Συμμετρία

ΒΛΕΠΩ: Τη γλώσσα του σώματος. Πέντε πάνοπλους αστυνομικούς που φοράνε κράνη, αλεξίσφαιρα γιλέκα και περικνημίδες να έχουν ρίξει κάτω έναν νεαρό και να τον χτυπάνε αλύπητα με τα κλομπ. Βλέπω τον νεαρό να προσπαθεί να σηκωθεί και αυτοί να επιμένουν, χτυπώντας τον στα πλευρά και στις κλειδώσεις, να τον κρατήσουν κάτω. Υποταγμένο! Βλέπω ένα περήφανο αρσενικό να κάνει βόλτες γύρω από τη χαρούμενη ομήγυρη με φουσκωμένο στήθος και παντελόνι και να σκορπίζει ματσίλα στον χώρο. Δική μας επικράτεια, μην τολμήσει να πλησιάσει κανείς άλλος, γιατί θα πάθει τα ίδια. Ακούω τις κραυγές τους και δεν μπορώ να μην σκεφτώ ότι αυτές οι σκηνές δεν ανήκουν σε ανθρώπινη κοινωνία.

ΔΙΑΒΑΖΩ: «Οι αστυνομικοί, που βρίσκονται αντιμέτωποι με τους πολίτες όμως, ακολουθούν εντολές. Και, εάν δεν τις ακολουθούν σωστά, τότε κάποιος θα πρέπει να τους σταματήσει. Εάν αυτές είναι οι εντολές, τότε κάποιοι άλλοι θα πρέπει να λογοδοτήσουν στην κοινωνία» (Huffpost Greece, 8.3.2021).

Σοβαρά; Εάν ακολουθούσαν σωστά τις μη σωστές εντολές, δηλαδή, απαλλάσσονται από την ευθύνη της βαναυσότητάς τους; Από τον σεξιστικό τραμπουκισμό με τον οποίο προσβάλλουν, με διαρκώς αυξανόμενη ένταση, άντρες και γυναίκες αυτής της χώρας; Από την ευθύνη για τον εξευτελισμό και τον πόνο στο οποίο υποβάλλουν φοιτητές που τόλμησαν να κάνουν πολιτική, οικογένειες που τόλμησαν να κάνουν βόλτα, πολίτες που τόλμησαν να κρίνουν την κυβερνητική πολιτική; Το έχουμε χάσει, μου φαίνεται: Η αστυνομία ΠΟΤΕ δεν έχει δικαίωμα να απειλεί, να χτυπάει, να βρίζει τους πολίτες. Ποτέ και σε καμία περίσταση! Αλλά μετά από έναν αιώνα καταστολής των δυνάμεων της εργασίας και της γνώσης, μοιάζει να το έχουμε ξεχάσει αυτό. Η αυτοδικία από τις οργανώσεις αντάρτικου πόλης είναι καταδικαστέα και ασυγχώρητη. Η αστυνομική αυθαιρεσία και οι πολύ περισσότεροι τραυματισμοί και θάνατοι που αυτή έχει προκαλέσει δικαιολογούνται, επειδή συνέβησαν κατά την εκτέλεση εντολών. Κι αν οι εντολές ήταν λάθος, θα ζητηθεί συγγνώμη και θα τιμωρηθεί ο υπεύθυνος.

Όχι παιδιά, δεν παίζεται έτσι το παιχνίδι των ευθυνών. Αν ο κάθε πολίτης χωριστά είναι υπεύθυνος για τον έλεγχο της διασποράς του ιού SARS-Cov-2, αν ο καθένας από εμάς είναι υπεύθυνος για την επιτυχή εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής ελέγχου της πανδημίας, τότε και κάθε αστυνομικός προσωπικά είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση των εντολών που λαμβάνει. Καθένας και καθεμιά έχουν ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ γι’ αυτό που κάνουν, ακόμα κι αν κάποιος άλλος τούς είπε να το κάνουν, πολύ δε περισσότερο αν τους έδωσε ένα γενικό πλαίσιο δράσης που οι ίδιοι έπρεπε να εξειδικεύσουν. Η υλοποίηση της πολιτικής πυγμής του ΥΠΠΟ μεσολαβείται από την προσωπική ευθύνη των αστυνομικών με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που η πολιτική αποτροπής της πανδημίας Covid 19 μεσολαβείται από την προσωπική ευθύνη των πολιτών. Και καλό θα ήταν να προσέχετε, γιατί όπως είδατε … έχουμε κάμερες παντού!

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 105, στις 12 Μαρτίου 2021.

Pizza effect

ΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ, καθώς ετοιμαζόμαστε να αρχίσουμε τις διακοπές μας ως μασκοφόροι τουρίστες –vigilante των Κυκλάδων–, η προσοχή μας στρέφεται διστακτικά στις μικρές απολαύσεις της ζωής. Ζεστή πίτσα, παγωμένη μπύρα – κλασικό καλοκαιρινό γεύμα. Η πίτσα δεν είναι, βέβαια, το τυπικότερο φαγητό του ελληνικού καλοκαιριού, αλλά σίγουρα είναι ένα από το αντιπροσωπευτικότερα. Τα χρώματα, η ποικιλία των υλικών, η ρουστίκ επίφαση του κτιστού φούρνου, η πολιτισμική γέφυρα με την εξίσου πολύχρωμη και μεσογειακή Ιταλία – όλα αυτά της δίνουν την ξεχωριστή της θέση στην παλέτα των καλοκαιρινών γευστικών εμπειριών. Ωστόσο, η πίτσα είναι κάτι παραπάνω – τίποτε, εξάλλου, σε αυτή τη στήλη δεν είναι μόνο αυτό που δηλώνει το όνομά του 🙂

Η πίτσα είναι ένα χαρακτηριστικό πιάτο της κουζίνας του φτωχού. Περισσεύματα φαγητών συνδυάζονται με διαθέσιμα υλικά (τυριά, αλλαντικά) και με την πάντοτε διαθέσιμη γυναικεία εργασία (ζύμη) για να δημιουργήσουν έναν γευστικό μέσο όρο που θα ικανοποιεί όλη την οικογένεια. Η πίτσα δεν είναι το μόνο δείγμα της cucina povera, ασφαλώς. Η ισπανική παέγια και τα τηγανιτά ρύζια της νοτιοανατολικής Ασίας αποτελούν παραδείγματα της ίδιας λογικής: Δεν πετάμε τίποτα· συνδυάζοντας τα περισσεύματα με φθηνή (συνήθως γυναικεία) εργασία παράγουμε ένα απογειωτικό γευστικό αποτέλεσμα που καταναλώνεται με εορταστική διάθεση από την ομήγυρη. Εξ ου και η συνύπαρξη τόσο ετερόκλητων υλικών στα συγκεκριμένα πιάτα.

Ωστόσο, η πίτσα δεν είναι ιταλική! Ιταλική είναι η φοκάτσια. Πρόκειται για ένα πλατύ ψωμί που ανοίγεται με τα χέρια έτσι ώστε να καταλάβει ολόκληρο το ταψί, πασπαλίζεται με υπολείμματα κρέατος, κρεμμύδια, δεντρολίβανο και χοντρό αλάτι και ψήνεται στον φούρνο, αφού ραντιστεί με μια γενναία δόση ελαιόλαδου. Η φοκάτσια δεν ψήνεται σε επιτηδευμένους κτιστούς φούρνους ούτε παρασκευάζεται με ακροβατικές περιστροφές της ζύμης. Ούτε μετατρέπει την ακριβή βουβαλίσια μοτσαρέλλα σε συνδετική ύλη για τα ετερογενή υλικά που, ούτως ή άλλως, θα συγκαλύψουν τη λεπτή της γεύση.

Αν δεν είναι ιταλική η πίτσα, τότε τι είναι; Είναι η εξιδανικευμένη και συγκεχυμένη ανάμνηση των Ιταλών μεταναστών των αρχών του 20ού αιώνα που νοσταλγούν τα χρώματα, τις γεύσεις και τις μυρωδιές της πατρίδας τους. Αυτή η ανάμνηση είναι που παίρνει μορφή στις βορειοαμερικάνικες πιτσαρίες, οι οποίες επινοούν την «αυθεντική» ιταλική πίτσα. Και αυτή την «αυθεντική» ιταλική πίτσα είναι που ψάχνουν οι Αμερικανοί τουρίστες –πολλοί απ’ αυτούς δεύτερης και τρίτης γενιάς Ιταλοί μετανάστες– όταν επισκέπτονται την Ιταλία. Η πίτσα «επανεισάγεται» στην Ιταλία διεκδικώντας την αυθεντικότητα και τον ιδιαίτερο τοπικό της χαρακτήρα. Αυτό είναι το pizza effect: όταν μια τοπικότητα μορφοποιεί τα πολιτισμικά προϊόντα μιας άλλης τοπικότητας σύμφωνα με τις δικές της ανάγκες, αξίες και προτεραιότητες και η άλλη τοπικότητα τα επανεισάγει ως αυθεντικά δικά της, οικειοποιούμενη με αυτόν τον τρόπο και τα πολιτισμικά πρότυπα που τα συνοδεύουν – μαθαίνοντας να βλέπει τον εαυτό της με το βλέμμα του άλλου.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 91, στις 25 Ιουλίου 2020.

image credit: Anthony Falbo, the Mona Pizza, 2002.

Φιλοξενία

ΕΧΩ ΑΝΑΡΩΤΗΘΕΙ πολλές φορές: πόσοι άνθρωποι στον κόσμο ξυπνάνε στο ίδιο μέρος που είχαν ξυπνήσει και το προηγούμενο πρωί; Μια δεδομένη μέρα, ποιοι είναι περισσότεροι, αυτοί που ξυπνάνε στο ίδιο μέρος που ξύπνησαν και την προηγούμενη ή εκείνοι που ξυπνάνε σε διαφορετικό μέρος; Δεν γνωρίζω αν υπάρχει τρόπος να απαντηθεί αυτό το ερώτημα. Οι πιο πολλοί διαισθητικά θα απαντούσαμε ότι περισσότεροι είναι αυτοί που ξυπνάνε στο ίδιο μέρος που ξύπνησαν και χτες: η προδιάθεση της μονιμότητας. Ας σκεφτούμε, όμως, δύο εμπειρικά δεδομένα. Σύμφωνα με στοιχεία των υπηρεσιών πολιτικής αεροπορίας, κάθε στιγμή βρίσκονται εν πτήσει, κατά μέσο όρο, 1.260.00 άνθρωποι. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ, το 2017, ο αριθμός των ανθρώπων που έμεναν σε άλλη χώρα από αυτή στην οποία γεννήθηκαν έφτανε τα 258 εκατομμύρια, και ένα σημαντικό ποσοστό αυτού του αριθμού ήταν μετανάστες που άλλαζαν τακτικά διαμονή. Οι αριθμοί αυτοί είναι μικροί και τείνουν να επιβεβαιώσουν τη διαίσθηση της μονιμότητας. Ωστόσο, είναι οι μεγαλύτεροι που έχουν υπάρξει ποτέ στην ιστορία και αποτελούν απλώς τα πιο έκδηλα συμπτώματα μιας διαρκώς εντεινόμενης κινητικότητας. Αν σε αυτούς προσθέσουμε τους ανθρώπους που δεν διαθέτουν μόνιμη στέγη, εκείνους που εκτοπίζονται εξαιτίας γεωλογικών και κλιματικών φαινομένων, εκείνους που μετακινούνται για αναζήτηση εργασίας κι εκείνους που αποδεσμεύονται εκούσια από τη μόνιμη διαμονή επειδή οι εργασίες τους έχουν μεταφερθεί στο υπολογιστικό νέφος και το κόστος κατοικίας στον ουρανό, τότε οι αριθμοί παύουν να είναι αμελητέοι.

Η νέα κινητικότητα έχει δύο χαρακτηριστικά που τη διαφοροποιούν από προηγούμενα φαινόμενα μαζικών μετακινήσεων. Το ένα είναι ότι οι μετακινούμενοι στην πλειονότητά τους δεν προσβλέπουν στην προοπτική άμεσης εγκατάστασης, αλλά σε μια παρατεταμένη αναζήτηση που κάποτε θα τους φέρει στον τόπο των προσδοκιών τους. Στην πορεία, οι προσδοκίες αλλάζουν, ξεχνιούνται ή ματαιώνονται και η μετακίνηση τείνει να γίνει η νέα κανονικότητα. Το άλλο χαρακτηριστικό είναι η απουσία καταφυγίων. Όπως έγραφα στο προηγούμενο σημείωμα, η μετάβαση στην Ανθρωπόκαινο σηματοδοτεί την επιθετική ισοπέδωση των μνημονικών θυλάκων που επέτρεπαν τη δοκιμή εναλλακτικών σεναρίων βιολογικής και κοινωνικής προσαρμογής. Οι μετακινούμενοι δεν μπορούν ούτε να επιστρέψουν στην εστία ούτε να επανεκκινήσουν την αναζήτησή τους. Μετατρέπονται σε νομάδες.

Πώς θα αντισταθούμε σε αυτή την απώλεια ερεισμάτων; Με το να γαντζωθούμε από τις απειλούμενες ταυτότητες και τοπικότητές μας; Αυτό θα ήταν μοιραίο λάθος, έγραφε ο Pierre Lévy το 1995. Οφείλουμε μάλλον να προσπαθήσουμε να δώσουμε νόημα σε αυτή τη δυνητικοποίηση της ύπαρξης επινοώντας μια νέα τέχνη της φιλοξενίας. Η πιο υψηλή ηθική των αρχαίων νομάδων πρέπει τώρα, την εποχή της μεγάλης αποτοπικοποίησης, να γίνει η νέα αισθητική, η ίδια η ουσία της δημιουργικότητας. Η τέχνη που θα υποδεχτεί και θα αναδείξει τις πολιτικές μορφές ενός κόσμου που αναθεωρεί εκ βάθρων τις βεβαιότητές του.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 76, στις 7 Δεκεμβρίου 2019