Σώμα 2.0

ΣΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ σημείωμα έγραφα ότι η συζήτηση γύρω από την ενσώματη παρουσία στην ψηφιακή επικράτεια παραμένει δέσμια δύο ισχυρών μεταφυσικών παραδοχών. Της ταύτισης της σωματικότητας με την υλικότητα και της αντίληψης ότι η ψηφιακότητα αποτελεί ένα επέκεινα. Είναι πιθανό ότι για να προχωρήσει η σχετική συζήτηση (και δεν μπορεί να μην προχωρήσει, γιατί οι ψηφιακές τεχνολογίες θέτουν το πρόβλημα με ιδιαίτερη έμφαση) οι δύο αυτές παραδοχές θα πρέπει να παραμεριστούν. Τι σημαίνει, όμως, να διαχωρίσουμε τη σωματικότητα από την υλικότητα; Και τι σημαίνει να πάψουμε να θεωρούμε ότι η ψηφιακότητα αποτελεί ένα επέκεινα;

Σύμφωνα με την κοινή αντίληψη, ο ψηφιακός κόσμος είναι ένας κόσμος πέρα από την οθόνη του υπολογιστή, στον οποίο «μπαίνουμε» και «βγαίνουμε» κατά βούληση και με τον οποίο «συνδεόμαστε» αποκλειστικά μέσω των νοητικών λειτουργιών μας. Αποτέλεσμα αυτής της αντίληψης είναι η ταύτιση του ψηφιακού κόσμου με την εικονικότητα: Αυτό που υπάρχει στον ψηφιακό κόσμο δεν είναι «πραγματικό», αλλά η ψηφιακή τεχνολογία μας κάνει να το βλέπουμε σαν να ήταν «πραγματικό» και, ενδεχομένως, να αποκομίζουμε ψευδο-εμπειρίες από τη διάδραση μαζί του. Το να πάψουμε να βλέπουμε τον ψηφιακό κόσμο ως επέκεινα, επομένως, σημαίνει να αρνηθούμε την εικονική του φύση και να τον συμπεριλάβουμε στη μία και μοναδική πραγματικότητα: Η ψηφιακότητα είναι μια πραγματική τεχνολογία, η οποία δεν διαμεσολαβεί μόνο ανάμεσα σε αυτό που είμαστε και τον κόσμο, αλλά επίσης διαπλάθει αυτό που είμαστε, όπως το έκαναν όλες οι τεχνολογίες στην ιστορία.

Η ανθρώπινη υπόσταση ποτέ δεν υπήρξε ως μια καθαρή πλατωνική μορφή διαχωρισμένη από την πολυμορφία του κόσμου. Αντίθετα, πάντα αναδυόταν από αυτή την πολυμορφία μέσω της χρήσης φυσικών και πολιτισμικών τεχνικών, που της επέτρεπαν να οριοθετήσει την αυτοτελή ύπαρξή της απέναντι στην εντροπία που την περιέβαλε. Οι τεχνικές αυτές, που από τον 19ο αιώνα και μετά έγιναν «τεχνολογίες», μορφοποίησαν την ανθρώπινη φύση, τόσο στο επίπεδο των νοητικών λειτουργιών όσο και στο επίπεδο της σωματικότητας: Οι τεχνολογίες ήταν πάντα (και ίσως πρωτίστως) και τεχνολογίες του εαυτού. Με αυτή την έννοια, η σωματικότητα δεν είναι κάτι δεδομένο, ένα σταθερό «ανθρωπολογικό» χαρακτηριστικό. Είναι μια ρευστή και διαρκώς μεταβαλλόμενη διεπαφή ανάμεσα στον κόσμο και τον κόσμο της ανθρώπινης εμπειρίας. Οι τεχνολογίες διαμορφώνουν αυτή τη διεπαφή, τροποποιώντας ή διευρύνοντας αντίστοιχα το πεδίο της ανθρώπινης εμπειρίας.

Άρα, αν απεγκλωβιστούμε από το στερεότυπο του ψηφιακού επέκεινα και αντιληφθούμε την ψηφιακή τεχνολογία ως τεχνολογία του εαυτού, τότε το ερώτημα της ενσώματης παρουσίας στον ψηφιακό χώρο παίρνει νέα μορφή: Με ποιους τρόπους η ψηφιακότητα μετασχηματίζει τη σωματική διεπαφή; Ποιες είναι οι νέες λειτουργίες και δεξιότητες που συνθέτουν το ψηφιακό βίωμα της σωματικότητας; Και τι συνέπειες έχει αυτός ο μετασχηματισμός στη μορφή και το εύρος της ανθρώπινης εμπειρίας;

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 57, στις 9 Φεβρουαρίου 2019.

Σώμα 1.0

ΣΤΙΣ ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ για το ζήτημα της προσωπικής ταυτότητας στον ψηφιακό χώρο συχνά δίνεται υπερβολική έμφαση στις νοητικές διεργασίες, ενώ υποβαθμίζεται η σημασία της ενσώματης παρουσίας. Οι συζητήσεις αυτές συνήθως περιστρέφονται γύρω από τους τρόπους με τους οποίους επαναπροσδιορίζεται η νόηση και η συνείδηση στο ψηφιακό πλαίσιο, ενώ το σώμα περιορίζεται στον ρόλο ενός παθητικού κελύφους, το οποίο είτε δεν λαμβάνει καθόλου μέρος στις ψηφιακές διεργασίες είτε αρχίζει να συμμετέχει σε αυτές μόνο στον βαθμό που και το ίδιο γίνεται «ηλεκτρονικό».

Η ταινία που πρώτη εντόπισε αυτή την ασυμμετρία ήταν το Ghost in the shell στην anime εκδοχή της του 1995. Μάλιστα, ενώ ο τίτλος της μοιάζει να επικυρώνει την καθιερωμένη δυϊστική αντίληψη, στην πραγματικότητα όλη η προβληματική της επικεντρώνεται στο ζήτημα της ενσώματης παρουσίας στην ψηφιακή επικράτεια. Το ενδιαφέρον είναι ότι, ενώ στα 20 χρόνια που μεσολάβησαν η συζήτηση γι’ αυτά τα θέματα μοιάζει να έχει προχωρήσει σε μεγαλύτερο βάθος, το ζήτημα της ενσώματης παρουσίας στην ψηφιακή επικράτεια παραμένει προσκολλημένο σε στερεοτυπικές αναπαραστάσεις, τόσο από την πλευρά των ψηφιακών σπουδών και της φιλοσοφίας όσο κι από την πλευρά της λαϊκής κουλτούρας.

Ένας βασικός λόγος γι’ αυτό είναι η –υποσυνείδητη ως επί το πλείστον– ταύτιση της σωματικότητας με την υλικότητα. Η υπόρρητη ιδέα που κυριαρχεί στις σχετικές συζητήσεις είναι ότι, εφόσον το σώμα αντιπροσωπεύει την υλικότητα στους αντίποδες της πνευματικότητας, η ενσώματη παρουσία στον ψηφιακό χώρο οφείλει να εγγράφεται σε υλικές δομές και διεργασίες. Στον βαθμό που κάτι τέτοιο είναι δύσκολο ή αδύνατο να επιτευχθεί, η σωματική διάσταση του ανθρώπου παραμένει ανενεργή και παθητική, όπως εξάλλου έχει ορίσει την έννοια της υλικότητας η νεότερη φιλοσοφία. Στην ταινία Matrix του 1999 οι ήρωες εισέρχονται στο ψηφιακό σύμπαν αφήνοντας πίσω ένα άδειο καλωδιωμένο κέλυφος, το οποίο μπορεί να υποστεί μόνο τα αποτελέσματα μιας πιθανής εγκεφαλικής κατάρρευσης.

Η συζήτηση τα τελευταία χρόνια έχει στραφεί στην αναζήτηση πιο πειστικών τρόπων τεκμηρίωσης της ενσώματης παρουσίας στον ψηφιακό χώρο. Παραμένει όμως υπό την επήρεια δύο ισχυρών μεταφυσικών παραδοχών. Η μία είναι η ταύτιση της σωματικότητας με την υλικότητα· η άλλη είναι η παραδοχή ότι ο ψηφιακός χώρος αποτελεί ένα επέκεινα. Ως εκ τούτου, ο μόνος τρόπος σωματικής παρουσίας σε αυτό το ψηφιακό επέκεινα είναι μέσω της ενσωμάτωσης στην ειδική υλική υπόστασή του, δηλαδή μέσω της συγχώνευσης του ανθρώπινου σώματος με τα ηλεκτρονικά κυκλώματα της «μηχανής» ή του «δικτύου» (όπως, λόγου χάρη, επιχειρείται να γίνει με το bio-hacking).

Όλα αυτά αποτελούν πλευρές μια αναζήτησης, η οποία, στην προσπάθειά της να προσδιορίσει τη θέση του ανθρώπινου σώματος στον ψηφιακό χώρο, επερωτά θεμελιώδεις διακρίσεις τη νεωτερικότητας. Είναι άραγε δυνατό η αναζήτηση αυτή να οδηγήσει σε νέες μορφές θεώρησης της σωματικότητας, και ποιες είναι αυτές;

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 56, στις 26 Ιανουαρίου 2019.

Gender and the digital

BRIEF COMMUNICATION presented at the international workshop Women in the History of Science, Philosophy and Literature that took place in Syros, Greece, 12-14 July 2018.


The underlying question of this workshop is what do we learn if we adopt a gender-sensitive perspective, that we do not learn from the mainstream narratives in history of science, philosophy and literature? Stories of women who thrived in philosophy can surely be found in the mainstream history of philosophy – often combined with the politically-correct lament for the inferior status they enjoyed; but it is indeed difficult to find a history of philosophy that takes seriously into account the gendered ways of philosophizing. After all, philosophy is philosophy and science is science. Truth about the world and about being in the world does not depend on gender, class, race etc. It is a hard-core result that can be reached through various ways, but is always the same.

Of course, all of us who participate in this meeting know very well that this is an obsolete approach and that historiography has moved far beyond this point. However, we should not fool ourselves: Stories in the press, stories taught at schools, reproduced in the public sphere and even the commonsensical perception of history of science and philosophy still have it this way. They defend women’s position and even assert their right to enjoy equal treatment by historians, but they are unable to escape the limits of the positivist perspective. If we take some distance from our disciplinary borders, we’ll soon come to realize that we are just an islet in an ocean of trivial feminism.

Continue reading