Μαστορέματα

ΠΟΤΕ ΚΑΙ ΠΟΥΘΕΝΑ ένα φτερό κι ένα βαρίδι δεν έπεσαν ταυτόχρονα. Ούτε τα σφαιρίδια που θρυλείται ότι έριχνε από τον πύργο της Πίζας ο Γαλιλαίος έπεσαν ποτέ ταυτόχρονα. Όσο κι αν ο θρύλος επιμένει ότι αυτή ήταν η κρίσιμη παρατήρηση που οδήγησε τον Ιταλό σοφό στη διατύπωση του νόμου της ελεύθερης πτώσης, το πιθανότερο είναι ότι εκείνο που τον οδήγησε ήταν η διανοητική του εμμονή και η αιρετική ανάγνωση ορισμένων μεσαιωνικών χειρογράφων Μηχανικής. Ούτε είχε δει ποτέ κανείς επτά χρώματα στο ουράνιο τόξο πριν τον Νεύτωνα. Επί αιώνες η ανθρωπότητα έβλεπε (και ζωγράφιζε) τρία χρώματα, μέχρι που ο Νεύτων μας έπεισε ότι τα χρώματα της Ίριδας είναι επτά, αρκεί να χρησιμοποιήσουμε τον κατάλληλο εξοπλισμό για να τα δούμε – τον δικό του! Η «ανακάλυψη» των φυσικών νόμων δεν είναι μια απλή οπτική (ή, έστω, αισθητηριακή) διαπίστωση που παίρνει μαθηματική μορφή χάρη στην ιδιοφυΐα ενός ατόμου. Είναι αποτέλεσμα εντατικής διανοητικής και τεχνικής εργασίας που προσδίδει τάξη στο απροσδιόριστο συνεχές της πραγματικότητας, οριοθετεί με ακρίβεια αντικείμενα και γεγονότα και ιεραρχεί τις αιτιακές σχέσεις που τα συνδέουν. Πάνω απ’ όλα, ξεχωρίζει το σχετικό από το άσχετο και αποφαίνεται για τη μορφή που θα είχε το πρώτο αν δεν υπήρχε το δεύτερο. Ο φυσικός νόμος είναι η απάντηση που δίνει η πραγματικότητα σε ένα προσεκτικά σχεδιασμένο ερώτημα.

Δεν είναι παράξενο, επομένως, που η εφαρμογή των φυσικών νόμων κάθε άλλο παρά φυσική είναι. Η χρήση των φυσικών νόμων για την επίτευξη ενός επιθυμητού αποτελέσματος απαιτεί να εργαστούμε με τον αντίστροφο τρόπο. Πρέπει δηλαδή να φέρουμε την πραγματικότητα σε εκείνη τη μορφή που θα επιτρέψει στους φυσικούς νόμους να λειτουργήσουν. Να την «καθαρίσουμε», να τη δομήσουμε και να την απαλλάξουμε από το απρόβλεπτο και χαοτικό στοιχείο που τη χαρακτηρίζει. Αν δεν χρειαζόντουσαν όλα αυτά, τότε τα αεροπλάνα θα τα έφτιαχναν φυσικοί και όχι μηχανικοί. Τα αεροπλάνα δεν πετάνε (μόνο) χάρη στους νόμους της Φυσικής, αλλά χάρη στις προσαρμογές και προσεγγίσεις που μετατρέπουν μια μάζα από μέταλλα και πλαστικά σε μια σύνθεση η οποία έχει νόημα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο της πραγματικότητας. Και η τέχνη του μηχανικού είναι να διατηρεί αυτό το νόημα με τη λεπτοδουλειά και τις συνεχείς παρεμβάσεις του, τόσο στο τεχνούργημα όσο και στην πραγματικότητα που το περιβάλλει. Όταν, για οποιονδήποτε λόγο, το νόημα χαθεί, τότε το αεροπλάνο μετατρέπεται ξανά σε μια από μάζα μέταλλα και πλαστικά.

Η επιστήμη ως θεσμός έχει την τάση να αποκρύπτει αυτή τη διαδικασία. Παριστάνει ότι ο λόγος της συλλαμβάνει την πραγματικότητα όπως είναι, και ότι η «ορθή» εφαρμογή αυτού του λόγου οδηγεί πάντοτε στα επιθυμητά αποτελέσματα. Καλό θα ήταν, σε συγκυρίες όπως αυτή που διανύουμε, να της υπενθυμίζουμε ότι δεν υπάρχει περίπτωση να σώσει τον κόσμο μετατρέποντας απλώς τον φυσικό νόμο σε πολιτικό νόμο.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 93, στις 26 Σεπτεμβρίου 2020.

Ο νόμος της παγκόσμιας έλξης

ΟΛΟΙ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ότι ο Νεύτων εισηγήθηκε τον νόμο της παγκόσμιας έλξης. Λίγοι και λίγες γνωρίζουν, όμως, τις αντιδράσεις που ξεσήκωσε αυτή η εξωφρενική ιδέα στην εποχή της. Η ύλη έλκει τη ύλη. Κι αυτό γίνεται χωρίς να απαιτείται η μεσολάβηση κάποιου μηχανικού παράγοντα, κάποιου μέσου που να μεταφέρει τη δράση από το ένα σημείο στο άλλο. Η αδρανής και άψυχη ύλη είναι σε θέση να αναγνωρίσει από μακριά την παρουσία άλλης ύλης και να ενεργήσει κατά τρόπον ώστε να την τραβήξει προς το μέρος της. Ή, ακριβέστερα, κατά τρόπον ώστε τα αντίστοιχα υλικά σώματα, ανεξάρτητα από το μέγεθος ή τις άλλες ιδιότητές τους, να συγκλίνουν. Έτσι δημιουργούνται τα αστέρια, έτσι δημιουργούνται οι μαύρες τρύπες. Ωστόσο, όταν ο Νεύτων διατύπωσε την ιδέα της «δράσης από απόσταση», οι περισσότεροι φυσικοί φιλόσοφοι της εποχής τον κατηγόρησαν ότι επανεισήγαγε στον φυσικό στοχασμό τις απόκρυφες ιδιότητες που με τόσο κόπο είχαν εξορίσει.

Margaret Watts-Hughes, Pigment on Glass, Cyfarthfa Castle Museum and Art Gallery

Ένα από τα πράγματα που μας θύμισε η πανδημία είναι ότι η βαρύτητα δεν είναι μόνο κατακόρυφη. Ίσα-ίσα, είναι ο νόμος της παγκόσμιας έλξης που ορίζει το πάνω και το κάτω και όχι το αντίστροφο. Η ύλη έλκει την ύλη απ’ όλες τις κατευθύνσεις. Απλώς, όπως και πολλά άλλα πράγματα σε αυτή την περίεργη συνθήκη, η συνειδητοποίηση ήρθε μέσω της στέρησης. Όταν τα σώματα διαχωρίστηκαν, απομονώθηκαν και τοποθετήθηκαν σε αυστηρή διάταξη στον χώρο, τότε ο αέρας γέμισε από την ένταση των βουβών δυνάμεων που προσπαθούσαν να επικοινωνήσουν, να μεταδώσουν την επιθυμία της συνάντησης, να πραγματώσουν την επαφή. Για πολύ καιρό οι δυνάμεις έμειναν μετέωρες και ατελέσφορες. Η επαφή μπορούσε να πραγματοποιηθεί, αλλά η μαγεία, η μυστική δύναμη που κληροδότησε η νευτώνεια μεταφυσική στον νόμο της παγκόσμιας έλξης, ήταν απούσα. Κανένα αστέρι δεν μπορεί να γεννηθεί στις ψηφιακές πλατφόρμες επικοινωνίας, κανένας καρναβαλικός παροξυσμός δεν μπορεί να εξορκίσει το φόβο του θανάτου, όπως γινόταν στις πανδημίες του παρελθόντος. Ο ψηφιακός χώρος μετατρέπεται σε μήτρα που ταξινομεί, επιτηρεί και επιτρέπει ελεγχόμενες αλληλεπιδράσεις αποκλείοντας την πιθανότητα της σύγκλισης.

Ο νόμος της παγκόσμιας έλξης, όμως, είναι πανίσχυρος. Κανένα υλικό μέσο δεν μπορεί να τον περιορίσει, επειδή εξ ορισμού καθετί συμμετέχει στον ξέφρενο χορό της ύλης. Όλα ανεξαιρέτως τα σώματα ακολουθούν την καμπύλωση του χώρου για να προσεγγίσουν το ένα το άλλο, ν’ ανταλλάξουν συντρόφους, να παίξουν με τις πυκνώσεις και τις αραιώσεις, να αναδιαμορφώσουν το πεδίο. Η προσωρινή αναστολή του νόμου της παγκόσμιας έλξης καταρρέει υπό την πίεση της επιθυμίας για επαφή, της μύχιας ανάγκης για επιβεβαίωση της σωματικότητάς μας μέσω της αφομοίωσης του σώματος του άλλου. Η τήρηση των αποστάσεων και η απομόνωση μας προφυλάσσουν αναμφίβολα από τον κίνδυνο της νόσου. Όμως, τι είμαστε στ’ αλήθεια χωρίς τους άλλους;

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 86, στις 9 Μαΐου 2020.

Ανθρωπόκαινος

Η ΓΕΩΛΟΓΙΑ είναι πρόσφατη επιστήμη. Αναδύθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα από τη μακρά και πολύμορφη παράδοση της Φυσικής Ιστορίας, που μελετούσε τα φαινόμενα της έμβιας και άβιας ύλης πάνω στη Γη. Η έγνοια που κινητοποίησε τον διαχωρισμό της Γεωλογίας από τη Φυσική Ιστορία αφορούσε την ηλικία της Γης. Οι χιλιαστικοί φόβοι για το τέλος της ανθρώπινης ιστορίας είχαν τροφοδοτήσει την ενασχόληση με το συγκεκριμένο θέμα επί δύο αιώνες τουλάχιστον. Ο ακριβής χρονικός προσδιορισμός της στιγμής της Δημιουργίας θα επέτρεπε στους ανθρώπους να γνωρίσουν με την ίδια ακρίβεια και τον χρόνο του τέλους, που σύμφωνα με μια διαδεδομένη εκείνη την εποχή άποψη θα ερχόταν 36.000 χρόνια αργότερα. Στα μέσα του 17ου αιώνα, ο James Ussher είχε προσδιορίσει τη στιγμή της Δημιουργίας στο 4.004 π.Χ. Πολύ γρήγορα, όμως, αυτός ο μετριοπαθής υπολογισμός χρειάστηκε να αναθεωρηθεί. Πρώτα για να ανέβει στα 70.000 χρόνια από τον Buffon και κατόπιν, με ενεργειακούς υπολογισμούς, στα 100.000.000 χρόνια.

Continue reading