Αντιεμβολιασταί

ΟΙ «ΑΡΝΗΤΕΣ» του εμβολιασμού κατά της νόσου Covid-19 είναι αρνητές της επιστήμης και του ορθού λόγου. Δεδομένου, μάλιστα, ότι η επιστήμη και ο ορθός λόγος αποτελούν δύο από τα βασικότερα θεμέλια της προόδου και της δημοκρατίας, η στάση των «αντιεμβολιαστών» υπονομεύει τις αξίες που στηρίζουν τον σύγχρονο πολιτισμό. Τον σύγχρονο δυτικό πολιτισμό, για την ακρίβεια, γιατί σε μεγάλο μέρος του κόσμου οι άνθρωποι δεν έχουν καν την πολυτέλεια να είναι «αντιεμβολιαστές», εφόσον δεν υπάρχουν εμβόλια. Ποιο είναι το σύστημα αξιών που υποκινεί τους ανθρώπους που αρνούνται τον εμβολιασμό; Ποιο είναι το γνωσιακό ιδεώδες που τροφοδοτεί τις «ψευδοεπιστημονικές» τους αντιλήψεις; Ποια είναι η διανοητική τους ταυτότητα και πού τοποθετούνται στο φάσμα μεταξύ έγκυρης και μη έγκυρης γνώσης;

Ψευδοεπιστήμες
Στο βιβλίο του Το στρεβλό υλικό της ανθρωπότητας, ο Isaiah Berlin αναφέρεται στο πλατωνικό ιδεώδες για τη γνώση που κληροδότησε ο Διαφωτισμός στη σύγχρονη σκέψη. Ένα ιδεώδες που συνιστά μια φανταστική και εξιδανικευμένη σύλληψη, αλλά που συνεχίζει να τροφοδοτεί την αντίληψή μας για τη γνώση και την επιστήμη μέχρι σήμερα. Το ιδεώδες αυτό συγκροτείται από τρεις αρχές. «Πρώτον, ότι, όπως στις επιστήμες, κάθε γνήσιο ερώτημα πρέπει να έχει μία και μόνο μία αληθινή απάντηση, ενώ όλες οι υπόλοιπες είναι κατ’ ανάγκην εσφαλμένες· δεύτερον, ότι πρέπει να υπάρχει κάποια ασφαλής διαδρομή για την ανακάλυψη αυτών των αληθειών· τρίτον, ότι οι αληθινές απαντήσεις, όταν ανακαλύπτονται, πρέπει κατ’ ανάγκην να εναρμονίζονται μεταξύ τους και να διαμορφώνουν ενιαίο όλο, διότι η μία αλήθεια δεν μπορεί να είναι ασύμβατη με την άλλη.»

Είναι αλήθεια ότι μπορεί να μη φτάσουμε ποτέ στην κατάσταση της τέλειας γνώσης. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι συγκεκριμένες αλήθειες δεν υπάρχουν. Ίσως δεν πήραμε τον σωστό δρόμο, ίσως είμαστε μικρόνοες, αδύναμοι, διεφθαρμένοι ή αμαρτωλοί. Κάποτε, όμως, αναπόφευκτα θα έρθει η μέρα που «άνδρες και γυναίκες θα πάρουν τη ζωή στα χέρια τους και θα σταματήσουν να ενεργούν συμφεροντολογικά ή σαν αθύρματα τυφλών δυνάμεων που δεν κατανοούν» (Berlin, 2004, 22-4).

Όσο παράξενο κι αν ακούγεται, οι λεγόμενες ψευδοεπιστήμες κατά το μεγαλύτερο μέρος τους δεν τροφοδοτούνται από τον χώρο των προλήψεων, αλλά από αυτές ακριβώς τις αξίες – από τις ίδιες αξίες που τροφοδοτείται και η έγκυρη επιστήμη. Ο στόχος των ψευδοεπιστημών είναι η αποκάλυψη της μίας και μοναδικής αλήθειας για τον κόσμο, που ακυρώνει όλες τις υπόλοιπες και θα επιτρέψει στους ανθρώπους να πάψουν να είναι υποχείρια των δυνάμεων της φύσης και της κοινωνίας. Οι ψευδοεπιστήμες αποτελούν μέρος της κουλτούρας της επιστήμης και όχι του αποκρυφισμού.

Οι ψευδοεπιστήμες αξιοποιούν κι ένα άλλο στοιχείο της κουλτούρας της επιστήμης. Το γεγονός ότι η αλήθεια για τον κόσμο προκύπτει από την αντιπαράθεση των απόψεων. Οι επιστημονικές διαμάχες προάγουν τη γνώση. Ασφαλώς, υπάρχει ένα όριο σ’ αυτό. Μπορεί στα επιστημονικά περιοδικά να γίνεται σφαγή και ο ανταγωνισμός των εργαστηρίων να ροκανίζει τις καριέρες χιλιάδων ερευνητών ανά τον κόσμο, αλλά όλα αυτά γίνονται εντός της επιστήμης και με τους όρους της επιστήμης. Το να κυκλοφορούν διάφοροι γραφικοί και να ισχυρίζονται πως ο Einstein έκανε λάθος είναι απαράδεκτο. Μόνο που ένας τέτοιος γραφικός ήταν κι ο Γαλιλαίος, όταν κυκλοφορούσε ισχυριζόμενος ότι οι απόψεις του Αριστοτέλη για το κοσμολογικό σύστημα ήταν λάθος. Στην πραγματικότητα, το πού βρίσκεται το όριο είναι θέμα δημόσιας διαπραγμάτευσης. Και αυτή η διαπραγμάτευση γίνεται με κάθε άλλο παρά επιστημονικούς όρους – διαφορετικά, θα ήταν αδύνατο να επέλθει η βαθιά επιστημολογική αλλαγή που ονομάζουμε «αλλαγή Παραδείγματος».

Είναι σημαντικό, επομένως, να κατανοήσουμε ότι επιστήμες και ψευδοεπιστήμες μοιράζονται τον ίδιο χώρο αξιών και, σε μεγάλο βαθμό, και μεθόδων.

Βιοπολιτική
Αυτό που μετατρέπει τις ψευδοεπιστημονικές απόψεις σε ενεργή κοινωνική δύναμη είναι ο ελιτισμός της επιστήμης και η συνακόλουθη αίσθηση αποκλεισμού των πολιτών από τις διαδικασίες διαμόρφωσης της γνώσης και λήψης τεχνοεπιστημονικών αποφάσεων. Η κυρίαρχη ιδέα είναι ότι η επιστήμη κατέχει τις μεθόδους που της επιτρέπουν να καταλήγει με βεβαιότητα στη γνώση των κανονικοτήτων που διέπουν τον φυσικό και κοινωνικό κόσμο. Όποιος δεν κατέχει αυτές τις μεθόδους δεν δικαιούται διά να ομιλεί!

Αυτή η φαινομενικά προφανής αλήθεια, όμως, ευθύνεται για ένα σοβαρό κοινωνικό χάσμα. Ο Σπινόζα σημείωνε στην Πολιτική Πραγματεία: «Το ότι ο όχλος είναι ξένος προς κάθε αλήθεια και κάθε κρίση δεν είναι παράξενο, εφόσον οι σημαντικότερες υποθέσεις του κράτους ρυθμίζονται εν αγνοία του και δεν του απομένει παρά να τις μαντεύει από κάποια γεγονότα που είναι απολύτως αδύνατο να του τα αποκρύψουν. Πράγματι, χρειάζεται σπάνια αρετή για να αποφεύγει κάποιος να διατυπώνει κρίσεις. Συνεπώς, το να θέλει κανείς να ενεργεί πάντοτε εν αγνοία των πολιτών, απαιτώντας ταυ­τόχρονα από αυτούς να μη διατυπώνουν λανθασμένες κρίσεις και κακοπροαίρετες ερμηνείες, αυτό αποτελεί το αποκορύ­φωμα της ανοησίας. Στην πραγματικότητα, αν ο όχλος ήξε­ρε να παραμένει ήρεμος, να μη διατυπώνει κρίσεις για ζητή­ματα που γνωρίζει ελάχιστα ή να κρίνει με ορθό τρόπο ένα ζήτημα έχοντας περιορισμένη πληροφόρηση, θα του άξιζε ασφαλώς να κυβερνά παρά να υπακούει» (Σπινόζα, 1996, 175-6). Οι ψευδοεπιστήμες και οι θεωρίες συνωμοσίας μάς αποκαλύπτουν πολλά για τη σχέση της επιστήμης με την εξουσία και τις γνωσιακές ιεραρχίες που αυτή νομιμοποιεί.

Η πανδημία υπήρξε ένα τεράστιο πείραμα βιοπολιτικής. Αυτό δεν είναι άσχετο με τον τρόπο που οι άνθρωποι προσέλαβαν τη λειτουργία της επιστήμης στο συγκεκριμένο πλαίσιο.

  • Το πρώτο πράγμα με το οποίο ήρθαμε αντιμέτωποι με την έναρξη της πανδημίας ήταν ο εργαλειοποιημένος ανθρωπισμός: Οι ευάλωτοι παππούδες και οι απερίσκεπτοι νέοι επιστρατεύονται για τη δικαιολόγηση της λήψης συγκεκριμένων περιοριστικών μέτρων και για την εφαρμογή συγκεκριμένων κατασταλτικών πολιτικών.
  • Την ίδια στιγμή και σε αντίθεση με τις ανθρωπιστικές κορώνες, επανεννοιολογείται η αξία της ανθρώπινης ζωής: Η ανθρώπινη ζωή δεν είναι σταθερά. Είναι συνάρτηση στην οποία συμμετέχουν ως ανεξάρτητες μεταβλητές οι ζωές των άλλων (φυσικά), αλλά και η επάρκεια των κρατικών υποδομών, καθώς και η ανάγκη λειτουργίας της αγοράς. Η αξία της ανθρώπινης ζωής σταθμίζεται βάσει αυτών των μεταβλητών.
  • Η ανθρώπινη ζωή αποσυνδέεται από τις ειδικές συνθήκες της ύπαρξής της (φύλο, τάξη, φυλή, μορφωτικό επίπεδο, κοινωνική θέση) και ορίζεται αποκλειστικά σε σχέση με την κοινή απειλή: Μπροστά στον κορωνοϊό είμαστε όλοι ίσοι – ως εκ τούτου πρέπει να μπούμε όλοι στον κοινό ζυγό για να επαναφέρουμε την κοινωνία στην «κανονική» λειτουργία της. Η επάνοδος στην καπιταλιστική κανονικότητα είναι το σπουδαίο πρόταγμα απέναντι στον κοινό εχθρό.
  • Βασικό όργανο της βιοπολιτικής είναι ο κατασταλτικός λόγος. Γιατροί και πολιτικοί αναλαμβάνουν να υλοποιήσουν τις περιοριστικές πολιτικές μέσω της εντατικής παρουσίας τους στα media. Ο λόγος τους εκτείνεται σε ένα συνεχές φάσμα από τον πατερναλισμό στον εκφοβισμό κι από εκεί στην απειλή χρήσης ανοικτής βίας.

Αν συνδυάσουμε τις συνέπειες της βιοπολιτικής με το «τυφλό σημείο» (blindspot) που δημιουργείται από τη συνάντηση της επιστήμης με την εξουσία, είναι εύκολο να καταλάβουμε πώς φτάσαμε στη σημερινή κατάσταση. Το βίωμα του εξαναγκασμού, συνδυασμένο με την έλλειψη ουσιαστικής πληροφόρησης και με τον αποκλεισμό από τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, γεννά τις αντιδράσεις οι οποίες καταγράφηκαν στον λόγο των μη επίσημων διαύλων (των διαύλων, δηλαδή, που δεν ελέγχονταν από τους κάθε λογής εκφραστές της βιοπολιτικής), καθώς και τις εκδηλώσεις ανυπακοής που είδαμε στη διάρκεια του δεύτερου εγκλεισμού. Δεν αποτελεί έκπληξη, επομένως, ότι πολλοί άνθρωποι αντιλαμβάνονται τη διάθεση του εμβολίου, τις παραινέσεις που τη συνοδεύουν και, εντέλει, την επί ποινή απόλυσης υποχρεωτικότητα ως συνέχεια της συγκεκριμένης βιοπολιτικής.

Ελλείματα
Οι απόψεις και οι θεωρίες που συνοδεύουν την άρνηση εμβολιασμού περιέχουν πολύτιμες πληροφορίες για την κοινωνία, την πολιτική και, κυρίως, για τη θέση της επιστήμης στο πλέγμα της εξουσίας. Το να βάζουμε όλους τους «αντιεμβολιαστές» και όλους τους «αρνητές» στο ίδιο τσουβάλι και μάλιστα μαζί με διάφορες άλλες μορφές κοινωνικής αντιδραστικότητας και συντηρητισμού αποτελεί σοβαρή συσκότιση της πραγματικότητας. Αντιθέτως, αυτό που χρειάζεται να κάνουμε είναι να σκύψουμε πάνω σε αυτό το κοινωνικό φαινόμενο και να το μελετήσουμε συστηματικά και εις βάθος. Κι αυτό όχι για να δούμε ποιοι είναι οι εν δυνάμει σοβαροί και ποιοι οι ψεκασμένοι τελικού σταδίου, αλλά για να κατανοήσουμε τη συλλογιστική που τροφοδοτεί τις διαφορετικές στάσεις και να δούμε αν και πώς κάποιες από αυτές μπορούν να πολιτικοποιηθούν.

Κλείνω με μια εικασία. Αν το κάνουμε αυτό –αν τολμήσουμε να γνωρίσουμε– θα βρεθούμε αντιμέτωποι με δύο σοβαρά ελλείματα. Το έλλειμα δημοκρατίας που χαρακτηρίζει την επιστήμη και εκδηλώνεται με την τραγική χρεωκοπία των διαδικασιών «εκλαΐκευσης» που τόσο εύκολα στρέφονται προς τον αυταρχισμό και την ανοικτή καταστολή· και το έλλειμα εναλλακτικού πολιτικού λόγου για τα ζητήματα της πανδημίας που χαρακτηρίζει την Αριστερά και εκδηλώνεται με την απουσία ουσιαστικής κριτικής στις διαδικασίες παραγωγής της γνώσης και λήψης τεχνοεπιστημονικών αποφάσεων.

Αναφορές

Berlin, I. (2004). Το στρεβλό υλικό της ανθρωπότητας (μτφρ. Γ. Μερτίκας, επιμ. Γ. Λυκιαρδόπουλος). Αθήνα: Κριτική.
Σπινόζα, Μ. (1996). Πολιτική Πραγματεία (μτφρ. Α. Ι. Στυλιανού). Αθήνα: Πατάκης.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 119, στις 23 Οκτωβρίου 2021.

Long Covid

ΑΝΤΙΓΡΑΦΩ ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ του Υπουργείου Υγείας της 26.7.2021: «Όσον αφορά τους αντιεμβολιαστές […] δεν είναι θέμα Ελευθερίας, ούτε Δημοκρατίας, ούτε η ελεύθερη έκφραση της άποψης οποιουδήποτε. Κάποιος ο οποίος είναι υγειονομικός είναι επιστήμονας. Είναι υποχρεωμένος, με βάση την ιατρική δεοντολογία και με βάση της νομοθεσία της Ελληνικής Δημοκρατίας, αλλά και σε οποιαδήποτε ευνομούμενη χώρα του κόσμου, να ακολουθεί διάφορους κανόνες. […] Η διαφορετική άποψη σε ένα επιστημονικό πεδίο που δεν είναι ούτε πολιτικό, δεν έχει κανένα έρεισμα, κανένα δημοκρατικό δικαίωμα ή ελευθερία έκφρασης. Είναι υποχρέωση του συνταγμένου οργάνου της Πολιτείας, είτε είναι Δημόσια Διοίκηση, είτε είναι Ιατρικοί Σύλλογοι να περιθωριοποιήσουν και να τιμωρήσουν τους γιατρούς.» Τάδε έφη Μάριος Θεμιστοκλέους, Γραμματέας Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας.

Σοβαρά, λοιπόν, στην επιστήμη δεν χωρούν διαφορετικές απόψεις! Υπάρχει μια εδραιωμένη αντίληψη για το πώς έχουν τα πράγματα, την οποία περιφρουρούν οι επιστημονικοί θεσμοί και τα όργανα της Πολιτείας και όποιος/α αποκλίνει από αυτή πρέπει να παταχθεί. Όλοι ξεφουρνίζουμε βλακείες στον προφορικό λόγο, σε συνεντεύξεις, στην προσπάθειά μας να απαντήσουμε δύσκολες ερωτήσεις κ.λπ. Εδώ, όμως, δεν πρόκειται περί αυτού. Πρόκειται για «συστημική» αντίληψη, η οποία έχει εκφραστεί κατ’ επανάληψη στο παρελθόν από τους διάφορους γιατρούς που λυμαίνονται τον τηλεοπτικό χρόνο παίζοντας τις Κασσάνδρες και διαπαιδαγωγώντας το κοινό στην «ορθή» επιστημονική πρακτική. Εξάλλου, όπως εύγλωττα σημειώνει ο Ιατρικός Σύλλογος Λάρισας, «ακόμη και εάν θεωρηθεί ότι η [αντιεμβολιάστρια] γιατρός [που κατηγορείται για παράβαση του κώδικα ιατρικής δεοντολογίας] εξέφρασε μια “άποψη”, αυτή έχει ξεχωριστή σημασία καθώς δύναται να επηρεάσει πολίτες “οι οποίοι δεν είναι υψηλού μορφωτικού επιπέδου” και δεν έχουν δυνατότητα να φιλτράρουν τον μεγάλο όγκο πληροφοριών που δέχονται καθημερινά στα ψηφιακά μέσα» (Καθημερινή 3.8.2021). Η επιστήμη απέναντι στους ιθαγενείς: Καλύτερα να μην τους μπερδεύουμε με πολλές πληροφορίες γιατί θα πάθουν σύγχυση!

Είναι σαφές ότι το πρόβλημα με τις απόψεις των ανθρώπων που αμφισβητούν την αναγκαιότητα χορήγησης των εμβολίων είναι περίπλοκο. Είναι, όμως, περίπλοκο γιατί κανείς δεν μπαίνει στον κόπο να διακρίνει τους διαφορετικούς λόγους για τους οποίους διαφορετικές ομάδες ανθρώπων αντιδρούν στον εμβολιασμό. Είναι όλοι ψεκασμένοι· και όσοι δεν είναι, καλά θα κάνουν να μην δημοσιοποιούν τις διαφωνίες τους, γιατί η επιστήμη πρέπει να παρουσιάζεται στους αμύητους με ενιαίο πρόσωπο – το πρόσωπο της αδιαμφισβήτητης αλήθειας και αυθεντίας.

Αυτή η πανδημία θα μας αφήσει πολλά κουσούρια. Ένα από αυτά –όχι το μικρότερο– είναι μια σακατεμένη επιστήμη, ανίκανη να επωφεληθεί από τις επιστημονικές διαμάχες και τον οργανωμένο σκεπτικισμό που αποτέλεσαν το έμβλημά της από τα χρόνια της Επιστημονικής Επανάστασης. Η επιστήμη μολύνθηκε από τον SARS-CoV-2 όπως μολύνθηκαν εκατομμύρια άνθρωποι σε όλον τον κόσμο. Μόνο που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η νόσηση δεν φαίνεται να της πρόσφερε ικανοποιητική ανοσοποίηση απέναντι στη διανοητική αλαζονεία, την αυταρχικότητα και τον πατερναλισμό.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 117, στις 25 Σεπτεμβρίου 2021.

Δέλτα, όπως Δημοσιογραφία

Δεν το ρωτήσαμε ποτέ μέχρι σήμερα: Τι ρόλο έπαιξε η δημοσιογραφία στην αντιμετώπιση της πανδημίας; Και δεν το ρωτήσαμε γιατί η απάντηση μοιάζει προφανής: Συνέβαλε αποφασιστικά, αφενός στην ενημέρωση «του κόσμου» και, αφετέρου, στην αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης που διακινούν διάφορες ομάδες ανεύθυνων «αρνητών». Ο Τύπος έπαιξε τον ρόλο του ως πυλώνας της Δημοκρατίας και ήρθη με αυτοθυσία στο ύψος των περιστάσεων, προκειμένου να υπερασπιστεί το κοινό καλό και το δημόσιο συμφέρον (το τελευταίο αφορά τον ανελαστικά χαμηλό αριθμό των νοσοκομειακών κλινών). Φυσικά, στο πλαίσιο της ελευθερίας της έκφρασης έδωσε χώρο και σε κάποιες φωνές που κινούνταν αντίθετα στο ρεύμα αλλά, λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της κατάστασης, η έμφαση δόθηκε στην ομόφωνη και αδιαμφισβήτητα έγκυρη γνώμη των ειδικών που ανέλαβαν (με εκ των προτέρων υπεσχημένη ασυλία) να λάβουν τις κρίσιμες αποφάσεις για τη διαχείριση της υγειονομικής κρίσης.

ΔΥΣΤΥΧΩΣ, η πραγματικότητα απέχει πολύ από αυτή την ειδυλλιακή περιγραφή. Οι δύο πυλώνες στους οποίους στηρίχτηκαν τα ελληνικά, τουλάχιστον, ΜΜΕ δεν είναι η υπεύθυνη ενημέρωση και ο έλεγχος της παραπληροφόρησης, αλλά η προχειρότητα και η χειριστικότητα. Όπως συνέβη και στην περίπτωση της οικονομικής κρίσης, οι φορείς της «έγκυρης ενημέρωσης» παρήγαγαν πολύ περισσότερα fake news από αυτούς που (ορθά) κατηγορούνται ως διακινητές πλαστών ειδήσεων. Η συντριπτική πλειονότητα των ειδήσεων που διακινήθηκαν στη διάρκεια της πανδημίας ήταν κατά λέξη αναπαραγωγή ανακοινώσεων, τηλεοπτικών δηλώσεων και δελτίων τύπου, από ανθρώπους που αδυνατούσαν να καταλάβουν το περιεχόμενό τους, πόσο μάλλον να ελέγξουν την εγκυρότητά τους και να αρθρώσουν κριτικό λόγο, όπως θα όφειλε να κάνει κάθε σοβαρός/ή δημοσιογράφος. Καμία πραγματική επιστημονική ενημέρωση (την criοποία, εξάλλου, ούτε οι επιτροπές και οι μεγαλόσχημες περσόνες των μίντια παρείχαν) και καμιά προσπάθεια να προσφέρουν «στον κόσμο» τα εργαλεία να κατανοήσει, να κρίνει και να αποφασίσει. Ανορθόγραφες, ασύντακτες, ασυνάρτητες, αποσπασματικές και ατεκμηρίωτες αναφορές που ψάρευαν από την καθημερινή ενημέρωση των συντακτών ή μετέφραζαν όπως όπως από ξένα έντυπα ήταν το μόνο που είχαν να προσφέρουν οι δημοσιογράφοι στους πολίτες που αγωνίζονταν να επαναπροσδιορίσουν το νόημα της Δημοκρατίας σε συνθήκες κρίσης.

Και για όσες και όσους επέμεναν να εκτεθούν στην επισφάλεια της κριτικής σκέψης επιστρατευόταν χωρίς δισταγμό ο εκφοβισμός της απόκλισης από την κανονικότητα. Η έκτακτη συνθήκη δεν μας επιτρέπει να αποκλίνουμε από τα «συνετά» πρότυπα διαβίωσης, ούτε καν να διανοηθούμε κάτι τέτοιο. There is no alternative! Όποιος/α εγείρει αντιρρήσεις σε συνθήκες πανδημίας είναι «εχθρός του λαού» και κατατάσσεται με συνοπτικές διαδικασίες στους «αρνητές». Εξάλλου, ο ένας λόγος των ειδικών είναι πολύ πιο διαχειρίσιμος και αποτελεσματικός από την πολυ-λογία και την αμφιταλάντευση της Δημοκρατίας!

Η πανδημία του κορωνοϊού, αργά ή γρήγορα θα υποχωρήσει· η απειλή για τη Δημοκρατίας, όμως, θα παραμείνει και θα συνεχίσει να υποθάλπεται από μια σοβαρά νοσούσα δημοσιογραφία.

Καλό καλοκαίρι!

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 115, στις 31 Ιουλίου 2021.