Υπερκείμενο

ΟΠΩΣ έγραφα στο προηγούμενο σημείωμα, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι σε όλη την ιστορία της γραφής το κείμενο παρέμεινε δεσμευμένο στην αισθητική της σελίδας, του παραλληλόγραμμου που έδινε νοηματική συνέχεια και μορφολογική αυτοτέλεια στην ανθρώπινη σκέψη. Από αυτή την άποψη, το ψηφιακό υπερκείμενο εγκαινιάζει μια ριζικά νέα συνθήκη. Μολονότι η ψηφιακή διεπαφή παραμένει κι αυτή δέσμια της αισθητικής της σελίδας, το κείμενο δραπετεύει από τα όρια του παραλληλογράμμου. Το υπερκείμενο δεν είναι ποτέ εκεί, δεν είναι ποτέ αυτοτελές και πλήρες. Διαχέεται στην ψηφιακή επικράτεια και η ανάγνωσή του απαιτεί τη συνεχή μετακίνηση από τη μία τοπικότητα στην άλλη. Η σημαντικότερη συνέπεια αυτής της συνθήκης είναι ότι το κείμενο παύει να είναι μοναδικό.

Το ξέρουμε, ασφαλώς, ότι οι αναγνώστες και οι αναγνώστριες, ανάλογα με τις προσλαμβάνουσες και τις προσδοκίες τους, παράγουν διαφορετικές νοηματικές εκδοχές του ίδιου κειμένου. Ωστόσο, σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας, το κείμενο ήταν πάντα ένα, μια καλά καθορισμένη υλικότητα στην οποία επιστρέφαμε (ή την οποία αναζητούσαμε) προκειμένου να βρούμε το «αυθεντικό» νόημα. Στην εποχή του υπερκειμένου, αυτή η μοναδικότητα αίρεται και τη θέση της παίρνει μια δέσμη δυνατών διαδρομών στον ψηφιακό χώρο, μέσω των οποίων οι αναγνώστες συνθέτουν τα δικά τους κείμενα. Η κίνηση ή, ακριβέστερα, η πλοήγηση του υποκειμένου στην ψηφιακή επικράτεια οδηγεί στην παραγωγή διαφορετικού πρωτοτύπου κάθε φορά. Το μόνο κείμενο που είναι κοινό για όλους, το μόνο κείμενο που είναι πραγματικά εκεί, είναι το σύνολο των μέσων του ιστού –γραπτά, ηχητικά και οπτικά τεκμήρια–, που συνθέτουν ένα χαοτικό και διαρκώς μεταβαλλόμενο σύμπαν, από το οποίο οι άνθρωποι εξορύσσουν νοήματα.

Οι αναγνώστες, βέβαια, δεν πλοηγούνται μόνο. Παράγουν και οι ίδιοι περιεχόμενο, μέσω του οποίου αποτυπώνουν στον ιστό την εμπειρία τους και επανασημασιοδοτούν την ήδη εγγεγραμμένη εμπειρία άλλων. Το όριο ανάμεσα στον συγγραφέα και τον αναγνώστη έχει, ασφαλώς, καταλυθεί από τα χρόνια του Διαφωτισμού. Κάθε αναγνώστης είναι έκτοτε και ένας εν δυνάμει συγγραφέας. Τώρα, όμως, καταλύεται κι ένα άλλο όριο, εκείνο ανάμεσα στο κείμενο και το υπόμνημα. Το ψηφιακό κείμενο συγκροτείται από προσθήκες, διορθώσεις, σχόλια, παρεκβάσεις, επιφωνήματα… Παραμένει διαρκώς ανοικτό και ανολοκλήρωτο, περιμένοντας (και προσκαλώντας) της συμβολή των αναγνωστών στην περαιτέρω διαμόρφωσή του. Οι συμπαγείς μορφές γραπτής έκφρασης, όπως το μυθιστόρημα και το δοκίμιο, παραχωρούν τη θέση τους σε αποσπασματικές αφηγήσεις, αυθόρμητες αξιολογικές κρίσεις, αυτοσχέδιες εννοιολογικές συσχετίσεις – έναν διαρκή υπομνηματισμό της πραγματικότητας και των αναπαραστάσεών της. Το κείμενο μετατρέπεται από αντικείμενο σε διαδικασία και ο συγγραφέας από δημιουργό σε συνομιλητή.

Αν, λοιπόν, το γραπτό κείμενο αποτέλεσε το πρότυπο των τρόπων με τους οποίους το νεωτερικό υποκείμενο αντιλαμβάνεται τον κόσμο και τον εαυτό του –του βιβλίου της φύσης και της αυτοβιογραφικής αφήγησης–, ποια είναι τα νέα πρότυπα που αναδύονται κατά τη μετάβαση στην ψηφιακότητα;

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 73, στις 25 Οκτωβρίου 2019.

IMAGE CREDIT: KRUPA MISTRY, REDACTED TEXT.

Φανταστικοί χάρτες 2.0

ΣΚΗΝΗ πρώτη. Βαδίζω με το κινητό στο χέρι. Στην οθόνη παρακολουθώ το ίχνος της διαδρομής μου. Φτάνω σε ένα άχρωμο τοπίο, ένα παλιό λατομείο με σκουριασμένα μηχανήματα και μεγάλες λακκούβες γεμάτες βρώμικα νερά. Το σύστημα γεωεντοπισμού κοκκινίζει τις συντεταγμένες. Ανοίγω τον περιηγητή και συνδέομαι σε μια ιστοσελίδα. Στην οθόνη βλέπω το τοπίο να μεταμορφώνεται. Βρίσκομαι σε έναν άλλο τόπο και σε άλλο χρόνο. Γύρω μου υπάρχει μια πόλη που σφύζει από ζωή. Στέκομαι αόρατος μέσα στο πλήθος. Παρ’ όλα αυτά, ο ηχοτοπίο πλημμυρίζει τις αισθήσεις μου μεταβιβάζοντάς μου θραύσματα εμπειριών. Η φωνή της αφηγήτριας με καθοδηγεί στις επιλογές μου και είναι πρόθυμη να μου δώσει λεπτομέρειες για όποια πτυχή της καθημερινής ζωής επιλέξω από το μενού. Δεν είμαι ούτε εδώ ούτε εκεί. Η εμπειρία του παρελθόντος χρόνου δεν είναι πλήρης, αφού περιορίζομαι στον ρόλο του παρατηρητή, αλλά η γνώση μου γι’ αυτόν υπερβαίνει τη γνώση όσων τον έζησαν πραγματικά. Η εμπειρία του παρόντος δεν είναι πλήρης, αφού απέχω από την αλληλεπίδραση με το περιβάλλον μου, αλλά ολοκληρώνεται με το βίωμα μιας χρονικότητας που δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή με την απλή εποπτεία του φυσικού τοπίου. Έχω εισέλθει στον ψηφιακό χώρο.

ΣΚΗΝΗ δεύτερη. Επισκέπτομαι το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Στρίβω σε μια εσοχή και στέκομαι μπροστά σε μια καλλιτεχνική σύνθεση. Το σύστημα γεωεντοπισμού κοκκινίζει τις συντεταγμένες στην οθόνη του κινητού μου και ανοίγω τον περιηγητή. Βρίσκομαι στο εργαστήριο του καλλιτέχνη και τον ακούω να περιγράφει τη δουλειά του όσο ετοιμάζει ένα γλυπτό. Ακολουθώ τη διανομή των έργων του και βλέπω τις συνθέσεις του εγκατεστημένες σε διάφορα μουσεία ανά τον κόσμο. Με λίγες κινήσεις φτιάχνω έναν ψηφιακό εκθεσιακό χώρο που περιλαμβάνει τα έργα της επιλογής μου και εκτείνεται πέρα από τα συμβατικά γεωγραφικά πλαίσια καθενός από αυτά. Το «φυσικό» έκθεμα που βρίσκεται μπροστά μου αποτελεί μέρος αυτής της υβριδικής επικράτειας και αυτομάτως αρχίζει να μιλάει μια γλώσσα διαφορετική από εκείνη των μοναχικών εκθεμάτων.

Όλα αυτά θα μπορούσαν, σε κάποιο βαθμό, να γίνουν με ένα καλό βιβλίο ή με έναν καλό κατάλογο έκθεσης. Όμως, η αλήθεια είναι ότι η αμεσότητα και το εύρος της ψηφιακής εμπειρίας δεν μπορούν να συγκριθούν. Ας φανταστούμε έναν χώρο διάστικτο από τέτοιες «πύλες εισόδου». Η αρχαία αγορά και το εργαστήριο του καλλιτέχνη δεν μπορούν να προσπελαστούν απ’ οπουδήποτε, αλλά μόνο όταν βρεθούμε στο εγκαταλελειμένο λατομείο ή μπροστά στο συγκεκριμένο έκθεμα. Μόνο εκεί ενεργοποιείται η δυνατότητα που μας επιτρέπει να συνδυάσουμε την αμεσότητα του βιώματος με την ψηφιακή εμπειρία. Με αυτό τον τρόπο ο «φυσικός» χώρος γίνεται μέρος μιας υβριδικής διάταξης, όπου η έννοια της χρονικότητας και της τοπικότητας επανασημασιοδοτούνται προσφέροντας στα υποκείμενα εμπειρίες χωρίς ιστορικό προηγούμενο.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 14, την 1.4.2017.

Φανταστικοί Χάρτες 1.0

ΑΣ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΟΥΜΕ να φανταστούμε έναν διαφορετικό χάρτη του κόσμου. Στη συνήθη αναπαράσταση κάθε χώρα συνορεύει με άλλες χώρες και κάθε ήπειρος κατέχει μια συγκεκριμένη θέση στην τοπο-γραφική αναπαράσταση του κόσμου. Σε αυτή τη διάταξη στηρίζεται η εκτίμηση του «κοντά» και του «μακριά». Κοντά είναι αυτό που βρίσκεται δίπλα, μακριά είναι αυτό που για να το φτάσουμε πρέπει να χαράξουμε μεγαλύτερη γραμμή στον χάρτη. Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, να αντιστρέψουμε αυτή τη σχέση: να φτιάξουμε ένα χάρτη του κόσμου ξεκινώντας από το «κοντά» και το «μακριά» και μετατρέποντας την τοπο-γραφία σε συνάρτηση της εγγύτητας.

Εγώ ο κάτοικος της Αθήνας βρίσκομαι πλησιέστερα στην Ηγουμενίτσα ή στη Ρώμη; Στα Τίρανα ή στο Ντουμπάι; Στη Μινόρκα ή στην Ουάσιγκτον; Στη Σάμο ή στην Κωνσταντινούπολη; Η απάντηση σε αυτές τις ερωτήσεις δεν είναι καθόλου εύκολη και μάλιστα τείνει να τοποθετήσει την κατάφαση στο δεύτερο μέλος της διάζευξης. Από την άποψη της ευκολίας πρόσβασης και ανάλογα με το μέρος του κόσμου όπου κατοικώ, συχνά βρίσκομαι πλησιέστερα σε περιοχές που είναι γεωγραφικά απομακρυσμένες, ενώ βρίσκομαι μακριά από περιοχές γεωγραφικά εγγύτερες. Αν θέλουμε να κάνουμε το σχήμα πιο περίπλοκο, θα προσθέσουμε και την παράμετρο της επικοινωνίας. Συμμετέχω τακτικά σε μια ψηφιακή τάξη που εκμηδενίζει τις αποστάσεις ανάμεσα σε πέντε διαφορετικές πόλεις του κόσμου και παρακολουθώ το εκπληκτικό Phone Home, στο θέατρο Σφενδόνη μπροστά σε μια σκηνή που  εκτείνεται από την Αθήνα στο Μόναχο και το Λονδίνο.

Είναι ίσως η πρώτη φορά στην ιστορία που η αναπαράσταση της απόστασης και της εγγύτητας αποκλίνουν τόσο πολύ. Ο χάρτης του κόσμου είναι διαφορετικός και είναι ήδη εν χρήσει. Τα στατικά σύνορα και οι χαραγμένες διαδρομές παραχωρούν τη θέση τους σε δίκτυα κατά μήκος των οποίων άνθρωποι, ιδέες και αντικείμενα κινούνται με διαφορετικές ταχύτητες – ασύγχρονες ροές που δημιουργούν πολιτιστικές εντάσεις στα σημεία άφιξης. Αυτό εν μέρει το γνωρίζαμε από την εποχή της αποικιοκρατίας. Το νέο στοιχείο είναι ότι, χάρη στις εξελίξεις στις τεχνολογίες επικοινωνιών και συγκοινωνιών, τα δίκτυα προκαλούν πλέον «καμπυλώσεις» του χώρου. Τόποι που είναι ξένοι μεταξύ τους συνδέονται μέσω ιδιόμορφων διαύλων. Το Λονδίνο είναι δίπλα στην Καμπούλ, το Τορίνο δίπλα στο Χαρτούμ και η Στοκχόλμη δίπλα στη Δαμασκό. Μέσω αυτών των διαύλων μπορεί κανείς να βρεθεί από τη μια στιγμή στην άλλη στον τόπο της επιθυμίας του ή στην Γη της Επαγγελίας. Αρκεί να μπορεί να διασχίσει τη «σκουληκότρυπα» που συνδέει τα ασύμβατα σύμπαντα των πλούσιων και των φτωχών, του βορρά και του νότου του πρώτου και του τρίτου κόσμου. Αρκεί να μπορεί να πληρώσει το κόστος. Παλιά έλεγαν ότι τα σύνορα γράφονταν με αίμα. Με πόσους θανάτους είναι διάστικτα σήμερα τα δίκτυα;

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 5, στις 19.11.2016.