Η αφήγηση του εαυτού

ΣΤΑ ΔΥΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ σημειώματα έγραφα για τη βαρύνουσα πολιτισμική σημασία του κινηματογραφικού μοντάζ. Η εξοικείωσή μας με την κινηματογραφική διεπαφή αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο αποκωδικοποιούμε τα μηνύματα του κοινωνικού μας πλαισίου. Θα μπορούσαμε άραγε να υποθέσουμε ότι έχει ανάλογη σημασία και για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας;

Chelsea Beck-The Atlantic.jpg

Τα τελευταία χρόνια έχουν κάνει την εμφάνισή τους μια σειρά επιστημονικές δημοσιεύσεις που, μολονότι δεν σχετίζονται πάντοτε μεταξύ τους, έχουν έναν κοινό παρονομαστή. Ενδεικτικά αναφέρω το βιβλίο της Marya Schechtman, Η σύσταση των εαυτών (1996)· το άρθρο του Jonathan Haidt, «Ο συναισθηματικός σκύλος και η έλλογη ουρά του» (2001)˙ την πειραματική εργασία των Soon, Brass και Heinze, «Ασυνείδητοι παράγοντες καθορισμού των ελεύθερων αποφάσεων στον ανθρώπινο εγκέφαλο» (2008)˙ και την εργασία του Luciano Floridi για την «Πληροφοριακή φύση της προσωπικής ταυτότητας» (2011). Καθεμιά και καθένας από αυτούς τους συγγραφείς έχουν δημοσιεύσει περισσότερες από μία εργασίες όπου επεξεργάζονται περαιτέρω τις απόψεις τους, και πολλοί ακόμα συγγραφείς προσεγγίζουν παρόμοια ζητήματα με εργαστηριακές και φιλοσοφικές αναλύσεις.

Ο κοινός παρονομαστής όλων αυτών των εργασιών είναι «η αφηγηματική συγκρότηση του εαυτού». Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη θεώρηση, ο εαυτός δεν είναι αυτόνομος βουλητικός παράγοντας που καθορίζει τις πράξεις και τις αποφάσεις μας, αλλά έπεται των ήδη ειλημμένων αποφάσεων, ως αφήγημα που τις αιτιολογεί και τις κανονικοποιεί. Έχει ενδιαφέρον ότι το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται σε διαφορετικά πεδία. Οι Soon, Brass και Heinze απέδειξαν με όρους νευροφυσιολογίας ότι οι κινητικές αποφάσεις προηγούνται της έλλογης σύλληψής τους, άρα ότι η δεύτερη, ενώ μοιάζει να είναι η αιτία τους, στην πραγματικότητα είναι η post factum αιτιολόγησή τους. Ο Haidt ισχυρίζεται ότι η ικανότητα λήψης ηθικών αποφάσεων αποτελεί εξελικτική κατάκτηση, την οποία μοιράζονται πολλοί ανώτεροι οργανισμοί, άρα ότι η αίσθηση της ηθικής υπευθυνότητας δεν αποτελεί αίτιο, αλλά εκ των υστέρων εκλογίκευση. Η Schechtman εισήγαγε την «άποψη για την αφηγηματική συγκρότηση του εαυτού» σύμφωνα με την οποία, η αίσθηση της ταυτότητας, της συνέχειας και της αυτενέργειας είναι αποτέλεσμα της αυτοβιογραφικής αφήγησης που συνδέει τα επεισόδια της ζωής του υποκειμένου – της κατά το μάλλον ή ήττον συνεκτικής ιστορίας που αφηγούμαστε κάθε φορά, σε αυτό το διαφορετικό που είμαστε κάθε φορά.

Ο Αλμπέρ Καμί έγραφε ότι ονομάζουμε αγάπη αυτό που μας δένει με ορισμένα πλάσματα βάσει του τρόπου που τα βλέπουμε, και για τον οποίο υπεύθυνη είναι η λογοτεχνία. Αν ισχύουν τα παραπάνω, θα μπορούσαμε άραγε να ισχυριστούμε ότι η εξοικείωση με την τέχνη του κινηματογραφικού μοντάζ είναι, κατ’ αναλογία, υπεύθυνη για τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον εαυτό μας, μέσω των αυτοβιογραφικών αφηγήσεων που κατασκευάζουμε;

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 49, στις 13 Οκτωβρίου 2018.

Η θέαση ως εργασία

ΕΓΡΑΦΑ ΣΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ σημείωμα ότι η τέχνη του μοντάζ αποτελεί τον πυρήνα της πολιτισμικής τεχνολογίας του κινηματογράφου. Οι θεατές έχουν εκπαιδευτεί να αποκωδικοποιούν την κινηματογραφική γλώσσα σε τέτοιο βαθμό, που ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο καθορίζεται πλέον σε τεράστιο βαθμό από την κινηματογραφική διεπαφή. Οι συνέπειες αυτής της εξοικείωσης δεν περιορίζονται, όμως, στο πολιτισμικό πεδίο. Αφορούν και την οικονομία.

Το 1986, δύο θεωρητικοί των Μέσων, ο Sut Jhally και ο Bill Livant δημοσίευσαν ένα άρθρο με τίτλο «Watching as Working». Αντικείμενο του άρθρου ήταν η απλήρωτη εργασία που εκτελούν οι θεατές των τηλεοπτικών προγραμμάτων για την αποκωδικοποίηση του νοήματος των διαφημίσεων. Μολονότι δεν δηλώνεται ρητά στο άρθρο, η βασική ιδέα είναι ότι οι θεατές των τηλεοπτικών προγραμμάτων αποτελούν μια κατάλληλα εκπαιδευμένη εργατική δύναμη. Η εκπαίδευσή τους συνίσταται, ακριβώς, στην πολιτισμική εξοικείωση με τη γλώσσα του κινηματογράφου. Χάρη σε αυτήν, οι θεατές είναι σε θέση να κάνουν δύο πράγματα. Αφενός να αντλούν από τα τηλεοπτικά προγράμματα υλικό που συνδέεται με την αναπαραγωγή της εργατικής τους δύναμης. Νοήματα, συναισθήματα, αξίες, γνώσεις και θεωρήσεις του κόσμου χάρη στις οποίες ανασυνθέτουν διαρκώς τους εαυτούς τους ως δρώντα υποκείμενα σε ένα καθορισμένο σύστημα κοινωνικών σχέσεων. Αφετέρου να αποκωδικοποιούν τα μηνύματα των διαφημίσεων μέσω των οποίων ανασυνθέτουν διαρκώς τους εαυτούς τους ως καταναλωτές σε ένα καθορισμένο σύστημα εμπορευματικών σχέσεων.

Οι δύο θεωρητικοί αντλούν από τη θεωρία της αξίας του Μαρξ για να αναλύσουν τον «εργάσιμο χρόνο» των θεατών. Ακολουθώντας το πρότυπο οργάνωσης της καπιταλιστικής παραγωγής, τα τηλεοπτικά μέσα προσπαθούν να αυξήσουν όσο το δυνατόν περισσότερο την παραγωγή υπεραξίας, άρα τον χρόνο εργασίας που υπερβαίνει τον χρόνο που απαιτείται για την απλή αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Για να το πετύχουν αυτό πρέπει είτε να αυξήσουν τον απόλυτο διαφημιστικό χρόνο εις βάρος των υπόλοιπων προγραμμάτων είτε να αυξήσουν την παρουσία του διαφημιστικού μηνύματος στο σύνολο των προγραμμάτων. Τα κάνουν και τα δύο. Απλώς το πρώτο έχει ένα όριο, καθώς δοκιμάζει την υπομονή και την αισθητική αντοχή των θεατών. Η αύξηση της έντασης του διαφημιστικού μηνύματος εξυπηρετείται πολύ καλύτερα από τη δεύτερη στρατηγική.

Αυτό επιβάλλει την εκλέπτυνση της κινηματογραφικής γλώσσας. Το μήνυμα διαχέεται στο πρόγραμμα χάρη σε νέες τεχνικές κινηματογραφικού μοντάζ. Κι εδώ είναι που ξαναγυρίζουμε στην εκπαίδευση των θεατών. Πέρα από τις απλές αφηγήσεις, οι θεατές πρέπει να είναι πλέον σε θέση να αποκωδικοποιούν πολύμορφες συνθέσεις, όπου τα μηνύματα είναι εγκιβωτισμένα σε άλλα μηνύματα και η νοηματική συνέχεια παραχωρεί τη θέση της σε εννοιολογικές μήτρες που εκπέμπουν σε πολλαπλά επίπεδα ταυτόχρονα. Η τέχνη του μοντάζ γίνεται, έτσι, ένας τόπος όπου η αισθητική, η ιδεολογία και η οικονομία διασταυρώνονται με εμβληματικό τρόπο, καθορίζοντας το πολιτισμικό τοπίο του 21ου αιώνα.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 48, στις 29.9.2018

Οθόνη

ΔΕΝ ΒΛΕΠΟΥΜΕ ποτέ την οθόνη. Βλέπουμε μόνο αυτό που δείχνει ή αυτό που παίζει η οθόνη. Στα αγγλικά χρησιμοποιείται η λέξη display ως ρήμα για να δηλώσει αυτό που κάνει η οθόνη, αλλά και ως ουσιαστικό γι’ αυτό που είναι η οθόνη. Η λέξη δεν έχει σχέση με το «παιχνίδι», αλλά με τη λατινική λέξη displicare που σημαίνει ξεδιπλώνω. Απλώνω το ρολό, ξεδιπλώνω το γράμμα για να αποκαλύψω το περιεχόμενό τους. Επίσης, λύνω τη διπλωμένη σημαία για να αποκαλύψω την ταυτότητά μου. Η οθόνη, με αυτή την έννοια, είναι κάτι που μεσολαβεί ανάμεσα στον αποδέκτη ενός μηνύματος και το ίδιο το μήνυμα. Ο ρόλος της είναι να πάψει να υπάρχει. Δεν είναι τυχαίο ότι το displicare έχει και την έννοια του διασκορπισμού: Προκειμένου το μήνυμα να γίνει εμφανές, η οθόνη οφείλει να αποσυντεθεί, ώστε να διευκολύνει την απευθείας επικοινωνία του αποδέκτη του μηνύματος με το περιεχόμενο που κείται πέραν της οθόνης.

Στα ελληνικά, η λέξη οθόνη έχει διαφορετική προέλευση. Οθόνες (στον πληθυντικό) ήταν στην αρχαιότητα τα λεπτά λινά υφάσματα. Υφάσματα που χρησιμοποιούνταν για ένδυση, για την περιποίηση των νεκρών, αλλά και για την πλοήγηση μικρών σκαφών. Με αυτή την έννοια, η οθόνη βρίσκεται πλησιέστερα στην αγγλική λέξη screen και τη γαλλική écran: Το πέτασμα που αρχικά είχε στόχο την προστασία από το κακό και την τιμωρία και στη συνέχεια απέκτησε την έννοια του διαχωριστικού εν γένει. Η οθόνη χωρίζει δύο κόσμους: τον κόσμο όπου βρίσκεται το πάσχον σώμα και τον κόσμο όπου διαδραματίζεται η απειλή, το κακό ή απλώς η δράση. Το πάσχον σώμα συγκινείται, φοβάται, κυμαίνεται συναισθηματικά, βιώνει την απειλή, αλλά παραμένει ασφαλές και προστατευμένο από αυτή. Και σε αυτή την εκδοχή της, η οθόνη οφείλει να παραμείνει διαφανής, χωρίς να φορτίζει τον χώρο με την υλική της παρουσία. Ο ρόλος της είναι να προσφέρει στο υποκείμενο όσο το δυνατό πιο ρεαλιστικά τη ζάλη της έκθεσης, τον ίλιγγο της αιώρησης στα όρια της ύπαρξης, αλλά ταυτόχρονα να το κρατά σε απόσταση από τον πραγματικό κίνδυνο. Η αποκάλυψη της παρουσίας της θα κατέστρεφε την ψευδαίσθηση.

Ωστόσο, η οθόνη δεν είναι ούτε αθώα ούτε παθητική. Αυτό το αντικείμενο που δεν βλέπουμε ποτέ ως τέτοιο, μάς επιβάλλει τους όρους του με μια ακατάλυτη δύναμη. Για να δούμε το μήνυμα, για να βιώσουμε την ψευδαίσθηση πρέπει να πάρουμε μια συγκεκριμένη στάση απέναντί του. Να σιγάσουμε όλες τις αισθήσεις μας εκτός από την όραση και να σταθούμε ακίνητοι, εκτελώντας μόνο τις κινήσεις που εκείνη υπαγορεύει. Πρέπει να γίνουμε ένα με αυτή, να προσδεθούμε στην ανυπαρξία της και να αποδεχθούμε τον διασκορπισμό της ως υπόσχεση μιας αποκάλυψης που μόνο με την πλήρη παράδοσή μας θα μπορέσει να πραγματοποιηθεί.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 46, στις 28.7.2018.