Digital Humanities

Το μανιφέστο για τα Digital Humanities κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο –στη μπλογκόσφαιρα– το 2008. Κύριοι εμπνευστές του ήταν οι Jeffrey Schnapp, Todd Presner, Peter Lunenfeld και Johanna Drucker. Ο στόχος του ήταν να αποτυπώσει τη σχέση των Ανθρωπιστικών Σπουδών με την ψηφιακότητα και να προτείνει μορφές επιτέλεσης που θα αξιοποιούν τον τεχνολογικό μετασχηματισμό προς όφελος μιας ριζικής επανίδρυσης του πεδίου. Τα χρόνια που μεσολάβησαν, ωστόσο, από το 2004 που προτάθηκε για πρώτη φορά ο όρος Digital Humanities μέχρι σήμερα, έδειξαν ότι η χρήση του διατηρεί μια καταστατική ασάφεια. Είναι σημαντικό, λοιπόν, να θυμηθούμε τι σημείωναν οι συντελεστές του μανιφέστου, όταν ακόμα το πεδίο ήταν υπό διαμόρφωση (διατηρώ τα στιλιστικά στοιχεία του πρωτοτύπου):

«Πέρα από τα digital humanities. Χρησιμοποιούμε την ταμπέλα “Digital Humanities” για τακτικούς λόγους (σκεφθείτε τη ως “στρατηγική ουσιοκρατία”) κι όχι επειδή πιστεύουμε ότι η φράση περιγράφει επαρκώς τις τεκτονικές μετατοπίσεις που περιλαμβάνονται σε αυτό το κείμενο. Αλλά ένα αναδυόμενο διεπιστημονικό πεδίο χωρίς όνομα διατρέχει τον κίνδυνο να προσδιοριστεί λιγότερο από τους υπερασπιστές του και περισσότερο από τους επικριτές και του αντιπάλους τους, όπως ο κυβισμός έγινε η ονομασία που συνδέθηκε με τους εικονιστικούς πειραματισμούς του Picasso, του Braque, και του Gris.

Η φράση έχει αξία χρήσης στο βαθμό που μπορεί να αποτελέσει ομπρέλα κάτω από την οποία θα συνταχθούν άνθρωποι και πρότζεκ που έχουν στόχο να μετασχηματίσουν και να αναζωογονήσουν τις πρακτικές των σύγχρονων τεχνών και ανθρωπιστικών σπουδών και να επεκτείνουν τα όριά τους. Έχει αξία χρήσης στο βαθμό που επισημαίνουμε τις σημασιολογικές της απολήξεις: εκεί όπου το digital ρυπαίνεται από βρόμικα δάχτυλα, δηλαδή από έννοιες απτότητας και κατασκευαστικής επινοητικότητας, οι οποίες γεφυρώνουν το (μη) χάσμα ανάμεσα στο φυσικό και το δυνητικό· τις απολήξεις όπου τα humanities δηλώνουν έναν πολλαπλασιασμό του human ή του humanity ως αξιών που μπορούν να (ανα)διαμορφώσουν την ίδια την ανάπτυξη και χρήση των ψηφιακών εργαλείων.

Απορρίπτουμε τη φράση στο βαθμό που δηλώνει μια ψηφιακή στροφή που θα άφηνε ανεπηρέαστες τις ανθρωπιστικές σπουδές: ως λειτουργούσες στο ίδιο σταθερό ακαδημαϊκό πλαίσιο που τις διαχωρίζει από την κοινωνία ή τις κοινωνικές και φυσικές επιστήμες που κυριάρχησαν σε όλη τη διάρκεια του προηγούμενου αιώνα.

Απορρίπτουμε, επίσης, τη φράση στο βαθμό που δηλώνει ότι οι ανθρωπιστικές σπουδές μορφοποιούνται από το ψηφιακό, κατά κάποιο τρόπο “απ’ έξω”, με το ψηφιακό να οδηγεί και τις Ανθρωπιστικές Σπουδές να ακολουθούν. Αντιθέτως, το όραμά μας είναι ένας κόσμος συνύπαρξης και τριβών, όπου η ανάπτυξη και εφαρμογή των τεχνολογιών και τα είδη των ερευνητικών ερωτημάτων, απαιτήσεων και έργων φαντασίας που χαρακτηρίζουν τις τέχνες και τις Ανθρωπιστικές Σπουδές συγχωνεύονται.

Βρείτε έναν καλύτερο τίτλο ή φράση. Θα μετονομάσουμε το μανιφέστο. Στο μεταξύ, ας λερώσουμε τα χέρια μας.»

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 80, την 1 Φεβρουαρίου 2020.

IMAGE CREDIT: William Kentridge, Eight figures (2010), Collection of Naomi Milgrom AO.

Σώμα 1.0

ΣΤΙΣ ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ για το ζήτημα της προσωπικής ταυτότητας στον ψηφιακό χώρο συχνά δίνεται υπερβολική έμφαση στις νοητικές διεργασίες, ενώ υποβαθμίζεται η σημασία της ενσώματης παρουσίας. Οι συζητήσεις αυτές συνήθως περιστρέφονται γύρω από τους τρόπους με τους οποίους επαναπροσδιορίζεται η νόηση και η συνείδηση στο ψηφιακό πλαίσιο, ενώ το σώμα περιορίζεται στον ρόλο ενός παθητικού κελύφους, το οποίο είτε δεν λαμβάνει καθόλου μέρος στις ψηφιακές διεργασίες είτε αρχίζει να συμμετέχει σε αυτές μόνο στον βαθμό που και το ίδιο γίνεται «ηλεκτρονικό».

Η ταινία που πρώτη εντόπισε αυτή την ασυμμετρία ήταν το Ghost in the shell στην anime εκδοχή της του 1995. Μάλιστα, ενώ ο τίτλος της μοιάζει να επικυρώνει την καθιερωμένη δυϊστική αντίληψη, στην πραγματικότητα όλη η προβληματική της επικεντρώνεται στο ζήτημα της ενσώματης παρουσίας στην ψηφιακή επικράτεια. Το ενδιαφέρον είναι ότι, ενώ στα 20 χρόνια που μεσολάβησαν η συζήτηση γι’ αυτά τα θέματα μοιάζει να έχει προχωρήσει σε μεγαλύτερο βάθος, το ζήτημα της ενσώματης παρουσίας στην ψηφιακή επικράτεια παραμένει προσκολλημένο σε στερεοτυπικές αναπαραστάσεις, τόσο από την πλευρά των ψηφιακών σπουδών και της φιλοσοφίας όσο κι από την πλευρά της λαϊκής κουλτούρας.

Ένας βασικός λόγος γι’ αυτό είναι η –υποσυνείδητη ως επί το πλείστον– ταύτιση της σωματικότητας με την υλικότητα. Η υπόρρητη ιδέα που κυριαρχεί στις σχετικές συζητήσεις είναι ότι, εφόσον το σώμα αντιπροσωπεύει την υλικότητα στους αντίποδες της πνευματικότητας, η ενσώματη παρουσία στον ψηφιακό χώρο οφείλει να εγγράφεται σε υλικές δομές και διεργασίες. Στον βαθμό που κάτι τέτοιο είναι δύσκολο ή αδύνατο να επιτευχθεί, η σωματική διάσταση του ανθρώπου παραμένει ανενεργή και παθητική, όπως εξάλλου έχει ορίσει την έννοια της υλικότητας η νεότερη φιλοσοφία. Στην ταινία Matrix του 1999 οι ήρωες εισέρχονται στο ψηφιακό σύμπαν αφήνοντας πίσω ένα άδειο καλωδιωμένο κέλυφος, το οποίο μπορεί να υποστεί μόνο τα αποτελέσματα μιας πιθανής εγκεφαλικής κατάρρευσης.

Η συζήτηση τα τελευταία χρόνια έχει στραφεί στην αναζήτηση πιο πειστικών τρόπων τεκμηρίωσης της ενσώματης παρουσίας στον ψηφιακό χώρο. Παραμένει όμως υπό την επήρεια δύο ισχυρών μεταφυσικών παραδοχών. Η μία είναι η ταύτιση της σωματικότητας με την υλικότητα· η άλλη είναι η παραδοχή ότι ο ψηφιακός χώρος αποτελεί ένα επέκεινα. Ως εκ τούτου, ο μόνος τρόπος σωματικής παρουσίας σε αυτό το ψηφιακό επέκεινα είναι μέσω της ενσωμάτωσης στην ειδική υλική υπόστασή του, δηλαδή μέσω της συγχώνευσης του ανθρώπινου σώματος με τα ηλεκτρονικά κυκλώματα της «μηχανής» ή του «δικτύου» (όπως, λόγου χάρη, επιχειρείται να γίνει με το bio-hacking).

Όλα αυτά αποτελούν πλευρές μια αναζήτησης, η οποία, στην προσπάθειά της να προσδιορίσει τη θέση του ανθρώπινου σώματος στον ψηφιακό χώρο, επερωτά θεμελιώδεις διακρίσεις τη νεωτερικότητας. Είναι άραγε δυνατό η αναζήτηση αυτή να οδηγήσει σε νέες μορφές θεώρησης της σωματικότητας, και ποιες είναι αυτές;

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 56, στις 26 Ιανουαρίου 2019.

Οθόνη

ΔΕΝ ΒΛΕΠΟΥΜΕ ποτέ την οθόνη. Βλέπουμε μόνο αυτό που δείχνει ή αυτό που παίζει η οθόνη. Στα αγγλικά χρησιμοποιείται η λέξη display ως ρήμα για να δηλώσει αυτό που κάνει η οθόνη, αλλά και ως ουσιαστικό γι’ αυτό που είναι η οθόνη. Η λέξη δεν έχει σχέση με το «παιχνίδι», αλλά με τη λατινική λέξη displicare που σημαίνει ξεδιπλώνω. Απλώνω το ρολό, ξεδιπλώνω το γράμμα για να αποκαλύψω το περιεχόμενό τους. Επίσης, λύνω τη διπλωμένη σημαία για να αποκαλύψω την ταυτότητά μου. Η οθόνη, με αυτή την έννοια, είναι κάτι που μεσολαβεί ανάμεσα στον αποδέκτη ενός μηνύματος και το ίδιο το μήνυμα. Ο ρόλος της είναι να πάψει να υπάρχει. Δεν είναι τυχαίο ότι το displicare έχει και την έννοια του διασκορπισμού: Προκειμένου το μήνυμα να γίνει εμφανές, η οθόνη οφείλει να αποσυντεθεί, ώστε να διευκολύνει την απευθείας επικοινωνία του αποδέκτη του μηνύματος με το περιεχόμενο που κείται πέραν της οθόνης.

Στα ελληνικά, η λέξη οθόνη έχει διαφορετική προέλευση. Οθόνες (στον πληθυντικό) ήταν στην αρχαιότητα τα λεπτά λινά υφάσματα. Υφάσματα που χρησιμοποιούνταν για ένδυση, για την περιποίηση των νεκρών, αλλά και για την πλοήγηση μικρών σκαφών. Με αυτή την έννοια, η οθόνη βρίσκεται πλησιέστερα στην αγγλική λέξη screen και τη γαλλική écran: Το πέτασμα που αρχικά είχε στόχο την προστασία από το κακό και την τιμωρία και στη συνέχεια απέκτησε την έννοια του διαχωριστικού εν γένει. Η οθόνη χωρίζει δύο κόσμους: τον κόσμο όπου βρίσκεται το πάσχον σώμα και τον κόσμο όπου διαδραματίζεται η απειλή, το κακό ή απλώς η δράση. Το πάσχον σώμα συγκινείται, φοβάται, κυμαίνεται συναισθηματικά, βιώνει την απειλή, αλλά παραμένει ασφαλές και προστατευμένο από αυτή. Και σε αυτή την εκδοχή της, η οθόνη οφείλει να παραμείνει διαφανής, χωρίς να φορτίζει τον χώρο με την υλική της παρουσία. Ο ρόλος της είναι να προσφέρει στο υποκείμενο όσο το δυνατό πιο ρεαλιστικά τη ζάλη της έκθεσης, τον ίλιγγο της αιώρησης στα όρια της ύπαρξης, αλλά ταυτόχρονα να το κρατά σε απόσταση από τον πραγματικό κίνδυνο. Η αποκάλυψη της παρουσίας της θα κατέστρεφε την ψευδαίσθηση.

Ωστόσο, η οθόνη δεν είναι ούτε αθώα ούτε παθητική. Αυτό το αντικείμενο που δεν βλέπουμε ποτέ ως τέτοιο, μάς επιβάλλει τους όρους του με μια ακατάλυτη δύναμη. Για να δούμε το μήνυμα, για να βιώσουμε την ψευδαίσθηση πρέπει να πάρουμε μια συγκεκριμένη στάση απέναντί του. Να σιγάσουμε όλες τις αισθήσεις μας εκτός από την όραση και να σταθούμε ακίνητοι, εκτελώντας μόνο τις κινήσεις που εκείνη υπαγορεύει. Πρέπει να γίνουμε ένα με αυτή, να προσδεθούμε στην ανυπαρξία της και να αποδεχθούμε τον διασκορπισμό της ως υπόσχεση μιας αποκάλυψης που μόνο με την πλήρη παράδοσή μας θα μπορέσει να πραγματοποιηθεί.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 46, στις 28.7.2018.