VJ

ΣΤΙΣ ΦΤΩΧΟΓΕΙΤΟΝΙΕΣ της Καμπάλα, της πρωτεύουσας της Ουγκάντα, έχουν έναν περίεργο τρόπο να απολαμβάνουν το κινηματογράφο. Υπάρχουν κατάλληλα διαμορφωμένοι χώροι, όπου οι άνθρωποι μαζεύονται για να απολαύσουν όλοι μαζί ένα νοικιασμένο DVD. Η κοινωνικότητα είναι χαλαρή, η πόρτα είναι συνεχώς ανοιχτή, οι άνθρωποι μπαινοβγαίνουν φέρνοντας συχνά και τα μωρά τους και τα αναψυκτικά εμφανίζονται με μαγικό τρόπο στο πιο κρίσιμο σημείο της ταινίας. Εννοείται ότι οι ταινίες που παρακολουθούν είναι τις περισσότερες φορές τα blockbusters της αμερικάνικης κινηματογραφικής βιομηχανίας.

Μέχρι εδώ το σκηνικό θυμίζει λίγο θερινό σινεμά – τίποτα το εξωτικό. Η πρωτοτυπία έγκειται στο ότι οι ταινίες δεν έχουν υπότιτλους. Ο υποτιτλισμός γίνεται live από πρόσωπα που αναλαμβάνουν να εισαγάγουν τους θεατές στο θέμα της ταινίας και μεταφράζουν απευθείας τους κρίσιμους διαλόγους. Τα πρόσωπα αυτά είναι οι vj (video-jokey κατ’ αναλογία των dj) και η μεσολάβησή τους μετασχηματίζει άρδην την κινηματογραφική εμπειρία.

Ο Σουηδός καλλιτέχνης Markus Öhrn ζήτησε από έναν τέτοιο vj να προβάλει την ταινία Persona του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και κινηματογράφησε την όλη διαδικασία. Από αυτό προέκυψε το project «Ο Μπέργκμαν στην Ουγκάντα». Πρόκειται για μια βιντεοεγκατάσταση που προβάλλεται σε δύο οθόνες. Στη μία ο θεατής παρακολουθεί την ταινία του Μπέργκμαν, ενώ στην άλλη βλέπει τον vj με το κοινό του και ακούει τα σχόλια και τη μετάφραση (παράφραση, στην πραγματικότητα) των διαλόγων. Η εγκατάσταση παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και για τους λίγους θεατές που την παρακολούθησαν στην αυλή της Πειραιώς 260 μια γλυκιά βραδιά του Ιουνίου η εμπειρία ήταν συγκλονιστική.

Για όσους δεν την έχουν δει, η Persona είναι μια μινιμαλιστική ταινία με ξεκάθαρη γραφή. Η ερμηνεία της, βέβαια, είναι πολύ λιγότερο διαφανής και αφορά τις πιο μύχιες εκδηλώσεις της ανθρώπινης ψυχής. Περιστρέφεται ιδιαίτερα γύρω από θέματα ταυτότητας και διχασμού. Στα χέρια του Ουγκαντέζου vj, όμως, το αριστούργημα του Μπέργκμαν χάνει την ευρωπαϊκή «οικουμενικότητά» του, καθώς εμβαπτίζεται στην αφρικανική «τοπικότητα». Τα σχόλια του vj που συνοδεύουν την ούτως ή άλλως ολιγόλογη εξέλιξη αναδεικνύουν τον έντονο πολιτισμικό καθορισμό των καταστάσεων που περιγράφει η ταινία. Η ψυχική παρέκκλιση που συνοδεύει το υπαρξιακό αδιέξοδο γίνεται ασθένεια πολυτελείας, η ηθική ενοχή που συνοδεύει την έκτρωση υποκριτική σεμνοτυφία, η αποχή από την επικοινωνία πρακτικό εμπόδιο και ο διχασμός της προσωπικότητας –το πιο δύσκολο και αμφιλεγόμενο σημείο της ταινίας– τετριμμένη κατάφαση: όλοι έχουμε πολλούς εαυτούς μέσα μας, πού είναι το πρόβλημα;

Στις φτωχογειτονιές της Καμπάλα, το αρχαίο τελετουργικό της αφήγησης παραμυθιών διασταυρώνεται με την κινηματογραφική βιομηχανία και με τις ανάγκες μιας κοινότητας που συμμετέχει σε ασύγχρονες πολιτισμικές ροές. Κι από αυτή τη διασταύρωση προκύπτουν διαρκώς νέες και απρόβλεπτες πολιτισμικές συζεύξεις.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 23, στις 9.9.2017.

Πανελλήνιες

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΕΣ 1.0

ΚΑΘΕ ΧΡΟΝΟ, όλο το χρόνο οι Πανελλήνιες είναι ένα από τα βασικότερα θέματα ενδιαφέροντος για εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες αυτής της χώρας: Για καθεμιά και καθέναν από τους 100.000 υποψηφίους υπάρχουν τουλάχιστον άλλα δύο άτομα που αγωνιούν και μοιράζονται τη μιζέρια της παρατεταμένης εξεταστικής περιόδου. Από αυτή την άποψη, οι Πανελλήνιες δεν είναι μια διαδικασία, αλλά ένα κοινωνικό φαινόμενο. Κανείς μέχρι σήμερα δεν έχει ασχοληθεί στα σοβαρά με αυτό το φαινόμενο. Άνθρωποι καλών προθέσεων έχουν επιχειρήσει κατά καιρούς να «βελτιώσουν» τις εξετάσεις και να ελαφρύνουν το ψυχολογικό φορτίο που τις συνοδεύει. Έχουν αποτύχει όλοι και θα συνεχίσουν να αποτυγχάνουν, αν δεν κατανοήσουν το φαινόμενο. Ακούστηκε από επίσημα χείλη ότι, παρά τον αντιπαιδαγωγικό τους χαρακτήρα, οι Πανελλήνιες είναι από τα λίγα πράγματα που δουλεύουν σε αυτή τη χώρα. Προς τι; Ποιο είναι το όφελος και πώς προσμετράται η αποτελεσματικότητά τους;

Υποθέτω ότι, παρά τις αισιόδοξες διακηρύξεις, θα χρειαστεί χρόνος για να κατανοηθεί το φαινόμενο και να αναληφθούν οι κατάλληλες πρωτοβουλίες. Ιδού μια πρόταση, λοιπόν, για το άνοιγμα της θεωρητικής συζήτησης. Οι Πανελλήνιες ανήκουν στην κατηγορία των κοινωνικών δραστηριοτήτων που ονομάζονται διαβατήριες τελετές. Οι διαβατήριες τελετές σηματοδοτούν το πέρασμα ενός ατόμου από μια κοινωνική ομάδα και το συνυφασμένο με αυτή κοινωνικό status, σε μια άλλη με «ανώτερο» κοινωνικό status. Η βάπτιση, η ενηλικίωση, ο σεξουαλικός ακρωτηριασμός, η ένταξη σε μια κλειστή λέσχη, η κατάταξη στον στρατό, το προσκύνημα είναι μερικές μόνο από αυτές τις τελετουργίες. Μαζί με αυτές, και μάλιστα στο σταυροδρόμι της ενηλικίωσης και της επαγγελματικής ωρίμανσης, βρίσκεται και η διαδικασία εισαγωγής στο πανεπιστήμιο.

Η συσχέτιση των Πανελληνίων με τις διαβατήριες τελετές είναι σημαντική γιατί μας επιτρέπει να διακρίνουμε τα στάδια της μετάβασης. Οι διαβατήριες τελετές έχουν τρία στάδια: Αποχωρισμό, μεθοριακότητα και ενσωμάτωση. Ας σκεφτούμε με ποιο τρόπο αυτό το σχήμα βρίσκει εφαρμογή στις Πανελλήνιες. Ο αποχωρισμός σηματοδοτεί το τέλος της παιδικότητας. Είναι μια διαδικασία που δεν ενεργοποιείται στην τελευταία τάξη του Λυκείου, αλλά από τη στιγμή που αρχίζει να γίνεται αισθητό το φάσμα των εξετάσεων. Με την είσοδό τους στο Λύκειο, οι μαθητές και οι μαθήτριες αρχίζουν να αποποιούνται την ταυτότητα που είχαν διαμορφώσει μέχρι εκείνη τη στιγμή και να παίρνουν αποστάσεις από οτιδήποτε την προσδιόρισε και τη συμβολίζει. Όσο κι αν ακούγεται περίεργο, το κύριο αντικείμενο αυτής της αποστροφής είναι το σχολείο. Το ίδιο σχολείο που τους συνόδευσε από τα παιδικά τους χρόνια μέχρι την εφηβεία τους είναι αυτό που πρέπει να αφήσουν πίσω τους, προκειμένου να κάνουν το επόμενο βήμα στη ζωή τους. Συνεπώς, η απαξίωση του Λυκείου δεν αποτελεί δυσλειτουργία, αλλά συστατικό φαινόμενο της όλης διαδικασίας.

Στο επόμενο φύλλο θα συζητήσουμε τη μεθοριακότητα και την ενσωμάτωση.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 16, στις 29.4.2017


ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΕΣ 2.0

Στο προηγούμενο φύλλο πρότεινα την ιδέα να δούμε τις Πανελλήνιες ως μια μορφή διαβατήριας τελετής και μίλησα για το πρώτο στάδιο της μετάβασης που είναι ο αποχωρισμός. Η απαξίωση του Λυκείου είναι άμεση συνέπεια αυτής της διαδικασίας. Το δεύτερο στάδιο της μετάβασης, σύμφωνα με τους ανθρωπολόγους, είναι η μεθοριακότητα. Είναι η φάση που το άτομο δεν ανήκει ούτε εδώ ούτε εκεί. Αγωνίζεται να επιβιώσει και να αποδείξει την αξία του σε ένα άκρως ανταγωνιστικό περιβάλλον, όπου επιπλέον οι κανόνες είναι απολύτως ρευστοί. Σε αυτή τη φάση τα άτομα αποκτούν τραύματα, τα οποία επιδεικνύουν αργότερα με υπερηφάνεια ως τεκμήρια ενηλικίωσης ή μύησης. Αυτός είναι ο κόσμος των φροντιστηρίων. Ένα πλήρες ημερολογιακό έτος καθημερινών δοκιμασιών, αλλεπάλληλων ταπεινώσεων και υπέρτατης κόπωσης για 100.000 εφήβους. Και, το σημαντικότερο, η κοινωνία εκχωρεί πρόθυμα το δικαίωμα άσκησης αυτών των πρακτικών σε ανθρώπους που δεν διαθέτουν κανένα προσόν ή δικαίωμα εγκεκριμένο από την πολιτεία. Είναι η φάση που η Παιδεία συγχωνεύεται οργανικά με την παραπαιδεία. Και, ναι, είναι η φάση που αφήνει σημάδια.

Το τρίτο στάδιο είναι η ενσωμάτωση. Σε αυτή τη φάση έρχεται η δικαίωση και οι νεοεισερχόμενοι επαναπροσδιορίζουν τη σημασία των δοκιμασιών που υπέστησαν: Όσο δυσκολότερες οι δοκιμασίες, τόσο πιο γλυκιά η δικαίωση. Μόνο που στην περίπτωση των Πανελληνίων, για το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό των μαθητών και μαθητριών δεν υπάρχει δικαίωση, αλλά η ύστατη ταπείνωση: Αποτυγχάνουν να μπουν στο τμήμα της επιλογής τους. Άρα, δεν θα πανηγυρίσουν την επιτυχία τους με μια τελετή υποδοχής, αλλά θα αποδεχτούν συγκαταβατικά το πεπρωμένο τους (αν φυσικά δεν αποφασίσουν «να ξαναδώσουν»). Τι είδους Πανεπιστήμιο φτιάχνεται με φοιτητές που χρεώνονται την είσοδό τους στα διάφορα τμήματά του ως αποτυχία; Τι σεβασμό αναπτύσσει η κοινωνία για ένα τέτοιο Πανεπιστήμιο και το ίδιο το Πανεπιστήμιο για τον εαυτό του;

ΑΠΑΞΙΩΣΗ του Λυκείου, απορρύθμιση της Παιδείας, υποβάθμιση του Πανεπιστημίου. Μοιάζει υπερβολικό να το ισχυριστεί κανείς, αλλά ο κοινός παρονομαστής της παθολογίας του εκπαιδευτικού συστήματος είναι «το μόνο πράγμα που δουλεύει σωστά σε αυτή τη χώρα», οι Πανελλήνιες. Δεν είναι τόσο υπερβολικό, όμως, αν σκεφτεί κανείς τα οικονομικά μεγέθη. Αν αθροιστούν οι κρατικές και οι ιδιωτικές δαπάνες, γίνεται φανερό ότι οι Πανελλήνιες, εκτός όλων των άλλων, αποτελούν έναν ογκόλιθο της οικονομίας. Έτσι, όλο και συχνότερα τον τελευταίο καιρό, το κοινωνικό και οικονομικό κόστος των Πανελληνίων χρησιμοποιείται ως επιχείρημα υπέρ ενός «εξορθολογισμού» της Παιδείας, που θα συνοδευτεί με την εισαγωγή διδάκτρων στα πανεπιστήμια. Σε αυτό το πλαίσιο, οι Πανελλήνιες καλούνται να παίξουν έναν τελευταίο, ίσως τον πιο θεαματικό ρόλο της καριέρας τους: να συμβάλουν στην ιδεολογική νομιμοποίηση της ιδιωτικοποίησης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 17, στις 13.5.2017.

Image credit: Yves Tanguy, Οι αορατοι, 1951 και Jackson Pollock, Birth, c. 1941

Διαπραγμάτευση

Η ΛΕΞΗ που έχει ακουστεί περισσότερο τα τελευταία χρόνια. Κατά περίπτωση, μπορεί να συνδέεται με επίθετα που δηλώνουν υποταγή και υποχωρητικότητα ή υπερηφάνεια και μαχητικότητα. Πάντα, όμως, μοιάζει να αναφέρεται σε μια κατάσταση προσωρινή, η οποία θα κρίνει αυτό που πρόκειται να ακολουθήσει: η διαπραγμάτευση οφείλει να έχει μια έκβαση. Καλή ή κακή, αναπτυξιακή ή υφεσιακή, εντός ή εκτός της ευρωζώνης, πάντως μια μόνιμη κατάσταση, που θα διαδεχθεί την προσωρινή διελκυστίνδα μεταξύ των διαπραγματευόμενων μερών.

Πού γίνεται η διαπραγμάτευση, όμως; Ποιος είναι ο τόπος της διαπραγμάτευσης; Ποια η γλώσσα της και ποιες οι μονάδες μέτρησης και οι ανταλλακτικές αξίες βάσει των οποίων αποτιμώνται τα διακυβεύματα;

Ο Peter Galison έχει εισαγάγει στην ιστορία της επιστήμης τον όρο «ζώνη συνδιαλλαγών» για να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούν διαφορετικοί κλάδοι της ίδιας επιστήμης ή διαφορετικές επιστήμες γύρω από ζητήματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος. Η ζώνη συνδιαλλαγών είναι ένας τόπος, όχι ένα όριο ανάμεσα σε διαφορετικές επικράτειες. Έχει τη δική της ζωή, η οποία διέπεται από ένα καθεστώς διαπραγμάτευσης, ένα σύνολο κανόνων, δηλαδή, που είναι το μόνο πράγμα στο οποίο τα διαπλεκόμενα μέρη συμφωνούν εκ των προτέρων. Επίσης έχει κατοίκους. Ενώ υπάρχουν άνθρωποι που μπαινοβγαίνουν στη ζώνη συνδιαλλαγών, υπάρχουν κι άλλοι που η θέση και η εργασία τους είναι εκεί. Ένα πολύμορφο ανθρώπινο δυναμικό που αντλεί πόρους και κύρος από την ίδια τη διαπραγμάτευση.

Οι άνθρωποι στις ζώνες συνδιαλλαγών μιλούν γλώσσες pidgin. Πρόκειται για απλουστευμένες μορφές επικοινωνίας, οι οποίες προέρχονται από τη μίξη δύο ή περισσότερων γλωσσών και επιτρέπουν τη συνεννόηση, χωρίς όμως να διαβιβάζουν με ακρίβεια τα νοήματα. Αξίες και νοήματα είναι ρευστά στις ζώνες συνδιαλλαγών. Η μία πλευρά είναι αδύνατο να γνωρίσει επακριβώς το εννοιολογικό και αξιακό σύστημα της άλλης, πολύ δε περισσότερο να πραγματοποιήσει τις απαραίτητες αντιστοιχίσεις και αναγωγές. Αυτό το κενό επικοινωνίας το αναπληρώνουν οι κοινές «μονάδες» – είτε πρόκειται για πραγματικές μονάδες μέτρησης είτε για αντικείμενα που έχουν συμβολική σημασία και για τις δύο πλευρές. Τόσο οι γλώσσες pidgin όσο και οι μονάδες είναι και οι ίδιες προϊόντα διαπραγμάτευσης.

Οι ζώνες συνδιαλλαγών είναι κόσμοι ολόκληροι. Τα λιμάνια, οι αποικιακοί καταυλισμοί, τα εμπορικά παζάρια υπήρξαν ανέκαθεν τέτοιοι κόσμοι. Εσχάτως έχουμε την πολυτέλεια να ζούμε την εμπειρία μιας διαπραγμάτευσης μεταξύ «θεσμών» που αντιλαμβάνονται με διαφορετικό τρόπο τις πολιτικές προτεραιότητες του ευρωπαϊκού χώρου. Ανεξάρτητα από την όποια συγκυριακή κατάληξη, η διαπραγμάτευση αυτή τείνει να αποκτήσει τα μόνιμα χαρακτηριστικά μιας ζώνης συνδιαλλαγών. Δεν υπάρχει τίποτα εγγενώς κακό με τις ζώνες συνδιαλλαγών· η συγκεκριμένη εξέλιξη, όμως, κληροδοτεί στην Ευρώπη έναν θεσμό κι ένα πολιτικό προσωπικό που επιχειρεί να διαιωνίσει την ύπαρξή του και να επιβάλει τη νομιμότητά του στις παρυφές του πολιτικού συστήματος. Τι προοιωνίζεται άραγε αυτό για το μέλλον της Ευρώπης;

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 13, στις 11.3.2017.

Image credit: Max Ernst, Οι ανθρωποι δεν θα ξερουν τιποτα απο αυτο, 1923.