Turing test 2.0

«CAN MACHINES THINK?» Ο Alan Turing καταπιάνεται με το ερώτημα στις αρχές τις δεκαετίας του ’50. Και κατά την προσφιλή του μέθοδο, το αποδομεί. Τι θα πει «να σκέφτονται», ρωτάει. Η ικανότητα της σκέψης δεν μπορεί να οριστεί με αυστηρό τρόπο. Οπότε, θα πρέπει να βρούμε έναν άλλο τρόπο να απαντήσουμε το ερώτημα. Κι αυτός ο τρόπος είναι το Turing test: Αν η μηχανή πείσει τον «ανακριτή» ότι είναι άνθρωπος, δεν έχει καμιά σημασία τι σημαίνει πραγματικά «σκέφτομαι». Σκέφτεται!

Ίσως, όμως, δεν είναι τόσο δύσκολο να ορίσουμε τι σημαίνει σκέφτομαι. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η σκέψη συντίθεται από μια σειρά ενεργημάτων όπως τα ακόλουθα: Αντιλαμβάνομαι· αποφασίζω ότι πρέπει να ενεργήσω· αποφασίζω πώς πρέπει να ενεργήσω· ενεργώ. Αυτό, ασφαλώς, είναι σε θέση να το κάνουν πολλές μηχανές, πλέον. Εκείνο που κάνει τη διαδοχή των συγκεκριμένων ενεργημάτων σκέψη είναι το γεγονός ότι το ανθρώπινο υποκείμενο «έχει επίγνωση» της διαδικασίας και είναι σε θέση να παρεμβαίνει στην εξέλιξή της. Βεβαίως, αυτό είναι μια μη κοινοποιήσιμη εμπειρία, οπότε ξαναγυρίζουμε στην επιφύλαξη του Turing. Επιπλέον, τώρα πια γνωρίζουμε ότι κι αυτό μπορούν να το κάνουν οι μηχανές. Ένα οποιοδήποτε κυβερνητικό σύστημα παίρνει συνεχώς ανατροφοδότηση από τα αποτελέσματα των ενεργειών του και διορθώνει τις αποκλίσεις από το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Είναι αλήθεια ότι υπάρχει κάτι στη σκέψη που είναι δύσκολο να οριστεί. Κι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι απαραίτητος όρος για την ανάπτυξη της ικανότητας της σκέψης είναι η ύπαρξη άλλων σκεπτόμενων υποκειμένων. Κάθε φορά που σκεφτόμαστε αλληλεπιδρούμε με ένα άλλο άτομο – παρόν ή απόν, πραγματικό ή φανταστικό. Και κάθε φορά η σκέψη μας εκκινεί από την ικανότητά μας να αφομοιώσουμε τη σκέψη του άλλου: να οικειοποιηθούμε τη δομή των συλλογισμών του, να συντονιστούμε με τις εμπειρίες του, να μοιραστούμε τις προσδοκίες ή τις επιφυλάξεις του. Η σκέψη γεννιέται πάντα σε ένα επικοινωνιακό πλαίσιο και τροφοδοτείται από την ικανότητα σκέψης του άλλου. Υπό αυτή την έννοια, η ικανότητα της σκέψης δεν είναι ατομική ούτε, ίσως, αποκλειστικά ανθρώπινη, στον βαθμό που οι άνθρωποι δεν επικοινωνούν μόνο μεταξύ τους, αλλά και με άλλες νοήμονες οντότητες.

Συνεπώς, το γεγονός ότι οι άνθρωποι βρίσκονται όλο και συχνότερα στο ίδιο επικοινωνιακό πλαίσιο με ευφυείς μηχανές –είτε αυτές μπορούν να σκεφτούν «πραγματικά» είτε όχι– οδηγεί στον ριζικό επαναπροσδιορισμό της ικανότητας της σκέψης. Μέσω της αμοιβαίας αφομοίωσης της νοητικής υπόστασης του άλλου, άνθρωποι και μηχανές δημιουργούν ένα κοινό πεδίο δεξιοτήτων εντός του οποίου και οι μεν και οι δε συγκροτούνται ως σκεπτόμενα υποκείμενα. Το Turing test έχει πάψει να λειτουργεί, όχι επειδή οι μηχανές έγιναν υπερβολικά έξυπνες, αλλά επειδή η ίδια η σκέψη μεταμορφώνεται σε κυβόργιο και αποσπάται από την ανθρώπινη αποκλειστικότητα.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 77, στις 21 Δεκεμβρίου 2019.

Διαίσθηση

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ πιο ανθρώπινο πράγμα από τη διαίσθηση. Συνήθως θεωρούμε ότι αυτό που μας δείχνει τον δρόμο μας στον κόσμο είναι η γνώση. Η ικανότητά μας να αποκωδικοποιούμε τις φυσικές και πολιτισμικές κανονικότητες και να αξιοποιούμε αυτή την αποκωδικοποίηση για να λαμβάνουμε επωφελείς αποφάσεις. Στην πραγματικότητα, όμως, την περισσότερη δουλειά την κάνει η διαίσθηση – αυτό που γνωρίζουμε χωρίς να γνωρίζουμε ότι το γνωρίζουμε. Η ερμηνεία της γλώσσας του σώματος, η πρόβλεψη των κινήσεων των αντικειμένων, η αναμονή της φυσικής συνέχειας των γνωστών φαινομένων. Αν κάτι δεν εξελιχθεί σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε γι’ αυτό, τότε θα θεωρήσουμε ότι κάνουμε λάθος, ότι ενδεχομένως η γνώση μας είναι εσφαλμένη ή ατελής. Αν κάτι δεν εξελιχθεί όπως περιμένουμε, τότε θα αισθανθούμε έκπληξη, θα κλονιστούν οι βεβαιότητές μας για τον κόσμο: Η διαίσθηση είναι πιο βαθιά ριζωμένη στην ύπαρξή μας από τη γνώση.

Στη γλώσσα των υπολογιστών και δη στη γλώσσα του λογισμικού, συχνά μιλάμε για ένα πρόγραμμα ή ένα λειτουργικό σύστημα που είναι «διαισθητικό». Αυτό σημαίνει ότι το συγκεκριμένο λογισμικό διαθέτει μια διεπαφή που κάνει τον χρήστη να νιώθει άνετα και να επιλέγει τις κινήσεις και τις ενέργειές του χωρίς να χρειάζεται να συμβουλευτεί το εγχειρίδιο χρήσης – να ενεργεί «φυσικά», όπως θα ενεργούσε σε ένα οικείο περιβάλλον. Με άλλα λόγια, ο χρήστης αντιλαμβάνεται χωρίς σκέψη ότι το διπλό κλικ σε ένα εικονίδιο θα ενεργοποιήσει την υπολογιστική διαδικασία που επιθυμεί να εκτελέσει, ότι η μεταφορά αντικειμένων στην οθόνη πραγματοποιείται με απλό «σύρσιμο», ότι το δεξί κλικ ενεργοποιεί τον αναμενόμενο υποκατάλογο επιλογών, ότι η μετακίνηση ενός δρομέα οδηγεί στην αύξηση της έντασης μιας λειτουργίας κ.λπ. Η φυσικότητα που αφορά τη διαισθητική αντίληψη του κόσμου μεταφέρεται στην ψηφιακή επικράτεια.

Μόνο που δεν υπάρχει τίποτα «φυσικό» στο διπλό κλικ, στο drug and drop, στη μετακίνηση δρομέων πάνω σε αναλογικές ή λογαριθμικές κλίμακες. Όπως δεν υπάρχει τίποτα «φυσικό» στο πάτημα ενός διακόπτη, στο άνοιγμα της βρύσης ή στο γύρισμα της σελίδας. Όλα αυτά είναι δεξιότητες που αποκτούν οι άνθρωποι σε συγκεκριμένα τεχνολογικά πλαίσια. Όταν το εκάστοτε πλαίσιο εδραιωθεί, οι δεξιότητες αυτές αποκτούν καθεστώς «φυσικότητας», εγγράφονται στο πολιτισμικό υποσυνείδητο και μεταδίδονται στα μέλη της κοινωνίας μέσω της κοινωνικοποίησης και όχι μέσω εξειδικευμένης μαθητείας. Πρόκειται για ένα είδος deep learning, χάρη στο οποίο οι άνθρωποι αποκτούν την ικανότητα να ενεργούν χωρίς να σκέφτονται, αλλά και να περιορίζουν τις προσδοκίες τους στο φάσμα του ρεαλιστικά πιθανού, χωρίς να χρειάζεται να εξετάσουν όλες τις θεωρητικά δυνατές καταστάσεις.

Η διαίσθηση, επομένως, είναι το πιο ανθρώπινο πράγμα όχι επειδή συνδέεται με την ενδόμυχη γνώση μιας υπερβατικής φυσικότητας, αλλά επειδή αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος επανεπινοεί διαρκώς τον εαυτό του ως μέρος τηςφυσικότητας που ο ίδιος κατασκευάζει.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 74, στις 9 Νοεμβρίου 2019.

Image credit: M. C. Escher, Τρεις σφαιρες, 1945.

Σώμα 2.0

ΣΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ σημείωμα έγραφα ότι η συζήτηση γύρω από την ενσώματη παρουσία στην ψηφιακή επικράτεια παραμένει δέσμια δύο ισχυρών μεταφυσικών παραδοχών. Της ταύτισης της σωματικότητας με την υλικότητα και της αντίληψης ότι η ψηφιακότητα αποτελεί ένα επέκεινα. Είναι πιθανό ότι για να προχωρήσει η σχετική συζήτηση (και δεν μπορεί να μην προχωρήσει, γιατί οι ψηφιακές τεχνολογίες θέτουν το πρόβλημα με ιδιαίτερη έμφαση) οι δύο αυτές παραδοχές θα πρέπει να παραμεριστούν. Τι σημαίνει, όμως, να διαχωρίσουμε τη σωματικότητα από την υλικότητα; Και τι σημαίνει να πάψουμε να θεωρούμε ότι η ψηφιακότητα αποτελεί ένα επέκεινα;

Σύμφωνα με την κοινή αντίληψη, ο ψηφιακός κόσμος είναι ένας κόσμος πέρα από την οθόνη του υπολογιστή, στον οποίο «μπαίνουμε» και «βγαίνουμε» κατά βούληση και με τον οποίο «συνδεόμαστε» αποκλειστικά μέσω των νοητικών λειτουργιών μας. Αποτέλεσμα αυτής της αντίληψης είναι η ταύτιση του ψηφιακού κόσμου με την εικονικότητα: Αυτό που υπάρχει στον ψηφιακό κόσμο δεν είναι «πραγματικό», αλλά η ψηφιακή τεχνολογία μας κάνει να το βλέπουμε σαν να ήταν «πραγματικό» και, ενδεχομένως, να αποκομίζουμε ψευδο-εμπειρίες από τη διάδραση μαζί του. Το να πάψουμε να βλέπουμε τον ψηφιακό κόσμο ως επέκεινα, επομένως, σημαίνει να αρνηθούμε την εικονική του φύση και να τον συμπεριλάβουμε στη μία και μοναδική πραγματικότητα: Η ψηφιακότητα είναι μια πραγματική τεχνολογία, η οποία δεν διαμεσολαβεί μόνο ανάμεσα σε αυτό που είμαστε και τον κόσμο, αλλά επίσης διαπλάθει αυτό που είμαστε, όπως το έκαναν όλες οι τεχνολογίες στην ιστορία.

Η ανθρώπινη υπόσταση ποτέ δεν υπήρξε μια καθαρή πλατωνική μορφή διαχωρισμένη από την πολυμορφία του κόσμου. Αντίθετα, πάντα αναδυόταν από αυτή την πολυμορφία μέσω της χρήσης φυσικών και πολιτισμικών τεχνικών, που της επέτρεπαν να οριοθετήσει την αυτοτελή ύπαρξή της απέναντι στην εντροπία που την περιέβαλε. Οι τεχνικές αυτές, που από τον 19ο αιώνα και μετά έγιναν «τεχνολογίες», μορφοποίησαν την ανθρώπινη φύση, τόσο στο επίπεδο των νοητικών λειτουργιών όσο και στο επίπεδο της σωματικότητας: Οι τεχνολογίες ήταν πάντα (και ίσως πρωτίστως) και τεχνολογίες του εαυτού. Με αυτή την έννοια, η σωματικότητα δεν είναι κάτι δεδομένο, ένα σταθερό «ανθρωπολογικό» χαρακτηριστικό. Είναι μια ρευστή και διαρκώς μεταβαλλόμενη διεπαφή ανάμεσα στον κόσμο και τον κόσμο της ανθρώπινης εμπειρίας. Οι τεχνολογίες διαμορφώνουν αυτή τη διεπαφή, τροποποιώντας ή διευρύνοντας αντίστοιχα το πεδίο της ανθρώπινης εμπειρίας.

Άρα, αν απεγκλωβιστούμε από το στερεότυπο του ψηφιακού επέκεινα και αντιληφθούμε την ψηφιακή τεχνολογία ως τεχνολογία του εαυτού, τότε το ερώτημα της ενσώματης παρουσίας στον ψηφιακό χώρο παίρνει νέα μορφή: Με ποιους τρόπους η ψηφιακότητα μετασχηματίζει τη σωματική διεπαφή; Ποιες είναι οι νέες λειτουργίες και δεξιότητες που συνθέτουν το ψηφιακό βίωμα της σωματικότητας; Και τι συνέπειες έχει αυτός ο μετασχηματισμός στη μορφή και το εύρος της ανθρώπινης εμπειρίας;

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 57, στις 9 Φεβρουαρίου 2019.