Bona fide

ΜΕ ΑΥΤΟ το φύλλο του Πρίσματος σας αποχαιρετούμε για τις διακοπές. Θα θέλαμε, με την ευκαιρία, να σας προτρέψουμε να προσέχετε τη διατροφή σας το καλοκαίρι. Να τρώτε πολλά λαχανικά και ιδιαίτερα σπανάκι, που περιέχει πολύ σίδηρο. Γιατί χαμογελάτε; Ώστε το ξέρετε, πονηροί αναγνώστες, ότι πρόκειται περί μύθου! Ασφαλώς, το σπανάκι περιέχει το ένα δέκατο της ποσότητας σιδήρου που συνήθως θεωρούμε ότι περιέχει κι αυτό επειδή τη δεκαετία του 1870 ο γερμανός επιστήμονας Erich von Wolff έβαλε κατά λάθος μια υποδιαστολή μία θέση δεξιότερα. Η ιστορία του σπανακιού δείχνει πόσο επίμονοι είναι οι μύθοι στην επιστήμη, ιδιαίτερα όταν συνδυαστούν με τη λαϊκή κουλτούρα. Ο E. C. Segar, ο δημιουργός του Ποπάυ, έχει ίδιο μερίδιο ευθύνης στη διάδοση και διατήρηση του μύθου. Ο ισχυρισμός του Ποπάυ ότι οφείλει τη δύναμή του στο σπανάκι συνέβαλε στην αύξηση της κατανάλωσης σπανακιού στις ΗΠΑ κατά 33%!

Ευτυχώς, η αλήθεια είναι πιο περίπλοκη: Ο μύθος του σπανακιού είναι μύθος! Ο γερμανός επιστήμονας δεν έκανε λάθος στην υποδιαστολή, αλλά στη μεθοδολογία μέτρησης του σιδήρου. Σε λιγότερο από είκοσι χρόνια το λάθος είχε εντοπιστεί και διορθωθεί από άλλους γερμανούς επιστήμονες. Τη δεκαετία του 1930 που εκδίδεται ο Ποπάυ η ορθή τιμή είναι προ πολλού γνωστή (η οποία είναι όντως κοντά στο ένα δέκατο της τιμής που υπολογίστηκε αρχικά) και η μέθοδος υπολογισμού της έχει επίσης διορθωθεί. Το καλύτερο: Σύμφωνα με τα λεγόμενά του (καλοκαίρι του 1932), ο Ποπάυ δεν τρώει σπανάκι επειδή περιέχει σίδηρο, αλλά επειδή περιέχει βιταμίνη Α! Η δε αύξηση της κατανάλωσης σπανακιού στις ΗΠΑ είχε αρχίσει πριν την κυκλοφορία του δημοφιλούς καρτούν.

Πότε ξεκίνησε ο μύθος του μύθου; Το 1972, από έναν αμερικανό διατροφολόγο, ο οποίος σε μια διάλεξή του ανέφερε αόριστα την ιστορία της λάθος υποδιαστολής που δεκαπλασίαζε την περιεκτικότητα του σπανακιού σε σίδηρο. Παραμονές Χριστουγέννων του 1981, η ιστορία αναπαράχθηκε, χωρίς καμία αναφορά, στη χιουμοριστική στήλη του έγκυρου ιατρικού περιοδικού British Medical Journal. Έκτοτε, σοβαροί συγγραφείς και ερευνητές την επαναλαμβάνουν είτε χωρίς τεκμηρίωση είτε παραπέμποντας τη δημοσίευση του 1981, αγνοώντας προφανώς ότι πρόκειται για ένα χιουμοριστικό σχόλιο 19 γραμμών με μια εικόνα του Ποπάυ.

Έτσι, λοιπόν, οι άνθρωποι χωρίζονται σε τρεις ομάδες: Σε εκείνους που πιστεύουν ότι το σπανάκι είναι πλούσια πηγή σιδήρου και ακολουθούν ανάλογη διατροφική στρατηγική για τους ίδιους και τα παιδιά τους. Σε εκείνους που γνωρίζουν ότι η συγκεκριμένη άποψη αποτελεί μύθο, ο οποίος προήλθε από τη συνάντηση ενός τετριμμένου επιστημονικού σφάλματος με την ελαφρότητα της λαϊκής κουλτούρας. Και σε εκείνους που βλέπουν τον συστηματικό σκεπτικισμό ως πιθανή πηγή σφαλμάτων, τα οποία πηγάζουν από την υπεροψία που κατά κανόνα συνοδεύει τα εγχειρήματα κατάλυσης των μύθων.

Εσείς με ποιους είστε; Καλό καλοκαίρι!

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 69, στις 27 Ιουλίου 2019.

Ψευδοεπιστήμες και «η αποδόμηση του κοινωνικού μύθου της επιστήμης»

Σπουδές Επιστήμης και Τεχνολογίας: Σαράντα χρόνια φαγούρα

Οι Σπουδές Επιστήμης και Τεχνολογίας (ΣΕΤ) είναι ένας διεπιστημονικός ακαδημαϊκός κλάδος, στο πλαίσιο του οποίου διασταυρώνονται η ιστορία της επιστήμης και της τεχνολογίας, η φιλοσοφία, η κοινωνιολογία, η ανθρωπολογία, οι σπουδές φύλου και οι μετα-αποικιακές σπουδές. Ο κλάδος αυτός συγκροτήθηκε σταδιακά από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα, αρχικά στον απόηχο της θεωρητικής συμβολής του Thomas Kuhn και στη συνέχεια χάρη στις συμβολές φιλοσόφων, ανθρωπολόγων και κοινωνικών επιστημόνων που επιχείρησαν να αναδείξουν τον σύνθετο και ετερογενή χαρακτήρα των επιστημών και της τεχνολογίας. Κατά μία έννοια, η ανάδυση των Σπουδών Επιστήμης και Τεχνολογίας σηματοδοτεί το τέλος της αθωότητας: Οι επιστήμες παύουν να αποτελούν τον προνομιακό τρόπο προσπέλασης της αλήθειας για τη φύση και αναγκάζονται να κατέβουν από το βάθρο τους για να συναντήσουν τις υπόλοιπες κοινωνικές δραστηριότητες, οι οποίες οδηγούνται στον σκοπό τους μέσω της διαπραγμάτευσης, της διαμόρφωσης συσχετισμών δύναμης και της ανάπτυξης επικοινωνιακών τεχνικών. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι επιστήμες και η τεχνολογία χάνουν την κεντρική τους θέση στην κοινωνία και τον πολιτισμό. Ίσα ίσα, η ανάδυση του συγκεκριμένου κλάδου υποδηλώνει την αναγνώριση του γεγονότος ότι ο πολιτισμός του όψιμου 20ού αιώνα είναι κατεξοχήν τεχνοεπιστημονικός, καθώς και την ανάγκη να μελετηθούν εις βάθος τα ζητήματα που συνδέονται με αυτή την αναγνώριση.

Οι θεωρητικές προσεγγίσεις που άνθισαν στο πλαίσιο των Σπουδών Επιστήμης και Τεχνολογίας υπήρξαν ποικίλες και ετερογενείς. Από την Κοινωνιολογία της Επιστημονικής Γνώσης και το Ισχυρό Πρόγραμμα μέχρι την Κοινωνική Κατασκευασιοκρατία, τις Φεμινιστικές Επιστημολογίες και τη Θεωρία Δρώντος-Δικτύου. Το κοινό χαρακτηριστικό τους (αν και ο εντοπισμός κοινού χαρακτηριστικού αποτελεί ριψοκίνδυνη απλούστευση) είναι ότι αρνούνται πως η αλήθεια για τη φύση είναι «εκεί έξω» και μας περιμένει να πάμε να τη συναντήσουμε· σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, αρνούνται και τη φυσικότητα της ίδιας της διάκρισης φύσης-κοινωνίας. Όπως είναι αναμενόμενο, οι ΣΕΤ ποτέ δεν κέρδισαν τη συμπάθεια των επιστημόνων και των μηχανικών, αν και σε αρκετές περιπτώσεις οι πρακτικές τους αξιοποιήθηκαν από σώματα λήψης τεχνοεπιστημονικών αποφάσεων. Δυστυχώς, αυτό που κατάλαβαν πολλοί ενεργοί επιστήμονες, αλλά περιέργως και αρκετοί ιστορικοί και φιλόσοφοι των επιστημών είναι ότι οι ΣΕΤ υποδαυλίζουν τον σχετικισμό.

Continue reading

Gender and the digital

BRIEF COMMUNICATION presented at the international workshop Women in the History of Science, Philosophy and Literature that took place in Syros, Greece, 12-14 July 2018.


The underlying question of this workshop is what do we learn if we adopt a gender-sensitive perspective, that we do not learn from the mainstream narratives in history of science, philosophy and literature? Stories of women who thrived in philosophy can surely be found in the mainstream history of philosophy – often combined with the politically-correct lament for the inferior status they enjoyed; but it is indeed difficult to find a history of philosophy that takes seriously into account the gendered ways of philosophizing. After all, philosophy is philosophy and science is science. Truth about the world and about being in the world does not depend on gender, class, race etc. It is a hard-core result that can be reached through various ways, but is always the same.

Of course, all of us who participate in this meeting know very well that this is an obsolete approach and that historiography has moved far beyond this point. However, we should not fool ourselves: Stories in the press, stories taught at schools, reproduced in the public sphere and even the commonsensical perception of history of science and philosophy still have it this way. They defend women’s position and even assert their right to enjoy equal treatment by historians, but they are unable to escape the limits of the positivist perspective. If we take some distance from our disciplinary borders, we’ll soon come to realize that we are just an islet in an ocean of trivial feminism.

Continue reading