; Στα Τίρανα ή στο Ντουμπάι; Στη Μινόρκα ή στην Ουάσιγκτον; Στη Σάμο ή στην Κωνσταντινούπολη; Η απάντηση σε αυτές τις ερωτήσεις δεν είναι καθόλου εύκολη και μάλιστα τείνει να τοποθετήσει την κατάφαση στο δεύτερο μέλος της διάζευξης. Από την άποψη της ευκολίας πρόσβασης και ανάλογα με το μέρος του κόσμου όπου κατοικώ, συχνά βρίσκομαι πλησιέστερα σε περιοχές που είναι γεωγραφικά απομακρυσμένες, ενώ βρίσκομαι μακριά από περιοχές γεωγραφικά εγγύτερες. Αν θέλουμε να κάνουμε το σχήμα πιο περίπλοκο, θα προσθέσουμε και την παράμετρο της επικοινωνίας. Συμμετέχω τακτικά σε μια ψηφιακή τάξη που εκμηδενίζει τις αποστάσεις ανάμεσα σε πέντε διαφορετικές πόλεις του κόσμου και παρακολουθώ το εκπληκτικό Phone Home, στο θέατρο Σφενδόνη μπροστά σε μια σκηνή που  εκτείνεται από την Αθήνα στο Μόναχο και το Λονδίνο.

Είναι ίσως η πρώτη φορά στην ιστορία που η αναπαράσταση της απόστασης και της εγγύτητας αποκλίνουν τόσο πολύ. Ο χάρτης του κόσμου είναι διαφορετικός και είναι ήδη εν χρήσει. Τα στατικά σύνορα και οι χαραγμένες διαδρομές παραχωρούν τη θέση τους σε δίκτυα κατά μήκος των οποίων άνθρωποι, ιδέες και αντικείμενα κινούνται με διαφορετικές ταχύτητες – ασύγχρονες ροές που δημιουργούν πολιτιστικές εντάσεις στα σημεία άφιξης. Αυτό εν μέρει το γνωρίζαμε από την εποχή της αποικιοκρατίας. Το νέο στοιχείο είναι ότι, χάρη στις εξελίξεις στις τεχνολογίες επικοινωνιών και συγκοινωνιών, τα δίκτυα προκαλούν πλέον «καμπυλώσεις» του χώρου. Τόποι που είναι ξένοι μεταξύ τους συνδέονται μέσω ιδιόμορφων διαύλων. Το Λονδίνο είναι δίπλα στην Καμπούλ, το Τορίνο δίπλα στο Χαρτούμ και η Στοκχόλμη δίπλα στη Δαμασκό. Μέσω αυτών των διαύλων μπορεί κανείς να βρεθεί από τη μια στιγμή στην άλλη στον τόπο της επιθυμίας του ή στην Γη της Επαγγελίας. Αρκεί να μπορεί να διασχίσει τη «σκουληκότρυπα» που συνδέει τα ασύμβατα σύμπαντα των πλούσιων και των φτωχών, του βορρά και του νότου του πρώτου και του τρίτου κόσμου. Αρκεί να μπορεί να πληρώσει το κόστος. Παλιά έλεγαν ότι τα σύνορα γράφονταν με αίμα. Με πόσους θανάτους είναι διάστικτα σήμερα τα δίκτυα;

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 5, στις 19.11.2016.