Ανακύκλωση

ΤΟΥΣ ΒΛΕΠΟΥΜΕ να ψάχνουν τα σκουπίδια και σκεφτόμαστε ότι γυρεύουν εκείνο το μισοφαγωμένο σάντουιτς για να χορτάσουν την πείνα τους. Είναι βρώμικοι, αμόρφωτοι και αποφεύγουν τα βλέμματα των περαστικών. Ανασύρουν από τα σκουπίδια άμορφα αντικείμενα που δεν μπορούμε να φανταστούμε σε τι θα μπορούσαν να χρησιμεύουν. Τα αποθέτουν σε βρώμικες σακούλες ή σε καροτσάκια μωρών και σπεύδουν βιαστικά στον επόμενο κάδο. Υπάρχουν κι οι άλλοι, όμως, Ασιάτες μετανάστες στην πλειονότητά τους, που σπρώχνουν στη μέση του δρόμου καρότσια φορτωμένα με κάθε λογής άχρηστα αντικείμενα που τα έχουν ανασύρει κι αυτοί από τα σκουπίδια. Μέταλλα, χαρτιά, χαλασμένες ηλεκτρικές συσκευές. Μας ενοχλούν στην οδήγηση, αλλά τους βλέπουμε με συμπάθεια. Σκεφτόμαστε ότι αυτός είναι ίσως ένας από τους ελάχιστους τρόπους να βγάλουν το ψωμί τους στα δίχτυα των κυκλωμάτων που εκμεταλλεύονται παράτυπους μετανάστες. Η φτώχεια και η εξαθλίωση σπρώχνουν τους ανθρώπους στα σκουπίδια είτε για να εξασφαλίσουν τα χρειώδη είτε για να βγάλουν ένα υποτυπώδες μεροκάματο. Και στις δύο περιπτώσεις ζουν από τα σκουπίδια και ζουν στα σκουπίδια.

Αυτές οι διαπιστώσεις, ωστόσο, περιέχουν μόνο μέρος της αλήθειας. Κατ’ αρχάς, οι κατηγορίες των ανθρώπων που ζουν από τα σκουπίδια –από την άτυπη αποκομιδή και ανακύκλωση των σκουπιδιών– είναι πολύ περισσότερες. Περιλαμβάνουν ακόμα και ολόκληρες χώρες, στις οποίες τα κράτη της Δύσης αποθέτουν τοξικά απόβλητα και τεχνολογικά απορρίμματα. Πολλοί κάτοικοι αυτών των χωρών εργάζονται ως «waste pickers», ρακοσυλλέκτες που η δουλειά τους είναι να ανακτούν μέταλλα, ηλεκτρονικά μέρη και ακριβά χημικά από τις αχρηστευμένες συσκευές. Εργάζονται μέσα στις χωματερές, καίγοντας ταυτόχρονα τα μη ανακτήσιμα πλαστικά και εισπνέοντας τις διοξίνες τους. Τεράστιες εγκαταστάσεις φτωχών ανθρώπων που ζουν στις παρυφές άτυπων σκουπιδότοπων και περνούν τις μέρες τους σκάβοντας με τα χέρια στα σπλάχνα της ανθρωπογενούς φύσης για να ανασύρουν μικροποσότητες πολύτιμων υλικών που θα τους εξασφαλίσουν ένα υποτυπώδες εισόδημα.

Η νεοτερικότητα θεμελιώθηκε στην απονέκρωση της μη ανθρώπινης φύσης και στη μετατροπή της σε ένα σύνολο ελεύθερα διαθέσιμων πόρων, οι οποίοι αξιοποιήθηκαν για την οικονομική και ηθική εδραίωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Με ανάλογο τρόπο, η ύστερη νεοτερικότητα μετατρέπει τα προϊόντα της απαξιωμένης ανθρώπινης εργασίας σε φτηνούς «φυσικούς» πόρους που τροφοδοτούν το ίδιο παραγωγικό μοντέλο και ταυτόχρονα επικυρώνουν την ηθικότητά του, αφού η ανακύκλωση… συμβάλλει στη «σωτηρία του πλανήτη». Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, ισχύει η ίδια βασική προϋπόθεση. Για να είναι συμφέρουσα η αξιοποίηση των «φυσικών» πόρων, πρέπει η ανθρώπινη εργασία που απαιτείται για την ανάκτησή τους να παραμένει όσο πιο κοντά γίνεται στη γη. Οι πληθυσμοί των ρακοσυλλεκτών θα πρέπει να περιορίσουν τις ανάγκες τους, ώστε το κόστος αναπαραγωγής της εργατικής τους δύναμης να διατηρηθεί μόλις ένα σκαλοπάτι πάνω από την αξία των υλικών που ανακυκλώνουν. Με άλλα λόγια, θα πρέπει να μάθουν να ζουν σαν σκουπίδια.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 136, στις 25 Ιουνίου 2022.

IMAGE CREDIT: Sebastião Salgado, ΧρυσωρυχεΙο της Serra Pelada, πολιτεΙα Pará, ΒραζιλΙα 1986.

Για τα σκουπίδια

ΤΙ ΕΙΝΑΙ τα σκουπίδια; Είναι αντικείμενα, τα οποία έχουν χάσει την αξία χρήσης τους και αποβάλλονται από τις διαδικασίες παραγωγής και αναπαραγωγής της κοινωνικής ζωής. Οι συσκευασίες των προϊόντων που αγοράζουμε, τα λιπαντικά που χρησιμοποιούμε για να κάνουμε τις μηχανές να δουλέψουν, τα αντικείμενα μιας χρήσης, αλλά και οι χαλασμένες συσκευές, τα φθαρμένα ρούχα, το φαγητό που δεν φάγαμε. Πετάω κάτι στα σκουπίδια σημαίνει το βγάζω από τη ζωή μου. Κάνω τη δήλωση ότι δεν το χρειάζομαι και παραιτούμαι από την κατοχή του. Τα σκουπίδια ανήκουν σ’ εκείνη τη νομικά απροσδιόριστη κατηγορία των αντικειμένων που κάποτε είχαν ιδιοκτήτη, αλλά εκείνος παραιτήθηκε από τα ιδιοκτησιακά του δικαιώματα χωρίς να αντικατασταθεί από κάποιον άλλο (ποιος θα ήθελε ένα μισοφαγωμένο σάντουιτς;). Έτσι, τα σκουπίδια, με δεδομένο ότι είναι γενικώς ανεπιθύμητα, ξαναγίνονται φύση.

Βέβαια, θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει ότι πολλοί θα ήθελαν ένα μισοφαγωμένο σάντουιτς. Και ένα μισοκαπνισμένο τσιγάρο και μια σαραβαλιασμένη καρέκλα. Το τι είναι σκουπίδι και τι όχι δεν καθορίζεται από ένα αντικειμενικό κριτήριο αρτιότητας ή χρησιμότητας. Καθορίζεται από κοινωνικά και πολιτισμικά κριτήρια. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ακόμα και η ύπαρξη σκουπιδιών είναι θέμα κοινωνικής οργάνωσης. Στις αγροτικές κοινωνίες υπάρχουν λιγότερα έως και καθόλου σκουπίδια. Στις σύγχρονες καταναλωτικές κοινωνίες, τα σκουπίδια απειλούν να καταπιούν ολόκληρες πόλεις αν σταματήσει η συλλογή τους για δυο μέρες. Κι αυτό δεν συμβαίνει επειδή, όπως συχνά λέγεται, ο καπιταλισμός παράγει σκουπίδια, αλλά επειδή η βασική επιδίωξη του κεφαλαίου είναι η παραγωγή κέρδους. Στο επίπεδο της παραγωγής δεν υφίσταται καμία καταρχήν διάκριση ανάμεσα σε χρήσιμα και άχρηστα προϊόντα: όσο περισσότερες αξίες παράγονται τόσο μεγαλύτερο είναι το περιθώριο κερδοφορίας. Η διάκριση γίνεται, μέσω της χρήσης, στη σφαίρα της κατανάλωσης. Δεδομένου, όμως, ότι η μεγιστοποίηση της κερδοφορίας προϋποθέτει τη διατήρηση υψηλών ρυθμών κατανάλωσης, η ταχύτητα απαξίωσης των προϊόντων αποτελεί βασικό συντελεστή της διαδικασίας αξιοποίησης του κεφαλαίου. Με αποτέλεσμα, όλο και μεγαλύτερο μέρος των αξιών που παράγονται στη σφαίρα της παραγωγής να οδηγούνται στα σκουπίδια.

Πράγμα που έχει ένα παράδοξο αποτέλεσμα. Τη διεύρυνση της φύσης. Μιας ανθρωπογενούς, όμως, φύσης η οποία αποτελείται από αντικείμενα που έχοντας χάσει τον ιδιοκτήτη τους επανεντάσσονται στην κατηγορία των φυσικών πόρων. Ο ρακοσυλλέκτης που από ένα πλήθος άχρηστων μικροαντικειμένων θα φτιάξει ένα παιδικό παιχνίδι θα έχει δημιουργήσει  ένα νέο χρηστικό αντικείμενο με υλικά που βρήκε στη φύση. Το ίδιο και ο καπιταλισμός, όμως! Οι τεράστιοι όγκοι των σκουπιδιών που πνίγουν τις κοινωνίες της κατανάλωσης γίνονται το νέο Eldorado, από το οποίο ο καπιταλισμός αντλεί πόρους με μηδαμινό κόστος: ακριβά μέταλλα, πλαστικά, γυαλί, λιπάσματα και βιοκαύσιμα. Η ανθρωπογενής φύση γίνεται το πεδίο μιας νέας οικονομικής στρατηγικής που αποβλέπει στη διεύρυνση της κερδοφορίας του κεφαλαίου μέσω της εντατικής οικειοποίησης της απαξιωμένης ανθρώπινης εργασίας.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 135, στις 10 Ιουνίου 2022.

IMAGE CREDIT: Diana Lelonek, Center For the Living Things, Post-shoe environment, 2016-2022.

Impostor syndrome

ΤΟ «ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΟΥ ΑΠΑΤΕΩΝΑ» συνίσταται στην αίσθηση που έχει ένα άτομο ότι απολαμβάνει προνόμια που δεν τα αξίζει, επειδή έχει καταφέρει να πείσει τους άλλους ότι διαθέτει κάποια προσόντα που δεν τα διαθέτει στην πραγματικότητα. Αλλά, κάποια στιγμή, οι άλλοι θα καταλάβουν ότι έχουν εξαπατηθεί και τότε θα το αποκαθηλώσουν, θα του στερήσουν τα προνόμια και θα το ντροπιάσουν. Κάθε φορά που ένα άτομο κατορθώνει να κάνει ένα μεγάλο άλμα στη ζωή του, ιδίως αν αυτό εμπεριέχει σημαντική βελτίωση της κοινωνικής του θέσης, το σύνδρομο του απατεώνα παραμονεύει. Υποθέτω ότι δεν ενοχλεί όσους είναι όντως απατεώνες και συνειδητά επιδιώκουν να πετύχουν τους στόχους τους διά της πλαγίας. Ούτε όσους, ταξικά, θεωρούν ότι τους ανήκει ο κόσμος. Για τους κοινούς θνητούς, όμως, αποτελεί μια σταθερή παράμετρο του ενοχικού τους σύμπαντος.

Μάσκα μεταμόρφωσης των Kwakwaka’wakw (πηγή: Wikipedia, “Impostor syndrome”).

Θα περίμενε κανείς, βεβαίως, ότι σε χώρους όπου ισχύει η αξιοκρατία, ο ορθολογισμός της κρίσης, και μάλιστα της «κρίσης των ομοτίμων», θα εξουδετέρωνε αυτή την ανορθολογική ψυχολογική προδιάθεση. Και όμως, σε αυτούς του χώρους είναι που κατεξοχήν ευδοκιμεί το συγκεκριμένο σύνδρομο. Το πανεπιστήμιο αποτελεί ίσως τη χαρακτηριστικότερη περίπτωση. Χιλιάδες πανεπιστημιακοί, ιδιαίτερα γυναίκες, αισθάνονται ότι κατέχουν τη θέση τους στην ακαδημαϊκή κοινότητα κατά παραχώρηση. Ότι ποτέ δεν εργάστηκαν όσο πραγματικά χρειαζόταν για να κατακτήσουν τη συγκεκριμένη θέση και ποτέ δεν καινοτόμησαν ερευνητικά όσο υπονοεί το καλογραμμένο βιογραφικό τους. Κι αυτό δεν εκδηλώνεται όταν κάποιος/α κατακτήσει μια θέση ευθύνης (τότε μάλλον εξαφανίζεται!), αλλά από τη στιγμή που αρχίζει να γράφει το διδακτορικό του/ης: «Είμαι εγώ για τέτοια, τώρα;»

Η ταξική και έμφυλη διάσταση του συνδρόμου του απατεώνα στο πανεπιστήμιο τροφοδοτείται από δύο στερεότυπα. Αφενός, από τη μυθική εικόνα του επιστήμονα. Ο επιστήμονας (ναι, ο) είναι ένας άνθρωπος που έχει αφιερώσει τη ζωή του στην έρευνα και την καινοτομία, χωρίς να αποσπάται από τετριμμένες μέριμνες της καθημερινότητας, όπως ο βιοπορισμός ή το μεγάλωμα των παιδιών. Αφετέρου, από το πατρικό ενδιαφέρον που δείχνουν οι φτασμένοι πανεπιστημιακοί να «αποκαταστήσουν» τους άστεγους συναδέλφους τους, νέους ερευνητές και ερευνήτριες, ώστε αυτοί να μπορέσουν να αφοσιωθούν στο έργο τους, στο γόνιμο ακαδημαϊκό περιβάλλον ενός τομέα, ενός τμήματος, μιας κλινικής. Δεν είναι περίεργο που οι περισσότερες/οι πανεπιστημιακοί ξεκινούν τη σταδιοδρομία τους με μια αίσθηση χρέους. Το κλείσιμο του ματιού που συχνά συνοδεύει την εκλογή τους («τα καταφέραμε!») και η εμπιστευτική σχέση με το άτομο ή την ομάδα που μερίμνησε γι’ αυτήν δημιουργούν την αίσθηση μιας προστατευτικής εξάρτησης που τις/ους συνοδεύει στην εξ ορισμού ατελέσφορη προσπάθειά τους να ανταποκριθούν στο εξιδανικευμένο πρότυπο του επιστήμονα. Πέρα από μια απλή αίσθηση προσωπικής ανασφάλειας, επομένως, το σύνδρομο του απατεώνα είναι ένας μηχανισμός που καθορίζει τους τρόπους με τους οποίους συγκροτούνται τα δίκτυα εξουσίας και οι σφαίρες επιρροής, κάτω από τον μανδύα της αξιοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 134, στις 28 Μαΐου 2022.

Αναφορές
Feenstra, S., Begeny, C.T., Ryan, M.K., Rink, F.A., Stoker, J.I. and Jordan, J. (2020). Contextualizing the Impostor “Syndrome”. Frontiers in Psychology 11:575024. doi: 10.3389/fpsyg.2020.575024