Μέλλον

ΣΕ ΜΙΑ ΕΡΕΥΝΑ που κάναμε πρόσφατα, ήρθαμε αντιμέτωποι με μια περίεργη διαπίστωση. Η έρευνα αφορούσε την αντίληψη που αναπτύσσουν για τον χρόνο άτομα μεταξύ 13 και 16 ετών, τα οποία εκτίθενται συστηματικά σε ψηφιακά περιβάλλοντα (gaming και μέσα κοινωνικής δικτύωσης). Ενώ η αντίληψη αυτή είναι εξαιρετικά εκλεπτυσμένη και αρθρώνεται σε πολλαπλά επίπεδα, μοιάζει να είναι ελλιπής: Σχεδόν πουθενά δεν εμφανίζεται το μέλλον. Οι ικανότητες που αναπτύσσουν οι digital natives να κινούνται ανάμεσα σε διαφορετικά χρονικά πλαίσια, να αψηφούν τις διαφορές ανάμεσα σε χρονικές ζώνες, ακόμα και να παράγουν συνεχείς αφηγήσεις από ασυνεχείς ροές δεδομένων είναι εκπληκτικές και πρωτόγνωρες. Ωστόσο, αυτές οι ικανότητες αφορούν κατά κύριο λόγο το παρόν και το παρελθόν. Το μέλλον εμφανίζεται μόνο ως μια παιχνιδοποιημένη εκδοχή του παρόντος, η οποία εμφορείται από έντονο τεχνολογικό ντετερμινισμό και παίρνει τη μορφή της χάρη στα σενάρια που υλοποιούνται στις ψηφιακές πλατφόρμες.

«Πού χάθηκε το μέλλον;» αναρωτιόταν πριν μερικά χρόνια ο ανθρωπολόγος Marc Augé. Ασφαλώς, δεν είναι άσχετο το γεγονός ότι τα άτομα που μελετήθηκαν είναι αντιπροσωπευτικά μιας γενιάς που μεγάλωσε στο πλαίσιο δυο διαδοχικών κρίσεων, της οικονομικής και της υγειονομικής. Το παρόν αποκτά ιδιαίτερο βάρος σε αυτές τις συνθήκες. Χάνει την αποβλεπτικότητα και τον μεταβατικό χαρακτήρα του και γίνεται μια δυσκίνητη μάζα προβλημάτων που απαιτεί την αποκλειστική προσοχή των υποκειμένων. H επίκληση του μέλλοντος, και μάλιστα ενός διαφορετικού ή ανατρεπτικού μέλλοντος, μετατρέπεται σε επιπόλαιη ονειροπόληση που παραβλέπει την επιτακτικότητα του παρόντος και τα «προβλήματα της πραγματικής ζωής».

Δεν είναι, όμως, μόνο οι σημερινοί έφηβοι που χάνουν την προοπτική του μέλλοντος. Η απουσία προοπτικής τείνει να γίνει καταστατική συνθήκη της ζωής μεγάλου αριθμού ανθρώπων. Το πρεκαριάτο είναι η ρευστή κοινωνική κατηγορία που περιλαμβάνει όσους και όσες προορίζονται να ζήσουν σε μόνιμη εργασιακή επισφάλεια. Περιμένουμε (απαιτούμε!) από αυτούς τους ανθρώπους να είναι καλοί παιδαγωγοί, παραγωγικοί εργαζόμενοι, δημιουργικοί ερευνητές, ενώ ταυτόχρονα τους εγκλωβίζουμε σε έναν τρόπο οργάνωσης της παραγωγής και του κράτους που τους στερεί κάθε δυνατότητα να οραματιστούν την προσωπική τους εξέλιξη. Η επανάληψη του παρόντος αποτελεί την καλύτερη εκδοχή του μέλλοντος που μπορούν να φανταστούν. Όταν το έργο στο οποίο πρέπει να διοχετεύσουν όλη τους την ενέργεια είναι η εξασφάλιση μιας θέσης αναπληρώτριας καθηγήτριας στη Μέση Εκπαίδευση ή ακαδημαϊκής υποτρόφου στο Πανεπιστήμιο για την επόμενη χρονιά, η επεξεργασία μιας παιδαγωγικής ή ερευνητικής ατζέντας αποτελεί πολυτέλεια, πόσω μάλλον η σύνδεση της εργασίας τους με την προοπτική της κοινωνικής αλλαγής.

Σε συνθήκες κρίσης, ο καπιταλισμός εγκαταλείπει την επιτήδευση της νεοτερικότητας. Η λειτουργία του επικεντρώνεται στη στείρα αναπαραγωγή μοτίβων που εξασφαλίζουν τη σταθερότητα του συστήματος, ενώ ταυτόχρονα μετατρέπουν την επιτακτικότητα του παρόντος σε μαύρη τρύπα που καταβροχθίζει όλες τις διαστάσεις της χρονικότητας των υποκειμένων.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 106, στις 27 Μαρτίου 2021.

IMAGE CREDIT: M.C. Escher, Bond of Union, 1956.

Ευθύνη

Ο ΚΑΘΕΝΑΣ έχει το μερίδιο της ευθύνης που του αναλογεί. Οι πολίτες, οι πολιτικοί, οι ειδικοί. Οι πολιτικοί σχεδιάζουν πολιτικές περιορισμού της πανδημίας βάσει των εισηγήσεων των ειδικών και οι πολίτες καλούνται να τις εφαρμόσουν. Είναι αποτελεσματικές αυτές οι πολιτικές; Όπως αποδεικνύει η εμπειρία, δεν είναι. Αφενός επειδή δεν αποδίδουν και, αφετέρου, επειδή για να φτάσουν να αποδώσουν πρέπει να θυσιαστούν σημαντικοί κοινωνικοί θεσμοί: οι ατομικές ελευθερίες, το δικαίωμα στη μόρφωση και το δικαίωμα στην εργασία. Είναι ορθές αυτές οι πολιτικές; Σύμφωνα με τους πολιτικούς, είναι οι μόνες ορθές επειδή, όπως κατ’ επανάληψη τονίζεται, βασίζονται σε αλγόριθμους, οι οποίοι δίνουν αντικειμενικές και αμερόληπτες εκτιμήσεις της κατάστασης. Η φράση «το βάλαμε στον αλγόριθμο» έχει ακουστεί δεκάδες φορές και είναι ντροπή που κανείς από τους ειδικούς που φιλοξενούνται καθημερινά στα κανάλια δεν μπήκε στον κόπο να σχολιάσει την αβυσσαλέα ανοησία της – ίσως ούτε οι ίδιοι να μην την αντιλαμβάνονται.

Το ότι οι πολιτικές είναι ορθές αλλά όχι αποτελεσματικές προβληματίζει ασφαλώς πολιτικούς και ειδικούς. Τις πταίει; Ο τρίτος παράγοντας της δυσεπίλυτης εξίσωσης – οι απείθαρχοι πολίτες που, με κίνδυνο της ζωής τους και της ζωής των οικείων τους, παρακάμπτουν τις απαγορεύσεις και, με παράνομες συναθροίσεις, επιταχύνουν τη διασπορά του ιού στην κοινότητα. Άρα, οι πολίτες είναι υπεύθυνοι για την αύξηση των κρουσμάτων, την επιβάρυνση του συστήματος υγείας και τους νεκρούς της πανδημίας. Οι πολίτες και ο ιός, ασφαλώς. Ο ιός εξαπλώνεται σαν μούχλα στα σημεία του κοινωνικού σώματος που είναι περισσότερο εκτεθειμένα στον κίνδυνο ηθικής και πολιτικής διάβρωσης. Συνεπώς, αυτό που απαιτείται είναι μεγαλύτερη πειθαρχία. Από την απαίτηση δημοσιονομικής πειθαρχίας, που υπήρξε το κρίσιμο πολιτικό διακύβευμα της προηγούμενης περιόδου, περάσαμε γρήγορα στην απαίτηση υγειονομικής πειθαρχίας. Η πειθάρχηση των πολιτών, η συμμόρφωση με τα περιοριστικά μέτρα (που, όπως και στην περίπτωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, παρουσιάζουν ύποπτη ομοιότητα με τις αρχές της «προτεσταντικής ηθικής»), η αναστολή της κριτικής και των δημοκρατικών διαδικασιών λήψης αποφάσεων – αυτά είναι τα μέσα που θα ανακόψουν την εξάπλωση της πανδημίας.

Αν αυτή είναι μια καταφανώς λανθασμένη αντίληψη –όπως νομίζω ότι είναι–, τότε ποιος έχει την ευθύνη για τα δεινά που συνεπάγεται, δηλαδή τον συνδυασμό της αναποτελεσματικής αντιμετώπισης της πανδημίας με τον περιορισμό των δημοκρατικών ελευθεριών; Οι ειδικοί κρύβονται πίσω από τους αλγόριθμους και την υποτιθέμενη αντικειμενικότητα των «μοντέλων» για να αποσείσουν την ευθύνη τους. Την ίδια στιγμή, όμως, μια επιστήμη που ξεχνά πως ο οργανωμένος σκεπτικισμός αποτελεί ένα από τα βασικότερα θεμέλιά της, τροφοδοτεί την εξουσία με επιχειρήματα που της επιτρέπουν να εφαρμόζει πολιτικές, οι οποίες αφήνουν μόνιμες ουλές στο σώμα της κοινωνίας. Ο νομιμοποιητικός λόγος των ειδικών φέρει μεγάλο μέρος της ευθύνης γι’ αυτές τις επιλογές και οι εκφραστές του θα πρέπει κάποια στιγμή να λογοδοτήσουν.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 102, στις 30 Ιανουαρίου 2021.

IMAGE CREDIT: ΓιΑννης ΓαΪΤΗς, ΠαρΕλαση, 1974.

Κρίση

ΠΕΡΝΑΜΕ διαδοχικές κρίσεις. Πρώτα η οικονομική κρίση, μετά η υγειονομική και, απ’ ό,τι φαίνεται, σύντομα πρόκειται να ακολουθήσει και νέα οικονομική. Η χρήση της συγκεκριμένης λέξης δηλώνει τη σοβαρότητα της κατάστασης και το μέγεθος του διακυβεύματος: Επιβίωση ή απώλεια. Ο συνήθης τρόπος με τον οποίο αναφερόμαστε στις κρίσεις παραπέμπει στην ιατρική σημασία του όρου. Τα ζευγάρια περνούν κρίσεις στις σχέσεις τους, ο καπιταλισμός περνάει κυκλικές οικονομικές κρίσεις, η περιβαλλοντική κρίση απειλεί το μέλλον του πλανήτη, οι προσωπικές μας κρίσεις μπορεί να έχουν τραγική ή αναγεννητική κατάληξη. Σε όλες αυτές τις εκδοχές είναι παρούσα η έννοια της αποφασιστικής καμπής της νόσου κατά την οποία ο ασθενής θα κατευθυνθεί προς την ανάρρωση ή προς τη μοιραία επιδείνωση. Η κρίση συνδέεται με την κρισιμότητα.

Ασφαλώς, σύμφωνα με την πολυακουσμένη έκφραση, κάθε κρίση είναι και μια ευκαιρία. Η συγκεκριμένη έκφραση υπονοεί ότι η κρίση είναι ένα ρευστό πεδίο δυνατοτήτων, μια αναστάτωση της κανονικής ροής των πραγμάτων, την οποία το επιδέξιο άτομο ή ομάδα μπορούν να εκμεταλλευτούν προς όφελός τους. Κάπως έτσι, ας πούμε, εμφανίζεται η κρίση Παραδείγματος στη θεωρία του Thomas Kuhn: το γόνιμο πεδίο διανοητικής δημιουργικότητας που επιτρέπει στο νέο Παράδειγμα να αναδυθεί χάρη στην επιτυχημένη αξιοποίηση μιας σειράς κοινωνικών, πολιτικών, αισθητικών και γνωσιακών παραγόντων. Η κρίση σε αυτή την εκδοχή της συνδέεται με κερδισμένες και χαμένες ευκαιρίες.

Ο συνδυασμός κρισιμότητας και ευκαιρίας ορίζει το πεδίο στο οποίο λειτουργεί η σύγχρονη τέχνη του μάνατζμεντ. Η κρίση αφορά όλους, αλλά η επιτυχημένη διαχείρισή της αφορά τους ειδικούς. Αν δεν θέλουμε η κρίση να καταβροχθίσει το σύμπαν πρέπει να ακούσουμε τους οικονομολόγους, τους επιδημιολόγους, τους περιβαλλοντολόγους… Η διαχείριση της κρίσης γίνεται μια δουλειά όπως όλες οι άλλες – η κρισιμότητα καθαυτή δεν φτάνει ποτέ να αγγίξει τα θεμέλια του οικοδομήματος.

Σπάνια σκεφτόμαστε ότι κρίση δεν είναι μόνο μια κατάσταση που οφείλουμε να υπερβούμε, αλλά και η απόφανση στην οποία οδηγούμαστε μετά από προσεκτική αποτίμηση της πορείας των πραγμάτων. Η κρίση με αυτή την έννοια συνδέεται με τη δυνατότητα της επιλογής. Η ικανότητά μας να κρίνουμε μας επιτρέπει να αντιλαμβανόμαστε τις διαφορετικές εκδοχές της πραγματικότητας και να διαμορφώνουμε τη στάση μας απέναντί τους βάσει των αρχών που διέπουν τον βίο μας: να εγκρίνουμε, να επικρίνουμε, να κατακρίνουμε – και να ενεργούμε αναλόγως. Είναι προφανές ότι οι δύο έννοιες της κρίσης συνδέονται στενά μεταξύ τους. Ωστόσο, στο πλαίσιο του σύγχρονου τεχνοεπιστημονικού πολιτισμού, η εκχώρηση της διαχείρισης των κρίσεων σε ειδικούς υποβαθμίζει την αξία των κρίσεων που μπορούν να εκφέρουν οι πολίτες. Υπό αυτή την έννοια, η κρίση είναι πρωτίστως μια πολιτική συνθήκη. Μολονότι παρουσιάζεται ως το αναπόφευκτο και καθολικό αποτέλεσμα μιας «φυσικής» διεργασίας, η κρισιμότητά της έγκειται στον συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο αυτή εγγράφεται στις υπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις και στις δυνατότητες δράσης που ενεργοποιεί ή ακυρώνει.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 89, στις 27 Ιουνίου 2020.

IMAGE CREDIT: PABLO Picasso, Jeune fille jetant un rocher, 1931.