Τα παιδιά

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΕΜΦΑΝΙΖΟΝΤΑΙ μπροστά μας ξαφνικά. Αναδύονται από το άπειρο και παίρνουν μορφή σε κάποιον τόπο που κατοικείται από ανθρώπους. Οπουδήποτε. Σε έναν αγρό, ένα σπίτι, ένα αυτοκίνητο, μια αποθήκη, μια κατεστραμμένη από τον πόλεμο αυλή… Τα παιδιά περιφέρονται για λίγο γύρω από το σημείο που πρόκειται να εμφανιστούν, αναγνωρίζουν το περιβάλλον με όλες τις αισθήσεις τους, οσμίζονται τους κινδύνους, παρατηρούν τους ανθρώπους και επιλέγουν τους γονείς τους. Οι γονείς δεν γνωρίζουν ότι έχουν επιλεγεί. Μια άγνωστη παρόρμηση τους φέρνει κοντά και τους οδηγεί σε μια σωματική ανταλλαγή, η οποία δρομολογεί την ανάδυση του παιδιού.

Lisa Kristine, Το ρεύμα της ζωής, Αιθιοπία

Η σωματική εγγύτητα μεταφράζεται αυτομάτως σε σχέση: Ανεξάρτητα από τις φυσικές διεργασίες και την ιστορική ενδεχομενικότητα που λειτούργησαν για την ανάδυση του παιδιού, ανεξάρτητα από την κοσμική ύλη που χρησιμοποιήθηκε για τη δημιουργία μιας εξατομικευμένης μορφής, το γεγονός ότι η τελευταία φάση της διαδικασίας περνά μέσα από τα σώματά μας κι ότι είμαστε εκεί όταν το παιδί παρουσιάζεται στον κόσμο, μας κάνει γονείς του. Αυτό δεν είναι κάποιο είδος φυσικού αυτοματισμού, όμως. Το παιδί δεν μας ανήκει επειδή μεσολάβησαν τα σώματά μας για ν’ αποκτήσει τη μορφή του, ούτε οφείλει να μεγαλώσει σύμφωνα με τα πρότυπά μας επειδή ήμασταν παρούσες/όντες όταν εμφανίστηκε στον κόσμο. Ο μόνος φυσικός αυτοματισμός (αν μπορούμε καν να μιλήσουμε για κάτι τέτοιο) που προκύπτει από αυτά τα ενδεχομενικά γεγονότα είναι η επιθυμία μας να προστατέψουμε τη ζωή που έρχεται στον κόσμο, επειδή ενδόμυχα κατανοούμε ότι η γέννηση δεν ολοκληρώνεται τη στιγμή της γέννησης. Θα πρέπει να συνεχίσουμε να είμαστε παρούσες/όντες για ένα διάστημα, προκειμένου να ολοκληρωθεί η εγκατάσταση της νέας μορφής στον κόσμο των ανθρώπων. Αλλά ως εκεί. Οι κοινωνίες που μεγάλωναν τα παιδιά τους συλλογικά το γνώριζαν πολύ καλά αυτό.

Η ανάληψη του ρόλου του γονέα πέρα από το επίπεδο του φυσικού αυτοματισμού –πέρα από αυτό που έχουν κοινό οι άνθρωποι και τα ζώα­– προϋποθέτει και κάτι άλλο. Προϋποθέτει την ενσυνείδητη δημιουργία προσωπικής σχέσης με το άτομο που είναι το παιδί μας, το ενδιαφέρον για την πορεία του στον κόσμο των ανθρώπων και την άντληση ικανοποίησης από την εμπειρία της συμπόρευσης μαζί του. Με άλλα λόγια, προϋποθέτει την υιοθεσία. Η γονεϊκότητα δεν είναι η φυσική απόληξη μιας φυσικής διαδικασίας· είναι επιλογή. Μια επιλογή που, όπως φαίνεται, δεν είναι σε θέση να την κάνουν όλοι όσοι «αποκτούν» παιδιά. Οι λόγοι είναι πολλοί και δεν είναι πάντα προσωπικοί. Η φτώχεια, ο κοινωνικός αποκλεισμός, η προσφυγιά περιορίζουν και εδώ, όπως και σε άλλα θέματα, τις επιλογές των ανθρώπων. Αντί για το υποκριτικό ενδιαφέρον του αστικού Τύπου για την τύχη των παραμελημένων παιδιών, λοιπόν, ας κάνουμε μια προσπάθεια να εξαλείψουμε τους λόγους που εμποδίζουν τους ανθρώπους να κάνουν την επιλογή της γονεϊκότητας.

Καλή χρονιά!

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 147, στις 7 Ιανουαρίου 2022.

Αναφορές
Νίκος Παπαχριστόπουλος, Κυριακή Σαμαρτζή (επιμέλεια) (2010). Οικογένεια και νέες μορφές γονεϊκότητας. Αθήνα: Opportuna.
Donna Haraway (2015). Anthropocene, Capitalocene, Plantationocene, Chthulucene: Making Kin. Environmental Humanities, 6: 159-165.

Ο μηχανικός

ΟΤΑΝ ΑΡΧΙΣΕ να φτιάχνει τον Κόσμο του μπήκαν διάφορες ιδέες. Μετά από τόσους αιώνες μοναξιάς και απάθειας ήθελε να ξεδώσει λίγο. Στην αρχή σκέφτηκε να φτιάξει πολλούς κόσμους και να τους απλώσει γύρω του, να τους βλέπει να στριφογυρίζουν πολύχρωμοι και θορυβώδεις. Μετά σκέφτηκε να φτιάξει έναν κόσμο που θα μικρομεγαλώνει, αλλάζοντας χρώματα και κάνοντας τους κατοίκους του να παίρνουν διαφορετικές μορφές ανάλογα με το μέγεθός του. Σκέφτηκε πολλά· άλλα στο τέλος χαμογέλασε ανόρεχτα. Αυτός ο σπαστικός ο Leibniz του έκανε τη ζωή δύσκολη. Οι μεταφυσικά αναγκαίες αλήθειες του ήταν ισχυρότερες κι από τον ίδιο τον Θεό. Δεν μπορούσε να ενεργήσει ελεύθερα, να πράξει σύμφωνα με την ελεύθερη βούλησή του. Όφειλε να συμμορφωθεί τουλάχιστον με την αρχή του αποχρώντος λόγου. Έτσι, έφτιαξε τον κόσμο όπως τον ξέρουμε.

Η συνέχεια της ιστορίας είναι γνωστή. Η κορωνίδα της Δημιουργίας τον απογοήτευσε. Ενώ τους είχε ζευγαρώσει και τους είχε δώσει όλη τη γνώση που χρειάζονταν για να ζήσουν ευτυχισμένα στο Παράδεισο, αυτοί άρχισαν να ψάχνονται. Ίσως χρειάζονταν κάποιες τελικές ρυθμίσεις για να μπορούν να διαχειριστούν όλη αυτή τη γνώση σύμφωνα με τις απαράβατες αρχές του Λόγου. Μόλις ξεκουραζόταν θα τους έχωνε στο εργαστήριό του για το fine tuning. Αλλά οι εξελίξεις τον πρόλαβαν. Μέσα σε λίγες μέρες, χάλασαν τελείως! Κι έτσι, αναγκάστηκε να τους πετάξει… Προς μεγάλη του έκπληξη, όμως, αυτοί συνέχισαν να λειτουργούν. Με προβλήματα, βέβαια, και σοβαρές ατέλειες, αλλά λειτουργούσαν. Τι να κάνει, δεν μπορούσε να τους παρατήσει στη μοίρα τους. Τους φρόντιζε διακριτικά προσέχοντας να μην παρεμβαίνει ανοικτά στις υποθέσεις τους και τους εκνευρίζει. Κι αυτοί… αυτοί συνέχισαν να τον απογοητεύουν. Η ολοκληρωτική απώλεια της θείας γνώσης, συνέπεια της έξωσής τους από τον Παράδεισο, τους βύθισε σε τεράστια σύγχυση. Δεν ήταν σε θέση ούτε να κατανοήσουν ούτε να συμμορφωθούν με τις μεταφυσικά αναγκαίες αλήθειες. Κι έτσι, ενεργούσαν όπως τους ερχόταν.

Αυτό είχε ένα παράδοξο αποτέλεσμα, όμως. Αυτοί μπορούσαν να κάνουν πράγματα που εκείνος, πάνσοφος και παντοδύναμος, αλλά ακριβώς γι’ αυτό αιωνίως δεσμευμένος στον Λόγο, δεν μπορούσε να κάνει. Είχαν ελεύθερη βούληση, ό,τι διάβολο (λες;) κι αν σήμαινε αυτό. Στεναχωριόταν, αλλά τους καμάρωνε κιόλας. Τις πιο πολλές φορές χτυπούσαν το κεφάλι τους, αλλά είχαν μια ακατάβλητη αντοχή που τους έκανε να ξεκινούν κάθε φορά από την αρχή. Είδε μπροστά στα μάτια του να φτιάχνονται και να γκρεμίζονται χιλιάδες κόσμοι. Όσους είχε ονειρευτεί και δεν είχε τολμήσει να πραγματοποιήσει ο ίδιος τους είδε να παιχνιδίζουν για λίγο μπροστά στα μάτια του και μετά να εξαϋλώνονται. Και τότε αντιλήφθηκε τι είχε πραγματικά συμβεί. Εκείνος, μοναχικός κι απόμακρος, είχε φτιάξει τον κόσμο με τον μοναδικό τρόπο που αυτό μπορούσε να γίνει. Τα ασεβή κι απρόβλεπτα δημιουργήματά του έφτιαχναν τη ζωή με όλους τους δυνατούς τρόπους.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 140, στις 24 Σεπτεμβρίου 2022

IMAGE CREDIT: ETHEL SPOWERS, ΚΟΥΝΙΕΣ, 1932

Impostor syndrome

ΤΟ «ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΟΥ ΑΠΑΤΕΩΝΑ» συνίσταται στην αίσθηση που έχει ένα άτομο ότι απολαμβάνει προνόμια που δεν τα αξίζει, επειδή έχει καταφέρει να πείσει τους άλλους ότι διαθέτει κάποια προσόντα που δεν τα διαθέτει στην πραγματικότητα. Αλλά, κάποια στιγμή, οι άλλοι θα καταλάβουν ότι έχουν εξαπατηθεί και τότε θα το αποκαθηλώσουν, θα του στερήσουν τα προνόμια και θα το ντροπιάσουν. Κάθε φορά που ένα άτομο κατορθώνει να κάνει ένα μεγάλο άλμα στη ζωή του, ιδίως αν αυτό εμπεριέχει σημαντική βελτίωση της κοινωνικής του θέσης, το σύνδρομο του απατεώνα παραμονεύει. Υποθέτω ότι δεν ενοχλεί όσους είναι όντως απατεώνες και συνειδητά επιδιώκουν να πετύχουν τους στόχους τους διά της πλαγίας. Ούτε όσους, ταξικά, θεωρούν ότι τους ανήκει ο κόσμος. Για τους κοινούς θνητούς, όμως, αποτελεί μια σταθερή παράμετρο του ενοχικού τους σύμπαντος.

Μάσκα μεταμόρφωσης των Kwakwaka’wakw (πηγή: Wikipedia, “Impostor syndrome”).

Θα περίμενε κανείς, βεβαίως, ότι σε χώρους όπου ισχύει η αξιοκρατία, ο ορθολογισμός της κρίσης, και μάλιστα της «κρίσης των ομοτίμων», θα εξουδετέρωνε αυτή την ανορθολογική ψυχολογική προδιάθεση. Και όμως, σε αυτούς του χώρους είναι που κατεξοχήν ευδοκιμεί το συγκεκριμένο σύνδρομο. Το πανεπιστήμιο αποτελεί ίσως τη χαρακτηριστικότερη περίπτωση. Χιλιάδες πανεπιστημιακοί, ιδιαίτερα γυναίκες, αισθάνονται ότι κατέχουν τη θέση τους στην ακαδημαϊκή κοινότητα κατά παραχώρηση. Ότι ποτέ δεν εργάστηκαν όσο πραγματικά χρειαζόταν για να κατακτήσουν τη συγκεκριμένη θέση και ποτέ δεν καινοτόμησαν ερευνητικά όσο υπονοεί το καλογραμμένο βιογραφικό τους. Κι αυτό δεν εκδηλώνεται όταν κάποιος/α κατακτήσει μια θέση ευθύνης (τότε μάλλον εξαφανίζεται!), αλλά από τη στιγμή που αρχίζει να γράφει το διδακτορικό του/ης: «Είμαι εγώ για τέτοια, τώρα;»

Η ταξική και έμφυλη διάσταση του συνδρόμου του απατεώνα στο πανεπιστήμιο τροφοδοτείται από δύο στερεότυπα. Αφενός, από τη μυθική εικόνα του επιστήμονα. Ο επιστήμονας (ναι, ο) είναι ένας άνθρωπος που έχει αφιερώσει τη ζωή του στην έρευνα και την καινοτομία, χωρίς να αποσπάται από τετριμμένες μέριμνες της καθημερινότητας, όπως ο βιοπορισμός ή το μεγάλωμα των παιδιών. Αφετέρου, από το πατρικό ενδιαφέρον που δείχνουν οι φτασμένοι πανεπιστημιακοί να «αποκαταστήσουν» τους άστεγους συναδέλφους τους, νέους ερευνητές και ερευνήτριες, ώστε αυτοί να μπορέσουν να αφοσιωθούν στο έργο τους, στο γόνιμο ακαδημαϊκό περιβάλλον ενός τομέα, ενός τμήματος, μιας κλινικής. Δεν είναι περίεργο που οι περισσότερες/οι πανεπιστημιακοί ξεκινούν τη σταδιοδρομία τους με μια αίσθηση χρέους. Το κλείσιμο του ματιού που συχνά συνοδεύει την εκλογή τους («τα καταφέραμε!») και η εμπιστευτική σχέση με το άτομο ή την ομάδα που μερίμνησε γι’ αυτήν δημιουργούν την αίσθηση μιας προστατευτικής εξάρτησης που τις/ους συνοδεύει στην εξ ορισμού ατελέσφορη προσπάθειά τους να ανταποκριθούν στο εξιδανικευμένο πρότυπο του επιστήμονα. Πέρα από μια απλή αίσθηση προσωπικής ανασφάλειας, επομένως, το σύνδρομο του απατεώνα είναι ένας μηχανισμός που καθορίζει τους τρόπους με τους οποίους συγκροτούνται τα δίκτυα εξουσίας και οι σφαίρες επιρροής, κάτω από τον μανδύα της αξιοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 134, στις 28 Μαΐου 2022.

Αναφορές
Feenstra, S., Begeny, C.T., Ryan, M.K., Rink, F.A., Stoker, J.I. and Jordan, J. (2020). Contextualizing the Impostor “Syndrome”. Frontiers in Psychology 11:575024. doi: 10.3389/fpsyg.2020.575024