Μύθοι

ΣΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ σημείωμα αναφέρθηκα στις θεωρίες συνωμοσίας. Σε μια ιστοριογραφικά παράλληλη διάσταση υπάρχουν και οι μύθοι της επιστήμης. Ο Γαλιλαίος που βγαίνει από το δικαστήριο της Ιεράς Εξέτασης και ψιθυρίζει το περίφημο «και όμως κινείται» είναι μυθικός χαρακτήρας. Εξίσου μυθικός με τον Νεύτωνα που ξεκουράζεται κάτω από μια μηλιά (έχετε δει μηλιά; Πώς είναι δυνατόν να ξεκουράζεται κάποιος κάτω από μηλιά;) και ανακαλύπτει τον νόμο της παγκόσμιας έλξης εξαιτίας ενός μήλου που πέφτει στο κεφάλι του. Κατά μία έννοια όλοι οι μύθοι αφορούν την ιστορία της επιστήμης. Αρκετοί, ωστόσο, έχουν περάσει στη δημόσια σφαίρα ως επιστημονικές αλήθειες. Το σπανάκι που περιέχει μεγάλη ποσότητα σιδήρου είναι ένας τέτοιος μύθος: περιέργως ο μαϊντανός περιέχει περισσότερο σίδηρο από το σπανάκι. Επίσης, το ότι ο άνθρωπος κατάγεται από τον πίθηκο: στην πραγματικότητα, ο Δαρβίνος μίλησε για κοινό πρόγονο. Και για να μην ξεχνάμε τα καθ’ ημάς, ο τεράστιος μύθος του Κρυφού Σχολειού που για περισσότερο από έναν αιώνα συσκοτίζει την ιστορία της ελληνικής πνευματικής ζωής στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας.

Αυτά και πολλά άλλα είναι μύθοι. Για τους ιστορικούς, τους επιστήμονες, τους πολίτες (και επειδή όλοι είμαστε πολίτες, όλοι είμαστε φορείς τέτοιων αντιλήψεων). Τι διαφορά έχει ένας μύθος από το κοινό ψέμα; Το ψέμα είναι η άρνηση ενός γεγονότος που υποστηρίζεται από τεκμήρια. Τις περισσότερες φορές ο ψευδόμενος γνωρίζει ότι αρνείται τη μαρτυρία αυτών των τεκμηρίων. Ο μύθος, αντίθετα, είναι μια κατάφαση: η κατάφαση ενός γεγονότος, το οποίο όμως δεν αντιστοιχεί στην τρέχουσα πραγματικότητα. Η σύγχυση ανάμεσα στο ψεύδος και τον μύθο τροφοδοτεί τις «ηρωικές» προσπάθειες των myth busters, των ανθρώπων που έβαλαν σκοπό να αποκαταστήσουν την επιστημονική αλήθεια. Όμως, η αλήθεια δεν είναι το αντίθετο του μύθου. Ο μύθος δεν έχει αντίθετο, όπως δεν έχει αντίθετο η πραγματικότητα. Κατά μία έννοια ο μύθος είναι μια εναλλακτική πραγματικότητα και το μόνο που μπορούν να κάνουν οι άνθρωποι είναι να επιλέξουν σε ποια πραγματικότητα επιθυμούν να ζουν – το οποίο δεν είναι λίγο, εδώ που τα λέμε.

Όπως έγραφα και για τις θεωρίες συνωμοσίας, οι μύθοι δεν είναι για πέταμα. Αφενός επειδή, είτε μας αρέσει είτε όχι, αποτελούν ισχυρά ερείσματα κοινωνικής πρακτικής. Άρα, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τη σημασία τους στη διαμόρφωση ατομικών και συλλογικών στάσεων. Αφετέρου επειδή για τους ιστορικούς της επιστήμης αποτελούν πολύτιμο υλικό έρευνας. Μολονότι η δημιουργία μύθων συνδέεται με την παράβλεψη ή την παραποίηση τεκμηρίων που αφορούν το παρελθόν της επιστήμης, η ίδια η διαδικασία παραγωγής τους αποτελεί ανεκτίμητο τεκμήριο για την εποχή και τις συνθήκες στις οποίες παρήχθη ο μύθος. Το γεγονός, ακριβώς, ότι οι μύθοι «ψεύδονται» για το παρελθόν της επιστήμης μάς δίνει τη δυνατότητα να ανακαλύψουμε (συχνά ανομολόγητες) αλήθειες για το δικό μας παρελθόν.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 26, στις 21.10.2017.

Σκέψεις για το Αρχείο

1. Οι ιστορικοί της επιστήμης γνωρίζουν πολύ καλά τη σημασία του Αρχείου. Κατά μία έννοια, το αρχείο είναι το εργαστήριο του ιστορικού. Η συγκέντρωση και η συνδυαστική αξιοποίηση ιστορικών τεκμηρίων είναι η καλύτερη μέθοδος ανασύστασης του παρελθόντος. Αυτό ισχύει για όλους τους ιστορικούς, ασφαλώς, αλλά για τους ιστορικούς της επιστήμης ακόμα περισσότερο. Τα τεκμήρια που αφορούν το επιστημονικό έργο του παρελθόντος είναι κατά μείζονα λόγο κείμενα, σχέδια και όργανα, που σε πολλές περιπτώσεις τα παραλαμβάνουμε ήδη οργανωμένα όπως ήταν στην αρχική τους κατάσταση. Ένα εργαστήριο, η βιβλιοθήκη ενός επιστήμονα, μια συλλογή δειγμάτων: εύγλωττες μαρτυρίες.

Continue reading

Πρόοδος

ΟΤΑΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ανακάλυψαν τη γραφή, στα προϊστορικά χρόνια, έγραφαν ως γνωστόν σε ταμπλέτες. Ήταν ένα πρωτόγονο μέσο ασφαλώς, γιατί για να διαβάσει κανείς το βιβλίο του σε τάμπλετ, απαιτούνταν η υποστήριξη δύο παγκόσμιων (μάλιστα, παγκόσμιων) δικτύων. Ενός δικτύου που παρείχε ενέργεια, απαραίτητη για τη φόρτιση των ταμπλετών, και ενός δικτύου –«παγκόσμιο ιστό» το αποκαλούσαν– μέσω του οποίου διετίθετο το περιεχόμενο βιβλίων, άρθρων και λοιπών αναγνωσμάτων. Σε περίπτωση που βρισκόταν κάποιος εκτός της εμβέλειας ενός από τα δύο δίκτυα ήταν αδύνατο να απολαύσει το αγαπημένο του ανάγνωσμα, κατάσταση που στις ταμπλέτες αποτυπωνόταν με έναν μικρό ατέρμονα κύκλο και στις ψυχές των ανθρώπων με μια αίσθηση ματαίωσης και αγωνίας.

Έπρεπε να περάσουν χιλιάδες χρόνια και να φτάσουμε στον 1ο αι. μ.Χ., τότε που ως γνωστόν ανακαλύφθηκε ο υπολογιστής – ή κάτι πολύ κοντά σε αυτόν. Οι άνθρωποι, για πρώτη φορά στην ιστορία, είδαν τη δυνατότητα να απελευθερωθούν από την ηγεμονία του ενός τουλάχιστον από τα δύο παγκόσμια δίκτυα, που επί τόσα χρόνια τους μετέτρεπε παρά τη θέλησή τους σε εξαρτήματα μιας γιγαντιαίας μηχανής. Μαζί με τον υπολογιστή ανακάλυψαν και τον οπτικό δίσκο, στον οποίο μπορούσαν να αποθηκεύσουν χιλιάδες βιβλία για να τα απολαύσουν με την ησυχία τους, μακριά από σημεία σύνδεσης και χωρίς να χρειάζεται κάθε φορά να μετέλθουν τη βασανιστική τελετουργία που απαιτούσε η εν λόγω σύνδεση. Βεβαίως, συνέχιζαν να είναι εξαρτημένοι από το άλλο δίκτυο, εκείνο που παρείχε ενέργεια, αλλά αυτή η εξάρτηση δεν ήταν τόσο επαχθής, γιατί αφορούσε σχεδόν όλες τις πλευρές της ζωής τους κι έτσι είχε αποκτήσει μια «φυσικότητα».

Ώσπου, στις αρχές της Αναγέννησης, της εποχής που με τις σφαγές και τους πολέμους της ήρθε να διαυγάσει τα σκοτάδια του Μεσαίωνα, οι άνθρωποι έκαναν την κρίσιμη ανακάλυψη: Το βιβλίο. Τους ήρθε η ιδέα να σκαλίσουν τα γράμματα του υπολογιστή σε μικροσκοπικά κομματάκια ξύλου ή μετάλλου κι έτσι να απελευθερώσουν το βιβλίο από το μέσο που το κρατούσε φυλακισμένο. Είχαν ήδη μάθει να φτιάχνουν χαρτί από μεταξωτά και βαμβακερά κουρέλια κι έτσι η ιδέα της εκτύπωσης ακολούθησε περίπου φυσικά. Τώρα, ήταν πια σε θέση να απολαμβάνουν τα αναγνώσματά τους μακριά από πηγές ενέργειας και τελετουργίες σύνδεσης και απελευθερωμένοι από την επιτήρηση του παγκόσμιου ιστού. Στερήθηκαν τη δυνατότητα να έχουν ολόκληρη τη βιβλιοθήκη τους σε έναν οπτικό δίσκο, αλλά ταυτόχρονα ανέπτυξαν την ικανότητα να διαβάζουν ένα βιβλίο κάθε φορά, να προσηλώνονται, να στοχάζονται και, πάνω απ’ όλα, να σημειώνουν τις σκέψεις και τις παρατηρήσεις τους στα περιθώρια των βιβλίων.

Ευτυχώς, όπως έχει δείξει κατ’ επανάληψη η ιστορία, χάρη στην τεχνολογική πρόοδο ο ανθρώπινος πολιτισμός οδεύει σταθερά προς απλούστερες καταστάσεις ύπαρξης, λιγότερη επιτήρηση και μεγαλύτερη ελευθερία.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 7, στις 17.12.2016