Σουρινάμ

ΤΟ ΣΟΥΡΙΝΑΜ είναι μια μικρή χώρα της Νότιας Αμερικής, στριμωγμένη ανάμεσα στη Βενεζουέλα και τη Βραζιλία, μαζί με τις δύο Γουιάνες (τη Γαλλική και την πρώην Βρετανική). Στις αρχές του 1773 έφτασε εκεί ένα στρατιωτικό σώμα από την Ολλανδία για να βοηθήσει τα τοπικά στρατεύματα να καταπνίξουν την εξέγερση των «νέγρων». Η ολλανδική παρουσία στο Σουρινάμ είχε ως αποτέλεσμα την σχεδόν ολοκληρωτική εξαφάνιση των τοπικών πληθυσμών. Τη θέση τους είχαν πάρει σκλάβοι και σκλάβες από την Αφρική που χρησιμοποιούνταν στην εξαιρετικά αποδοτική και εξίσου απαιτητική βιομηχανία ζάχαρης. Ο John Gabriel Stedman συμμετείχε με τον βαθμό του λοχαγού στις επιχειρήσεις καταστολής, οι οποίες εξαπλώθηκαν σε όλη την επικράτεια, καθώς οι εξεγερμένοι σκλάβοι υιοθέτησαν την τακτική του ανταρτοπόλεμου.

Η φύση εντυπωσίασε τον νεαρό Τζον. Η ομορφιά και ο εξωτισμός της άγνωστης χώρας τον παρακίνησαν να αρχίσει να κρατάει ημερολόγιο. Τον εντυπωσίασε, όμως, και η ανθρώπινη φύση. Τα μαρτύρια στα οποία υπέβαλαν οι συνάδελφοί του τους σκλάβους και η απόγνωση των ίδιων των σκλάβων ωχριούσαν μπροστά σε οτιδήποτε είχε αντικρίσει μέχρι τότε. Οι σημειώσεις του αποτελούν μια από τις πιο εύγλωττες μαρτυρίες της βαναυσότητας της αποικιοκρατίας. Η αλήθεια είναι ότι οι εμπειρίες του δεν τον μετέτρεψαν σε υπέρμαχο της κατάργησης της δουλείας. Η στάση του στο συγκεκριμένο ζήτημα είναι περίπλοκη και αντιφατική. Δεν υπάρχει αμφιβολία, όμως, ότι τον ευαισθητοποίησαν. Αποτέλεσμα αυτής της ευαισθητοποίησης ήταν η έκδοση των σημειώσεών του υπό μορφή βιβλίου. Η Αφήγηση της πενταετούς εξόρμησης για την καταστολή των εξεγερμένων νέγρων του Σουρινάμ (1796) έγινε ένα από τα δημοφιλέστερα αναγνώσματα μεταξύ των abolitionists. Και η αφορμή για τη συνάντησή του με έναν από τους πιο θαρραλέους υποστηρικτές του κινήματος, τον William Blake.

Ο Blake, που με την εικονογράφηση του βιβλίου συνέβαλε στην ανάδειξη του αντιαποικιοκρατικού μήνυματός του, ήταν αντιδιαφωτιστής. Επίσης, ήταν κι ο ίδιος μια αντιφατική προσωπικότητα, εμφορούμενος από μυστικιστικές πεποιθήσεις και οραματιζόμενος τοπία και σχέσεις που αργότερα αποτέλεσαν εμβλήματα του Ρομαντισμού. Κυρίως, όμως, δεν έχανε ευκαιρία να υπερασπίζεται το αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα όλων στην ελευθερία και να εκφράζει την επιφυλακτικότητά του ως προς τη δυνατότητα του Διαφωτισμού να εγγυηθεί αυτή την προοπτική. «Οι φυλακές είναι χτισμένες με τις πέτρες του νόμου», έγραφε. Σήμερα γνωρίζουμε ότι, πράγματι, οι εκπρόσωποι της Δημοκρατίας των Γραμμάτων ποτέ δεν πήραν ξεκάθαρη θέση ενάντια στον θεσμό της δουλείας. H εργαλειακότητα του Λόγου πάντα τους μπέρδευε. Και η ιδέα να αντλήσουν επιχειρήματα απευθείας από τον κόσμο των αξιών έμοιαζε αφόρητα ιδεαλιστική. Ούτε, όμως, η θεμελίωση των αξιών στον Λόγο αποτέλεσε ασφαλή βάση για την οικοδόμηση της ελεύθερης Πολιτείας. Η Ευρώπη του Διαφωτισμού δεν υπήρξε ποτέ. Αυτή που υπήρξε πραγματικά είναι η Ευρώπη της αποικιοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 66, στις 15 Ιουνίου 2019.

Image crediT: Εικονα του william blake απο το βιβλιο του John Gabriel Stedman, The Narrative of a Five Years Expedition against the Revolted Negroes of Surinam.

Φανταστικοί χάρτες 2.0

ΣΚΗΝΗ πρώτη. Βαδίζω με το κινητό στο χέρι. Στην οθόνη παρακολουθώ το ίχνος της διαδρομής μου. Φτάνω σε ένα άχρωμο τοπίο, ένα παλιό λατομείο με σκουριασμένα μηχανήματα και μεγάλες λακκούβες γεμάτες βρώμικα νερά. Το σύστημα γεωεντοπισμού κοκκινίζει τις συντεταγμένες. Ανοίγω τον περιηγητή και συνδέομαι σε μια ιστοσελίδα. Στην οθόνη βλέπω το τοπίο να μεταμορφώνεται. Βρίσκομαι σε έναν άλλο τόπο και σε άλλο χρόνο. Γύρω μου υπάρχει μια πόλη που σφύζει από ζωή. Στέκομαι αόρατος μέσα στο πλήθος. Παρ’ όλα αυτά, ο ηχοτοπίο πλημμυρίζει τις αισθήσεις μου μεταβιβάζοντάς μου θραύσματα εμπειριών. Η φωνή της αφηγήτριας με καθοδηγεί στις επιλογές μου και είναι πρόθυμη να μου δώσει λεπτομέρειες για όποια πτυχή της καθημερινής ζωής επιλέξω από το μενού. Δεν είμαι ούτε εδώ ούτε εκεί. Η εμπειρία του παρελθόντος χρόνου δεν είναι πλήρης, αφού περιορίζομαι στον ρόλο του παρατηρητή, αλλά η γνώση μου γι’ αυτόν υπερβαίνει τη γνώση όσων τον έζησαν πραγματικά. Η εμπειρία του παρόντος δεν είναι πλήρης, αφού απέχω από την αλληλεπίδραση με το περιβάλλον μου, αλλά ολοκληρώνεται με το βίωμα μιας χρονικότητας που δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή με την απλή εποπτεία του φυσικού τοπίου. Έχω εισέλθει στον ψηφιακό χώρο.

ΣΚΗΝΗ δεύτερη. Επισκέπτομαι το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Στρίβω σε μια εσοχή και στέκομαι μπροστά σε μια καλλιτεχνική σύνθεση. Το σύστημα γεωεντοπισμού κοκκινίζει τις συντεταγμένες στην οθόνη του κινητού μου και ανοίγω τον περιηγητή. Βρίσκομαι στο εργαστήριο του καλλιτέχνη και τον ακούω να περιγράφει τη δουλειά του όσο ετοιμάζει ένα γλυπτό. Ακολουθώ τη διανομή των έργων του και βλέπω τις συνθέσεις του εγκατεστημένες σε διάφορα μουσεία ανά τον κόσμο. Με λίγες κινήσεις φτιάχνω έναν ψηφιακό εκθεσιακό χώρο που περιλαμβάνει τα έργα της επιλογής μου και εκτείνεται πέρα από τα συμβατικά γεωγραφικά πλαίσια καθενός από αυτά. Το «φυσικό» έκθεμα που βρίσκεται μπροστά μου αποτελεί μέρος αυτής της υβριδικής επικράτειας και αυτομάτως αρχίζει να μιλάει μια γλώσσα διαφορετική από εκείνη των μοναχικών εκθεμάτων.

Όλα αυτά θα μπορούσαν, σε κάποιο βαθμό, να γίνουν με ένα καλό βιβλίο ή με έναν καλό κατάλογο έκθεσης. Όμως, η αλήθεια είναι ότι η αμεσότητα και το εύρος της ψηφιακής εμπειρίας δεν μπορούν να συγκριθούν. Ας φανταστούμε έναν χώρο διάστικτο από τέτοιες «πύλες εισόδου». Η αρχαία αγορά και το εργαστήριο του καλλιτέχνη δεν μπορούν να προσπελαστούν απ’ οπουδήποτε, αλλά μόνο όταν βρεθούμε στο εγκαταλελειμένο λατομείο ή μπροστά στο συγκεκριμένο έκθεμα. Μόνο εκεί ενεργοποιείται η δυνατότητα που μας επιτρέπει να συνδυάσουμε την αμεσότητα του βιώματος με την ψηφιακή εμπειρία. Με αυτό τον τρόπο ο «φυσικός» χώρος γίνεται μέρος μιας υβριδικής διάταξης, όπου η έννοια της χρονικότητας και της τοπικότητας επανασημασιοδοτούνται προσφέροντας στα υποκείμενα εμπειρίες χωρίς ιστορικό προηγούμενο.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 14, την 1.4.2017.

Φανταστικοί Χάρτες 1.0

ΑΣ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΟΥΜΕ να φανταστούμε έναν διαφορετικό χάρτη του κόσμου. Στη συνήθη αναπαράσταση κάθε χώρα συνορεύει με άλλες χώρες και κάθε ήπειρος κατέχει μια συγκεκριμένη θέση στην τοπο-γραφική αναπαράσταση του κόσμου. Σε αυτή τη διάταξη στηρίζεται η εκτίμηση του «κοντά» και του «μακριά». Κοντά είναι αυτό που βρίσκεται δίπλα, μακριά είναι αυτό που για να το φτάσουμε πρέπει να χαράξουμε μεγαλύτερη γραμμή στον χάρτη. Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, να αντιστρέψουμε αυτή τη σχέση: να φτιάξουμε ένα χάρτη του κόσμου ξεκινώντας από το «κοντά» και το «μακριά» και μετατρέποντας την τοπο-γραφία σε συνάρτηση της εγγύτητας.

Εγώ ο κάτοικος της Αθήνας βρίσκομαι πλησιέστερα στην Ηγουμενίτσα ή στη Ρώμη; Στα Τίρανα ή στο Ντουμπάι; Στη Μινόρκα ή στην Ουάσιγκτον; Στη Σάμο ή στην Κωνσταντινούπολη; Η απάντηση σε αυτές τις ερωτήσεις δεν είναι καθόλου εύκολη και μάλιστα τείνει να τοποθετήσει την κατάφαση στο δεύτερο μέλος της διάζευξης. Από την άποψη της ευκολίας πρόσβασης και ανάλογα με το μέρος του κόσμου όπου κατοικώ, συχνά βρίσκομαι πλησιέστερα σε περιοχές που είναι γεωγραφικά απομακρυσμένες, ενώ βρίσκομαι μακριά από περιοχές γεωγραφικά εγγύτερες. Αν θέλουμε να κάνουμε το σχήμα πιο περίπλοκο, θα προσθέσουμε και την παράμετρο της επικοινωνίας. Συμμετέχω τακτικά σε μια ψηφιακή τάξη που εκμηδενίζει τις αποστάσεις ανάμεσα σε πέντε διαφορετικές πόλεις του κόσμου και παρακολουθώ το εκπληκτικό Phone Home, στο θέατρο Σφενδόνη μπροστά σε μια σκηνή που  εκτείνεται από την Αθήνα στο Μόναχο και το Λονδίνο.

Είναι ίσως η πρώτη φορά στην ιστορία που η αναπαράσταση της απόστασης και της εγγύτητας αποκλίνουν τόσο πολύ. Ο χάρτης του κόσμου είναι διαφορετικός και είναι ήδη εν χρήσει. Τα στατικά σύνορα και οι χαραγμένες διαδρομές παραχωρούν τη θέση τους σε δίκτυα κατά μήκος των οποίων άνθρωποι, ιδέες και αντικείμενα κινούνται με διαφορετικές ταχύτητες – ασύγχρονες ροές που δημιουργούν πολιτιστικές εντάσεις στα σημεία άφιξης. Αυτό εν μέρει το γνωρίζαμε από την εποχή της αποικιοκρατίας. Το νέο στοιχείο είναι ότι, χάρη στις εξελίξεις στις τεχνολογίες επικοινωνιών και συγκοινωνιών, τα δίκτυα προκαλούν πλέον «καμπυλώσεις» του χώρου. Τόποι που είναι ξένοι μεταξύ τους συνδέονται μέσω ιδιόμορφων διαύλων. Το Λονδίνο είναι δίπλα στην Καμπούλ, το Τορίνο δίπλα στο Χαρτούμ και η Στοκχόλμη δίπλα στη Δαμασκό. Μέσω αυτών των διαύλων μπορεί κανείς να βρεθεί από τη μια στιγμή στην άλλη στον τόπο της επιθυμίας του ή στην Γη της Επαγγελίας. Αρκεί να μπορεί να διασχίσει τη «σκουληκότρυπα» που συνδέει τα ασύμβατα σύμπαντα των πλούσιων και των φτωχών, του βορρά και του νότου του πρώτου και του τρίτου κόσμου. Αρκεί να μπορεί να πληρώσει το κόστος. Παλιά έλεγαν ότι τα σύνορα γράφονταν με αίμα. Με πόσους θανάτους είναι διάστικτα σήμερα τα δίκτυα;

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 5, στις 19.11.2016.