Στρωματογραφία

ΣΥΜΦΩΝΑ με τον ιστορικό και φιλόσοφο της επιστήμης Thomas Kuhn, η μετάβαση από μια επιστημονική θεώρηση του κόσμου σε μια άλλη (ας πούμε από τη νευτώνεια φυσική στη θεωρία της σχετικότητας) χαρακτηρίζεται από τη ριζική αλλαγή του εννοιολογικού πλαισίου της αντίστοιχης επιστήμης. Συνήθως οι όροι παραμένουν ίδιοι, το εννοιολογικό τους φορτίο όμως είναι τελείως διαφορετικό. Η μάζα της νευτώνειας φυσικής, που είναι ένα σταθερό μέγεθος, δεν έχει καμία σχέση με τη μάζα της σχετικιστικής φυσικής, που είναι συνάρτηση της ταχύτητας.

Όσο πιο πολύ εδραιώνεται η νέα θεώρηση του κόσμου, τόσο πιο αυτονόητη και καθολικά αποδεκτή γίνεται η νέα σημασιολογική φόρτιση κάθε όρου: πάντα αυτό εννοούσαμε, αλλά δεν το ξέραμε ή δεν διαθέταμε τα απαραίτητα μέσα για να κατανοήσουμε όλες τις διαστάσεις του θέματος. Η αλήθεια όμως είναι ότι δεν εννοούσαμε πάντοτε το ίδιο πράγμα. Κάθε όρος είναι ένα γεωλογικό φαινόμενο, το οποίο έχει προέλθει από τις αποθέσεις, τους μετασχηματισμούς και τις αναστρωματώσεις που έχουν λάβει χώρα στη διάρκεια της ιστορίας. Οι σημασίες επικάθονται η μία στην άλλη, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι συγχωνεύονται ή ότι οι προγενέστερες ακυρώνονται από τις μεταγενέστερες. Προγενέστερες έννοιες είναι παρούσες σε όλες τις μεταγενέστερες εμφανίσεις ενός όρου και, μολονότι μπορεί να αποσύρονται από το προσκήνιο, δημιουργούν ένα υπόστρωμα που επηρεάζει τη χροιά εκφοράς και τις δυνατότητες χρήσης του όρου.

Μάλιστα, δεν πρόκειται για απλή, γραμμική διαστρωμάτωση. Κάθε εποχή, συγκεκριμένοι όροι χρησιμοποιούνται με διαφορετικούς τρόπους σε διαφορετικές σφαίρες της κοινωνικής ζωής. Πρόκειται, δηλαδή, περισσότερο για δίκτυα σημασιών, παρά για σύμβολα που αντιστοιχούν σε διακριτά αντικείμενα. Συνεπώς, οι όροι χαρακτηρίζονται από πολυσημία όχι μόνο στη διαχρονία, αλλά και στη συγχρονία. Και αυτή η πολυσημία τούς συνοδεύει και κατά την υιοθέτησή τους από την επιστήμη. Διαστρωμάτωση μέσα στη διαστρωμάτωση.

Όταν η χρήση κάποιων επιστημονικών όρων αρχίσει να γίνεται προβληματική, επειδή δεν αντιστοιχούν όπως προβλέπεται στα φαινόμενα, τότε επερωτάται το εννοιολογικό τους περιεχόμενο και ενεργοποιείται μια διαδικασία γεωλογικών ανακατατάξεων. Οι σημασιολογικές ρωγμές αποκαλύπτουν τα βαθύτερα στρώματα και δυνάμεις που παρέμειναν επί μακρόν ανενεργές σπρώχνουν προς την επιφάνεια σημασίες που είχαν καλυφθεί εν τω μεταξύ από άλλες: Όλα γίνονται και πάλι παρόν. Οι κοινωνικές δυνάμεις που κατά καιρούς έπαιξαν ρόλο στη διαμόρφωση του εννοιολογικού περιεχομένου των όρων ξαναδιεκδικούν τη θέση τους στο πεδίο της γνώσης. Το παρελθόν δεν είναι ποτέ τελεσίδικο και μολονότι η επιστήμη θέλει να δίνει την εντύπωση της γραμμικής και ανεμπόδιστης προόδου, δεν μπορεί να αποφύγει τη διαρκή αναμέτρηση με ό,τι σημάδεψε την πορεία της.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 21, στις 8.7.2017.

Image credit: Athanasius Kircher, Mundus subterraneus (1665).

Οι κίνδυνοι της τεχνολογίας

ΔΙΑΒΑΖΩ το κείμενο που δόθηκε στους μαθητές των Γενικών Λυκείων για τις πανελλήνιες εξετάσεις στο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας. Δεν γνωρίζω πόσο πιστό είναι στον λόγο που εκφώνησε ο γιατρός Γρηγόρης Σκαλκέας στην Ακαδημία Αθηνών. Είναι όμως ένα συγκεχυμένο κείμενο, το οποίο μεταδίδει κάποια πολύ συζητήσιμα μηνύματα. Προφανώς, πρόθεση του κ. Σκαλκέα δεν ήταν να απευθυνθεί στους μαθητές της τρίτης λυκείου, αλλά σίγουρα αυτή ήταν η πρόθεση εκείνων που επέλεξαν το κείμενο για τις εξετάσεις. Αντιγράφω κάποιες κομβικές φράσεις.

«Η επιστήμη, ως αέναος αγώνας του ανθρώπου για την κατάκτηση της γνώσης». Όχι, η επιστήμη δεν είναι αέναη, είναι δημιούργημα του 19ου αιώνα. Και δεν ταυτίζεται με τον αγώνα του ανθρώπου για την κατάκτηση της γνώσης. Είναι ένας μόνο από τους τρόπους που επινόησε ο άνθρωπος (και μάλιστα ο δυτικός άνθρωπος) για να συνδιαλεχθεί γνωστικά με τον κόσμο.

«Η επιστήμη παραμένει προσηλωμένη στη […] βαθιά κατάκτηση της γνώσης, ενώ η τεχνολογία έχει ως επιδίωξη την αξιοποίηση της επιστημονικής γνώσης για την υπηρέτηση των […] πρακτικών αναγκών του ανθρώπου.» Πολύς κόσμος το πιστεύει αυτό. Είναι όμως λάθος. Η τεχνολογία δεν είναι εφαρμοσμένη επιστήμη. Μολονότι υπάρχει σημαντική αλληλεπίδραση ανάμεσα στις δύο ανθρώπινες δραστηριότητες, η δεύτερη δεν εξαρτάται από την πρώτη. Εξίσου αν όχι περισσότερο συζητήσιμη είναι η θέση που υποστηρίζεται σε διάφορα σημεία του κειμένου ότι η επιστήμη είναι προσηλωμένη σε υψηλά ιδανικά ενώ η τεχνολογία σε τετριμμένες καθημερινές ανάγκες: ότι ανάμεσα σε επιστήμη και τεχνολογία, δηλαδή, υπάρχει διαφορά γνωσιολογικού και ηθικού κύρους.

«Τα ευγενή ιδεώδη του ανθρωπισμού διασύρθηκαν και υπονομεύθηκαν στις μέρες μας». Αυτό έγινε επειδή η τεχνολογία βελτίωσε σημαντικά τις συνθήκες της ζωής μας, αλλά δεν βοήθησε τον άνθρωπο να γίνει «περισσότερο άνθρωπος», ισχυρίζεται το κείμενο. Το ζήτημα είναι πολύ σύνθετο για να το συνοψίσουμε με αυτό τον τρόπο (εφόσον βεβαίως δεν θέλουμε να παραπέμψουμε τους μαθητές στη Διαλεκτική του Διαφωτισμού). Η σχέση εξωτερικότητας, που υπονοείται, της τεχνολογίας προς μια εξιδανικευμένη ανθρώπινη φύση και η αναφορά στους κινδύνους που ελλοχεύουν από την ανεξέλεκτη παρείσφρηση της πρώτης στη δεύτερη στέλνουν ένα λαϊκίστικο (ναι, λαϊκίστικο) τεχνοφοβικό μήνυμα που θυμίζει την «εκτός ελέγχου τεχνολογία» της πρώτης κρίσης της νεωτερικότητας.

Γιατί τέτοια πρεμούρα για το θέμα της έκθεσης; Γιατί όλα αυτά είναι ζητήματα για τα οποία υπάρχει έγκυρος ακαδημαϊκός λόγος. Η Ιστορία, η Φιλοσοφία και η Κοινωνιολογία των Επιστημών και της Τεχνολογίας αποτελούν πεδία έρευνας που έχουν μετατοπίσει τη συζήτηση πολύ πέρα από τις τετριμμένες διαπιστώσεις του καθημερινού λόγου. Και όπως δεν θα έβαζε η εξεταστική επιτροπή ένα λάθος θέμα στη Φυσική, έτσι δεν θα έπρεπε να επιλέξει ένα κείμενο για το μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας, το οποίο περιέχει αστήρικτες απόψεις. Και αν δεν ήξεραν ας ρώταγαν: ο υπουργός Παιδείας από αυτόν τον ακαδημαϊκό κλάδο προέρχεται!

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 20, στις 24.6.2017.

Image credit: Salvador Dalí , Φθινοπωρινος Κανιβαλισμος, 1936.

Δυστοπίες

ΤΑ ΣΕΝΑΡΙΑ των περισσότερων ταινιών επιστημονικής φαντασίας περιγράφουν ένα δυστοπικό μέλλον, όπου μια ομάδα ανθρώπων προσπαθεί να διασφαλίσει την επιβίωση του ανθρώπινου πολιτισμού απέναντι σε μια εχθρική απειλή. Όλο και συχνότερα αυτή η απειλή προέρχεται από τον ίδιο τον άνθρωπο και τη δυνατότητά του να επιδράσει σε πλανητική κλίμακα. Τα μέσα με τα οποία τον εξοπλίζει η τεχνολογία είναι τέτοια που, για πρώτη φορά στην ιστορία, τού επιτρέπουν να επιφέρει αλλαγές γεωλογικής κλίμακας. Ως εκ τούτου, ζούμε καθημερινά με τον φόβο της επικείμενης καταστροφής.

Δεν είναι η πρώτη φορά που εμφανίζεται αυτός ο φόβος στην ιστορία του δυτικού πολιτισμού. Το φαινόμενο έχει πάρει το όνομα fin de siècle, εξαιτίας του γεγονότος ότι εμφανιζόταν συστηματικά στο γύρισμα των αιώνων με τη μορφή μαζικού ψυχωσικού φόβου για το επικείμενο τέλος του κόσμου. Η χιλιαστική παράδοση του Χριστιανισμού, αλλά και του Ισλάμ αποτελούν το υπόβαθρο αυτού του φόβου, πάντοτε σε συνδυασμό με μεγάλες κοινωνικές και πολιτισμικές ανακατατάξεις. Η τελευταία μεγάλη εκδήλωση αυτού του φαινομένου ήταν στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν η μαζική τεχνοφοβία έδωσε ώθηση στην ανάδυση ανορθολογικών αντιλήψεων για τη φύση και τον άνθρωπο, αλλά και νέων μορφών καλλιτεχνικής έκφρασης και φιλοσοφικού στοχασμού. Η λεγόμενη πρώτη κρίση της νεωτερικότητας γέννησε πολιτισμό, αλλά και τέρατα.

Η διαφορά στις μέρες μας είναι ότι αυτός ο φόβος μοιάζει να εγκαθίσταται στην καθημερινότητα ως συστατικό στοιχείο του τεχνοεπιστημονικού πολιτισμού. Η αλήθεια είναι ότι και πάλι η κορύφωση συμπίπτει με το γύρισμα του αιώνα, αλλά η κλιμάκωση άρχισε από πολύ νωρίς (από τη δεκαετία του 1960) και δεν δείχνει σημάδια υποχώρησης. Αντίθετα, καλλιεργεί μια μόνιμη αίσθηση μηδαμινότητας στο ατομικό επίπεδο και τη θετικιστική κατάφαση του αναπόδραστου στο πολιτικό επίπεδο. Εξού και η αποτύπωσή της στα κάθε είδους σενάρια δυστοπιών: «Όλα είναι ανώφελα, αν ο τόπος της τελικής άφιξης δεν μπορεί παρά να είναι η κολασμένη πόλη, κι είναι εκεί που μας τραβάει το ρεύμα, με κύκλους που όλο και στενεύουν», είπε ο Κουμπλάι Χαν. Και ο Μάρκο Πόλο απάντησε: «Η κόλαση των ζωντανών δε είναι κάτι που θα υπάρξει· αν υπάρχει μία, είναι αυτή που βρίσκεται ήδη εδώ, η κόλαση που κατοικούμε κάθε μέρα, που φτιάχνουμε με το να ζούμε μαζί. Δυο τρόποι υπάρχουν για να γλυτώσεις από το μαρτύριό της. Ο πρώτος είναι εύκολος σε πολλούς: δέξου την κόλαση και γίνε μέρος της έτσι που να μην τη βλέπεις πια. Ο δεύτερος είναι επικίνδυνος και απαιτεί συνεχή επαγρύπνηση και γνώση: ψάξε και μάθε ν’ αναγνωρίζεις ποιος και τι, στη μέση της κόλασης, δεν είναι κόλαση, κι αυτά κάνε να διαρκέσουν, δώσ’ τους χώρο» (Ί. Καλβίνο, Αόρατες Πόλεις, μετάφραση Ε. Γ. Ασλανίδης και Σ. Καπογιαννοπούλου).

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 19, στις 10.6.2017.