Απουσία

Η ΦΑΙΔΡΑ αγαπούσε τα κόμικς. Αγαπούσε και τη ζωγραφική. Τελικά ασχολήθηκε με την ιστορία της επιστήμης. Για ένα παιδί που αριστεύει σε όλα, αυτές οι αλλαγές δεν είναι περίεργες. Η Φαίδρα, όμως, είχε κάτι ξεχωριστό. Σε καθετί που αφοσιωνόταν έδινε μια ξεχωριστή πνοή, που την αντλούσε από την ίδια της την αίσθηση για τη ζωή: μια ευαισθησία και ένα βάθος που μεταμόρφωναν την εικόνα μας για τον κόσμο˙ μια κατάφαση και μια αποδοχή που κινητοποιούσαν τους ανθρώπους˙ μια ηρεμία και μια απλότητα που διαπερνούσαν όλα τα εμπόδια. Πορεύτηκε στη ζωή της με αυτά τα χαρίσματα και τα μοιράστηκε μαζί μας. Τη χάσαμε στα 38 της, πριν από έναν ακριβώς χρόνο.

Κοιτάζω γύρω μου –τα πρόσωπα των φίλων και των συναδέλφων της– και έχω μια περίεργη αίσθηση: Είναι δύσκολο να την πενθήσουμε. Πώς να πενθήσεις έναν άνθρωπο που ομόρφυνε τη ζωή; Που η ανάμνησή της είναι πιο ζωντανή από την παρακμάζουσα καθημερινότητά μας; Έγινε συνάδελφός μας στο τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης του ΕΚΠΑ σε πολύ νεαρή ηλικία. Τη γνωρίζαμε όμως ήδη, γιατί υπήρξε και φοιτήτρια του τμήματος. Όταν επέστρεψε στο ΜΙΘΕ, μετά τη μακρά παραμονή της στην Αγγλία και τη Γαλλία, μοιράστηκε αμέσως τις αναζητήσεις μιας ομάδας ανθρώπων που προσπαθούσαν να διαμορφώσουν μια αντίληψη για την επιστήμη και την τεχνολογία που θα υπερβαίνει τα εσκαμμένα. Και τις μοιράστηκε με τη θετική διάθεση του νέου ανθρώπου που έχει τη γνώση και τη δύναμη να καταλύσει συμβατικές αναπαραστάσεις και διακρίσεις. Έγραψε και δίδαξε για πολλά θέματα. Για την Επιστημονική Επανάσταση («που δεν υπήρξε ποτέ», όπως της άρεσε να λέει), για την ιστορία του τεχνητού ψύχους, για τις σχέσεις φύλου και επιστήμης, για τις επιστήμες και την τεχνολογία σε μια Ευρώπη που δεν υπήρξε ποτέ τίποτα παραπάνω από ένα σύνολο ετερογενών τοπικοτήτων.

Οι φοιτητές και οι φοιτήτριές της, τόσο στο ΜΙΘΕ όσο και στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, την αγαπούσαν. Διέβλεπαν στην παρουσία της την έγνοια και την κατανόηση ενός κοντινού ανθρώπου που χαιρόταν με τις επιτυχίες τους και τους υποστήριζε στις δυσκολίες τους. Τα δύσκολα χρόνια που ταλαιπωρήθηκε με τα προβλήματα της υγείας της αγωνιζόταν να μην εγκαταλείψει τα διδακτικά της καθήκοντα και επέπληττε όσους την αντικαθιστούσαμε περιστασιακά, όταν διαπίστωνε ότι γινόμασταν αυστηροί, διαταράσσοντας την εκπαιδευτική σχέση που είχε εγκαθιδρύσει η ίδια με τους φοιτητές της.

Η Φαίδρα Παπανελοπούλου έκανε ένα εκπληκτικό ταξίδι και είμαστε ευγνώμονες όσες και όσοι συμπορευτήκαμε μαζί της. Νομίζω ότι θα της άρεσε να τη θυμόμαστε σαν φιγούρα σε μια ιστορία που μιλάει για την ανοιχτή θάλασσα, την αίσθηση του πρωινού ανέμου στο πρόσωπο και το καθαρό βλέμμα που αγκαλιάζει τους ορίζοντες ενός διαρκώς νεογέννητου κόσμου.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 11, στις 11.2.2017.

Image Credit: Man Ray, Dora Maar, 1936

Μέτρηση

Η ΗΘΙΚΗ της επιστήμης θεμελιώνεται στην αντικειμενικότητα και η αντικειμενικότητα στη μέτρηση. Δεν είναι τόσο απλό, αλλά «στο τέλος της ημέρας», όπως συνηθίζουμε να λέμε τελευταία, έτσι είναι. Η αποβολή από την επιστημονική πρακτική της υποκειμενικότητας, άρα και της ενδεχόμενης προσωπικής ιδιοτέλειας αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση μιας ηθικά ακέραιης επιστήμης. Και ο καλύτερος τρόπος για να γίνει αυτό είναι να εμπιστευθούμε τους αριθμούς. Οι αριθμοί είναι ψυχροί, αδιάφοροι, και γι’ αυτό εγγενώς ηθικοί.

Η μετατροπή της πραγματικότητας σε αριθμούς, ωστόσο, δεν είναι μια τετριμμένη διαδικασία. Η μέτρηση είναι πολύ περισσότερα πράγματα από τη σύγκριση ενός μεγέθους με ένα άλλο. Έχει προϋποθέσεις που δεν τις σκεφτόμαστε: Ένα μέγεθος που χρησιμοποιείται ως κοινό μέτρο σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης· μια δεξιότητα που είναι επίσης κοινή σε όσους πραγματοποιούν μετρήσεις και περιορίζει δραστικά τα περιθώρια των προσωπικών επιλογών· κι ακόμα, τη μεταφυσική παραδοχή ότι ο κόσμος είναι σταθερός και η τιμή που παίρνουμε από τη μέτρηση ενός μεγέθους δεν επηρεάζεται από τις «διαθέσεις» αυτού που μετράμε.

Το ενδιαφέρον είναι ότι καμία από αυτές τις προϋποθέσεις δεν θεμελιώνεται στην ίδια την επιστήμη. Για τη μεταφυσική παραδοχή της σταθερότητας και της συνέχειας της ύπαρξης αυτό είναι προφανές: πρέπει να προσφύγουμε στον φιλοσοφικό στοχασμό. Όμως εκεί θα συναντήσουμε, ας πούμε, τον σκεπτικισμό του Χιουμ, που συνδέει αυτές τις αντιλήψεις με τις προσδοκίες του υποκειμένου και όχι με τον κόσμο: η μέτρηση δεν αποτυπώνει τη φύση όπως είναι, αλλά προβάλλει σε αυτή ένα ιδεώδες κανονικότητας, για το οποίο δεν διαθέτουμε καμία βεβαιότητα. Τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι λίγο καλύτερα σε σχέση με τις μονάδες και τις διαδικασίες της μέτρησης. Όμως οι ιστορικοί των επιστημών έχουν φέρει στο φως πολλές περιπτώσεις συγκρούσεων μέσω των οποίων οι διάφορες τοπικές μονάδες παραχώρησαν τη θέση τους σε «έγκυρες» διεθνείς μονάδες και η τεχνογνωσία των τοπικών ειδημόνων αντικαταστάθηκε από «αδιάβλητες» διαδικασίες μέτρησης. Οι συγκρούσεις αυτές δεν είναι επιστημονικές, αλλά πρωτίστως πολιτικές και πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της αποικιοκρατίας και της ιμπεριαλιστικής επέκτασης του κεφαλαίου. Χωρίς κοινές μονάδες μέτρησης και χωρίς την περιθωριοποίηση των τοπικών ειδημόνων δεν μπορεί να εδραιωθεί ο έλεγχος πάνω στις συναλλαγές και ένα κοινό ήθος εμπορίου.

Η μέτρηση ήταν και παραμένει μια διαδικασία συναλλαγής με τον φυσικό κόσμο. Ο στόχος της είναι να δώσει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να ανα-μετρηθεί με την αταξία και την τυχαιότητα που τον περιβάλλει. Αυτό όμως δεν τη θωρακίζει απέναντι στους περιορισμούς, τις αντιφάσεις και τους ανταγωνισμούς της ίδιας της ανθρώπινης κατάστασης. Και, υπό αυτή την έννοια, είναι αμφίβολο αν μπορεί να εγγυηθεί την ηθική ακεραιότητα της επιστημονικής γνώσης.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 10, στις 28.1.2017.

IMAGE CREDIT: Gregor Reisch, Margarita philosophica (1503).

Ενέργεια

Η ενέργεια, αντίθετα απ’ ό,τι θα πίστευε κανείς, είναι πολύ πρόσφατη ανακάλυψη. Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα οι περισσότερες από τις φυσικές εκδηλώσεις που σήμερα συνδέονται με την έννοια της ενέργειας συνδέονταν κατά κύριο λόγο με τη δύναμη, και μάλιστα με μια πολύ χαλαρή εκδοχή του όρου: η μηχανική ώση, η δύναμη που «έχει» ένα κινούμενο σώμα, η δύναμη της θερμότητας, η δύναμη του ηλεκτρισμού, το φως κ.λπ. Γύρω στα μέσα του αιώνα, οι φυσικοί αρχίζουν να διατυπώνουν ο ένας μετά τον άλλο την αρχή διατήρησης μιας οντότητας που μπορεί να παίρνει διάφορες μορφές και μέσω των μετασχηματισμών της ζωογονεί τη φύση. Το δεύτερο μισό του αιώνα αφιερώθηκε στη διαμάχη γύρω από τη φύση της οντότητας που «ανακαλύφθηκε»: Τι είναι ενέργεια; Είναι ένα αβαρές ρευστό, μια διάσταση του θείου σχεδίου της Δημιουργίας ή μια μαθηματική αφαίρεση, που συμπυκνώνει τη δυναμική της αλλαγής στη φύση;

Όπως συμβαίνει τις περισσότερες φορές, η απάντηση δεν δόθηκε ποτέ. Η φυσική, αντίθετα από ό,τι αφήνει να εννοείται, ποτέ δεν τα πήγαινε καλά με ερωτήματα οντολογίας. Αυτό που έγινε, όμως, είναι ότι επανιδρύθηκε η φυσική: η επιστήμη που γνωρίζουμε σήμερα θεμελιώνεται στην έννοια της ενέργειας, χωρίς να διερωτάται για τη φύση και την προέλευσή της. Αποφασιστικής σημασίας γι’ αυτή την εξέλιξη υπήρξε η δεύτερη Βιομηχανική Επανάσταση. Η ενέργεια, η διατήρησή της, οι μετατροπές και οι απώλειές της έγιναν το κατεξοχήν αντικείμενο ενός θεωρητικού και πρακτικού στοχασμού που είχε στόχο να τιθασεύσει τις δυνάμεις που έδωσε ο Θεός στη φύση και να τις θέσει στην υπηρεσία του βιομηχανικού καπιταλισμού. Κάτι πολύ περισσότερο, μάλιστα: να δείξει ότι ο κόσμος, όπως φτιάχτηκε από τον Θεό είναι συμβατός με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και, αντιστρόφως, ότι ο καπιταλισμός είναι ένα «φυσικό» σύστημα.

Ως αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας, οι μηχανές που «παράγουν» ενέργεια και τα θεωρητικά μοντέλα που μελετούν τους «νόμους» της μετατροπής της απέκτησαν τέτοια φυσικότητα, που τους επέτρεψε να αποτελέσουν τη βάση για την κατανόηση ολόκληρης της φύσης: Ο κόσμος παύει να είναι ο σύνθετος, πλην απλοϊκός στη σύλληψή του, ωρολογιακός μηχανισμός του Καρτέσιου. Γίνεται μια μοντέρνα μηχανή που αυτορυθμίζεται μέσω της ανταλλαγής ποσοτήτων ενέργειας, και η γνώση του κόσμου γίνεται η γνώση των κανονικοτήτων και των περιορισμών που διέπουν αυτές τις ανταλλαγές. Αυτό δεν σημαίνει ότι η φυσική γνώση είναι μια μεταφορά – όπως δεν ήταν, εξάλλου, και στα χρόνια του Καρτέσιου. Αυτό που γνωρίζουμε θεμελιώνεται πάντοτε στην αντικειμενική πραγματικότητα. Ο τρόπος που το γνωρίζουμε, όμως, δεν θεμελιώνεται σε μια μεθοδολογική ουδετερότητα. Αντιθέτως, συμπυκνώνει τις κοινωνικές σχέσεις και τις σχέσεις εξουσίας του πλαισίου στο οποίο διαμορφώθηκε. Και, ως αποτέλεσμα, συντείνει στην περαιτέρω φυσικοποίηση αυτών των σχέσεων.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 9, στις 14.01.2017.