Delete

Κάποτε υπήρχε το CD. Όχι πολύ παλιά, αλλά ήδη μεγαλώνει μια γενιά που δεν έχει γνωρίσει αυτή την τεχνολογία. Αρχικά τα CD προωθήθηκαν στην αγορά ως εξέλιξη των δίσκων βινυλίου, αλλά στη συνέχεια η χρήση τους συνδέθηκε όλο και περισσότερο με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Λειτουργικά συστήματα και προγράμματα έρχονταν πλέον σε μορφή οπτικού δίσκου. Για ένα μικρό διάστημα επικράτησε η ψευδαίσθηση ότι οι οπτικοί δίσκοι είναι αθάνατοι, αλλά στην πορεία διαπιστώθηκε ότι πιθανότατα είχαν μικρότερη διάρκεια ζωής ακόμα κι από εκείνους που προορίζονταν να αντικαταστήσουν. Επικράτησαν όμως, επειδή μπορούσαν να αποθηκεύσουν απείρως περισσότερη πληροφορία και μάλιστα οποιασδήποτε μορφής.

Η σύνδεση του CD με τους υπολογιστές δημιούργησε την απαίτηση της εγγραψιμότητας και επανεγγραψιμότητας. Την ίδια απαίτηση δημιουργούσε, φυσικά, και η σύνδεσή τους με τις ηχητικές τεχνολογίες: οι οπτικοί δίσκοι δεν ανταγωνίζονταν μόνο το βινύλιο, αλλά και την κασέτα. Οι χρήστες είδαν με ανακούφιση να εμφανίζονται στην αγορά τα πρώτα εγγράψιμα και κατόπιν τα επανεγγράψιμα CD. Οι δύο τεχνολογίες εμφανίστηκαν διαδοχικά και η κρίσιμη διαφορά μεταξύ τους ήταν ότι στη δεύτερη περίπτωση οι πληροφορίες που είχαν εγγραφεί στον οπτικό δίσκο μπορούσαν να διαγραφούν και να αντικατασταθούν από άλλες. Μόνο που αυτό γινόταν με έναν περίεργο τρόπο: Η πληροφορία δεν σβηνόταν φυσικά. Απλώς γραφόταν στον δίσκο η πρόσθετη πληροφορία ότι η ήδη εγγεγραμμένη πληροφορία δεν υπήρχε. Αυτό είχε το παράδοξο αποτέλεσμα κάθε διαγραφή να προκαλεί αύξηση του κατειλημμένου χώρου. Και κάποτε, μετά από επάλληλες διαγραφές το CD να μην μπορεί πλέον να επανεγγραφεί.

Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή είναι η διαδικασία διαγραφής των ψηφιακών δεδομένων εν γένει. Η διαγραφή δεν είναι αφαίρεση, αλλά προσθήκη πληροφορίας. Η τεχνολογία, φυσικά, έχει αλλάξει από την εποχή των πρώτων επανεγγράψιμων CD, αλλά ακόμα κι έτσι, σκοπός της διαγραφής είναι να προκαλέσει ένα είδους κορεσμού που θα κάνει την πληροφορία μη εντοπίσιμη (απλή διαγραφή) ή μη αναγνώσιμη (ριζική διαγραφή). Άραγε αυτό αφορά μόνο την ψηφιακή εμπειρία; Στον λεγόμενο φυσικό κόσμο είναι δυνατή η διαγραφή; Είναι δυνατόν ένα σύστημα να ξε-μάθει, να ξε-κάνει, να ξεχάσει αυτό που του έχει συμβεί; Φαίνεται ότι κι εδώ τα πράγματα δουλεύουν με τον ίδιο τρόπο: Για να συμβεί κάτι τέτοιο, η εμπειρία του συστήματος θα πρέπει να αυξηθεί και όχι να μειωθεί. Επίσης η δομή της θα πρέπει να γίνει πιο σύνθετη και πιο απροσδιόριστη προκειμένου να ανα-νοηματοδοτήσει ή να απο-νοηματοδοτήσει μια προγενέστερη κατάσταση. Το γεγονός ότι είναι, εξ ορισμού, αδύνατο να έχουμε επίγνωση αυτής της διαδικασίας (εφόσον πρόκειται για «διαγραφή»), σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι η φυσική σύσταση του συστήματος απλοποιείται. Η διαγραφή είναι, απλώς, άλλη μια μορφή κατάφασης στην αύξηση της εμπειρίας και της πολυπλοκότητας που χαρακτηρίζει τη ζωή. Δεν υπάρχει delete!

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 44, στις 30.6.2018.

IMAGE CREDIT: El Lissitzky, Proun 19D (c. 1920).

Η ευφυΐα των δασών

ΕΧΟΥΝ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ τα φυτά; Η εμμονή των σέβεντις με τα φυτά που απολαμβάνουν τη μουσική του Μότσαρτ, διαβάζουν τις ανθρώπινες σκέψεις και έχουν συναισθηματικές αντιδράσεις τροφοδότησε την εκδοτική βιομηχανία και το New Age για πολλά χρόνια. Ωστόσο, όπως σχολίασε ο εθνοβοτανολόγος Tim Plowman, ακόμα κι αν τα φυτά τα κάνουν όντως όλα αυτά, γιατί θα έπρεπε να εντυπωσιαζόμαστε; Δεν μας αρκεί το γεγονός ότι τρέφονται με φως;

Πριν τρία χρόνια, ο αμερικανός δημοσιογράφος Michael Pollan δημοσίευσε στον New Yorker ένα άρθρο με θέμα τις έρευνες του νέου κλάδου της φυτικής νευροβιολογίας. Οι έρευνες αυτές επαναφέρουν το θέμα της νοημοσύνης των φυτών, αλλά από μια διαφορετική και φιλοσοφικά ενδιαφέρουσα άποψη. Το ερώτημα μέσω του οποίου ο συγκεκριμένος κλάδος συγκροτεί την ιδιαιτερότητά του είναι αν ικανότητες όπως η ευφυΐα, η μνήμη και η μάθηση προϋποθέτουν την ύπαρξη ενός νευρικού κέντρου, όπως είναι το μυαλό ή αν μπορεί να είναι αποτέλεσμα της διάδρασης που αναπτύσσεται στο εσωτερικό πολυκατανεμημένων συστημάτων, που είναι οργανωμένα με τη μορφή δικτύων. Η καταφατική απάντηση στη δεύτερη εκδοχή έχει επιτρέψει στους φυτο-νευροβιολόγους να μελετήσουν τους τρόπους με τους οποίους τα φυτά εκδηλώνουν έλλογες και βουλητικές συμπεριφορές, χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να απολογηθούν στη μεταφυσική.

Δεν είναι όμως εξίσου εύκολο να παρακάμψουν την εδραία παράδοση του ανθρωποκεντρισμού. Αν οι έλλογες και βουλητικές συμπεριφορές αναδύονται από τις δράσεις που αναπτύσσονται στο εσωτερικό δικτύων, τι σημαίνει αυτό για τη διάκριση ανθρώπινου-μη ανθρώπινου και για το γεγονός ότι ο άνθρωπος, χάρις ακριβώς στη μοναδικότητα και ανωτερότητα των εγκεφαλικών του λειτουργιών θεωρεί ότι κατέχει κεντρική θέση ανάμεσα στα έμβια όντα; Η απάντηση των επιστημόνων είναι ότι θα πρέπει να αρχίσουμε να εξοικειωνόμαστε με την ιδέα ότι η ευφυΐα είναι ικανότητα της ζωής και όχι προνόμιο του ανθρώπου. Είναι η ικανότητα των έμβιων συστημάτων να επιλύουν προβλήματα μέσω της επεξεργασίας πληροφοριών. Το μυαλό είναι ένας τέτοιος τρόπος, αλλά όχι ο μοναδικός ούτε ο καλύτερος για όλες τις μορφές ζωής και για όλες τις κατηγορίες προβλημάτων. Επιπλέον, η αντίληψη ότι το ανθρώπινο μυαλό αποτελεί ένα κέντρο ελέγχου παραβλέπει το γεγονός ότι και το ίδιο είναι ένα δίκτυο, οι περισσότερες λειτουργίες του οποίου παραμένουν άγνωστες.

Υπό αυτή την έννοια, η μελέτη των φυτών μπορεί να αποδειχθεί κομβικής σημασίας για τη μελέτη των φαινομένων της ζωής με τη βοήθεια των εννοιών του δικτύου, της κατανεμημένης επεξεργασίας πληροφοριών, των αρθρωτών συστημάτων και της συμπεριφοράς σμήνους. «Τα φυτά είναι το μεγάλο σύμβολο της νεωτερικότητας», παρατηρεί ένας εκ των πρωταγωνιστών. Ίσως θα ήταν πιο σωστό να πούμε ότι τα φυτά είναι το μεγάλο σύμβολο του τέλους της νεωτερικότητας – ο θάνατος του υποκειμένου με μια άλλη έννοια.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 3, στις 15.10.2016.

image credit: Diego Rivera, Zapata-style Landscape, 1915.