Carpe diem

ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ είχε αρέσει η ταινία όταν πρωτοπαίχτηκε, στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Ένας αντισυμβατικός δάσκαλος που είχε τη δύναμη και τη διάθεση να εμπνεύσει νέους ανθρώπους. Μια παρέα παιδιών που αγωνίζονταν να επιβιώσουν από την αφόρητη πίεση των ενηλίκων και να ορίσουν τη δική θέση τους στον κόσμο. Και η ποίηση, μια απροσδόκητη σύμμαχος, που μπορούσε να μεταμορφώνει την πραγματικότητα και να εμπνέει τη δράση. Ο κύκλος των χαμένων ποιητών. Όλοι έχουμε λησμονήσει, μετά από τόσα χρόνια, τις λεπτομέρειες της πλοκής, ασφαλώς. Θυμόμαστε όμως τον ενθουσιώδη Robin Williams να προσπαθεί να μεταδώσει την ενέργειά του στους μαθητές του. Και φυσικά όλοι θυμόμαστε την προτροπή του Οράτιου μεταφρασμένη στα Αγγλικά: “Seize the day!”. Πάνω απ’ όλα αυτό είναι που θυμόμαστε από την ταινία: “Άδραξε τη μέρα!” Θα τολμούσα να ισχυριστώ ότι αυτό που έκανε πάνω απ’ όλα η ταινία είναι ότι αποτύπωσε στη συλλογική μνήμη τη συγκεκριμένη λατινική φράση, στη συγκεκριμένη αγγλική μετάφραση.

Μόνο που η μετάφραση δεν είναι σωστή. Η επιθετικότητα που συνδέεται με το ρήμα seize δεν αντιστοιχεί στο λατινικό πρωτότυπο. Αντιστοιχεί, ασφαλώς, σε μια επιθετική και ατομιστική αμερικανική κουλτούρα, καθώς και σε μια καταναλωτική κουλτούρα που μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο έγινε σταδιακά παγκόσμια και στις μέρες μας επανεκκινείται με ακόμα μεγαλύτερο δυναμισμό. Αντιστοιχεί στο YOLO (You Only Live Once!), που ρητά ή υπόρρητα παρουσιάζει αυτή την κουλτούρα ως τη μόνη διέξοδο απέναντι στην επίγνωση της υπαρξιακής ματαιότητας. Άρπαξε ό,τι βρεθεί μπροστά σου για να γεμίσεις το κενό, άρπαξε κάθε ευκαιρία να επενδύσεις με εξουσία ένα εγώ που διακατέχεται από την ψευδαίσθηση του ελέγχου.

Όπως ορθά θα υποπτευθεί ο Έλληνας αναγνώστης, το λατινικό ρήμα carpō έχει κοινή προέλευση με τη λέξη “καρπός”. Και η ορθή μετάφρασή του στα Ελληνικά είναι “δρέπω”. Δρέπω τον καρπό που είναι ώριμος, αυτόν για τον οποίο εργάστηκα και περίμενα υπομονετικά να ανταποκριθεί στις προσδοκίες μου. Στις οποίες προσδοκίες, όμως, ποτέ δεν ανταποκρίνεται απολύτως, επειδή τα πράγματα έχουν τη δική τους δυναμική, τη δική τους πορεία στο χρόνο που εξαρτάται από αυτά τα ίδια κι απ’ όλα τα υπόλοιπα πράγματα του κόσμου. Έτσι, πρέπει να είμαι έτοιμος να δρέψω τον ώριμο καρπό της εργασίας και της τύχης. Προπάντων, όμως, πρέπει να είμαι έτοιμος να τον αναγνωρίσω, να διαισθανθώ την αξία του, να εκτιμήσω την ομορφιά που μπορεί να προσθέσει στη ζωή μου. Αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο σε μια κουλτούρα που επενδύει στο μέλλον, εργαλειοποιεί τον κόσμο και αποθεώνει το επίτευγμα. Δρέψε τη μέρα σαν ώριμο καρπό, μην αναλώνεσαι στην έγνοια για το αύριο, γράφει ο επικούρειος Οράτιος. Η τέχνη του βίου είναι η τέχνη του παρόντος.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 70, στις 14 Σεπτέμβρη 2019.

Κάτι ακόμα

ΕΓΡΑΦΑ στο προηγούμενο σημείωμα ότι για να αντιληφθούμε κάτι ως αντικείμενο πρέπει να είμαστε εντελώς αποξενωμένοι από αυτό, να μην υπάρχει περιθώριο ταύτισης μέσω της ενσυναίσθησης. Αυτό σημαίνει ότι όταν δείχνω σεβασμό σε άλλες μορφές ζωής, κατανοώ ότι μοιράζομαι μαζί τους κάποια χαρακτηριστικά που συνδέονται με το φαινόμενο της ζωής εν γένει, αλλά και με την ειδική μορφή που αυτές έχουν. Ποια είναι αυτά τα χαρακτηριστικά; Και τι σημαίνει ότι «κατανοώ» πως τα μοιράζομαι με άλλες οντότητες; Κανένα από τα δύο δεν είναι τετριμμένο ερώτημα.

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά που μοιράζομαι με ένα ζώο; Όχι βέβαια ότι περπατάει με τέσσερα πόδια ή ότι πετάει. Δεν είναι ο τρόπος που λειτουργούν τα αισθητήρια όργανά του ή η αντίληψη που έχει για το φυσικό περιβάλλον. Και δεν είναι, ασφαλώς, οι συναισθηματικές του αποκρίσεις. «Αφέντης και σκύλος δεν έζησαν ποτέ στον ίδιο κόσμο», έγραφε ο Αντόλφο Μπιόι Κασάρες. Τότε τι; Ίσως η κοινότητα να πρέπει να αναζητηθεί σε πιο θεμελιώδη χαρακτηριστικά της ζωής. Στο ότι έχω ένα σώμα, που σημαίνει ότι έχω έναν τρόπο να αισθάνομαι το άλλο, να το οικειοποιούμαι ή να το απορρίπτω. Στο γεγονός ότι είμαι σε θέση να κινούμαι και να βιώνω τη μεταβολή της κατάστασής μου που προκαλείται από τη μετατόπισή μου. Στο ότι υπάρχουν θέσεις στις οποίες θέλω να βρεθώ, εμπειρίες που επιδιώκω να επαναλάβω και άλλες που προσπαθώ να αποφύγω. Στο ότι θυμάμαι. Στο ότι πονάω!

Πώς γνωρίζω ότι μοιράζομαι αυτά τα χαρακτηριστικά με άλλες μορφές ζωής; Τι είναι αυτό μέσα μου που διαθέτει τη συγκεκριμένη γνώση; Το μυαλό μου, υπό την έννοια της έλλογης σκέψης, θα μπορούσε να τα συλλάβει όλα αυτά. Όταν, όμως, εγώ αδυνατώ να σκοτώσω ένα ζώο, ενώ ένας άλλος (ο επαγγελματίας σφαγέας, ας πούμε) δεν έχει τον παραμικρό δισταγμό, δεν είναι επειδή εγώ μπορώ να σκεφτώ αυτά τα πράγματα ενώ ο άλλος όχι. Είναι επειδή η συνολική προδιάθεση του ενός ευνοεί την ενσυναίσθηση, ενώ του άλλου όχι. Και αυτή η προδιάθεση δεν έχει να κάνει με τη λογική σκέψη, αλλά με το βίωμα της σωματικότητας. Έχει να κάνει με μια επίγνωση που συγκροτείται και βιώνεται απευθείας από το σώμα μου ή, ορθότερα, από εμένα ως ενσώματο υποκείμενο. Είναι η επίγνωση ότι συμμετέχω στη ζωή με τον ίδιο τρόπο που το κάνει και μια άλλη, διαφορετική από μένα ύπαρξη.

Θα μπορούσαμε άραγε να φανταστούμε μια γενικότερη γνωσιακή συνθήκη στην οποία η ανθρώπινη εμπειρία θα αψηφούσε τη διάκριση υποκειμένου-αντικειμένου και θα συγκροτούνταν από μια διευρυμένη αίσθηση συμμετοχής στο γίγνεσθαι του κόσμου; Από την ενσώματη κατανόηση όχι μόνο των φαινομένων της ζωής, αλλά της ολότητας των φαινομένων και την αποδοχή των δεσμεύσεων και των ελευθεριών που αυτή συνεπάγεται;

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 68, στις 13 Ιουλίου 2019.

IMAGE CREDIT: JOE MEISER, DONnA HARAWAY PROJECT.

Κάτι

ΤΙ ΕΙΝΑΙ αυτό που μας κάνει να βλέπουμε κάτι ως πράγμα, ως αντικείμενο που δεν μας αφορά; Η ερώτηση χρειάζεται εξήγηση. Κλωτσάω ένα χαρτόκουτο. Αυτό δεν μου δημιουργεί καμιά συναισθηματική αντίδραση. Βλέπω μια γάτα και δεν μου περνάει από το μυαλό να την κλωτσήσω. Αν σκεφτώ ότι θα μπορούσα να την κλωτσήσω ή αν για κάποιο λόγο αναγκαστώ να το κάνω, θα αισθανθώ άσχημα. Τι είναι αυτό που με κάνει να βλέπω το χαρτόκουτο ως «κάτι», ως πράγμα, ενώ τη γάτα ως «κάτι ζωντανό»; Η απάντηση είναι φαινομενικά προφανής: Το γεγονός ότι η γάτα είναι, όντως, μια μορφή ζωής. Δεν είναι τόσο απλό, όμως. Γιατί υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο, οι οποίοι θα κλωτσούσαν τη γάτα χωρίς να νιώσουν κανένα συναίσθημα και καμία ενοχή. Με τον ίδιο τρόπο που οι περισσότεροι από εμάς σκοτώνουμε ένα κουνούπι ή πατάμε μια μυρμηγκοφωλιά. Άρα, η ερώτηση είναι: Ποια είναι η διαφορά στον τρόπο σκέψης δύο ανθρώπων που ο ένας βλέπει τη γάτα ως αντικείμενο και ο άλλος ως κάτι που τον αφορά ηθικά;

Η ερώτηση δεν εστιάζει στην ηθική διάσταση του πράγματος καθεαυτήν. Είναι καθαρώς τεχνική: Πώς καλωδιώνεται το μυαλό του ανθρώπου στην πρώτη περίπτωση και πώς στη δεύτερη; Να σημειώσουμε ότι, όσο παράξενο κι αν ακούγεται, ο χωρισμός του κόσμου σε πράγματα που έχουν βούληση και αυτενέργεια και σε πράγματα που είναι παθητικά (και ως εκ τούτου ηθικά αδιάφορα) αποτελεί χαρακτηριστικό της δυτικής νεωτερικότητας. Στην Αναγέννηση, η πλειονότητα των ανθρώπων ήταν ακόμα ανιμιστές. Αν και, όπως είδαμε, το ερώτημα δεν αφορά τη διάκριση ανάμεσα σε έμψυχα και άψυχα, η δημιουργία μιας οντολογικής κατηγορίας η οποία είναι ηθικά αδιάφορη, της κατηγορίας των αντικειμένων, επέτρεψε προοδευτικά την ένταξη σε αυτήν όλο και περισσότερων οντοτήτων. Όλων των «κατώτερων» μορφών ζωής αρχικά και, στη συνέχεια, με τη βοήθεια της επιστήμης, όλο και περισσότερων όψεων του ίδιου του φαινομένου της ζωής. Με αποκορύφωμα, φυσικά, τη διεκπεραίωση της Τελικής Λύσης.

Ποια είναι, λοιπόν, η καλωδίωση; Για να δούμε κάτι ως αντικείμενο θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι δεν έχει τίποτα κοινό με εμάς: Είτε ότι δεν διαθέτει την ικανότητα να αισθάνεται είτε ότι τα αισθήματα που θα του προκαλέσουμε δεν έχουν καμία ομοιότητα με αισθήματα που θα μπορούσαμε να έχουμε εμείς οι ίδιοι. Για να δούμε κάτι ως αντικείμενο, επομένως, πρέπει να είμαστε εντελώς αποξενωμένοι από αυτό, να μην υπάρχει περιθώριο ταύτισης μέσω της ενσυναίσθησης. Αν ισχύει αυτό, όμως, μπορούμε να δούμε ως αντικείμενο κάτι που μας μοιάζει; Η αλήθεια είναι ότι μπορούμε: Το κάναμε στο Ολοκαύτωμα και το κάνουμε καθημερινά στο εργαστήριο. Κι αυτό μόνο με έναν τρόπο είναι δυνατό. Με το να αποξενωθούμε από τον ίδιο τον εαυτό μας.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 67, στις 29 Ιουνίου 2019.