Υποκείμενα νοσήματα

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΑΣΘΕΝΕΙΑ; Ασθένεια είναι όταν δεν είμαστε καλά, άρα η απουσία υγείας. Μπορούμε, συνεπώς, να θεωρήσουμε ότι υπάρχει μια γραμμή που χωρίζει την υγεία από την ασθένεια και όταν περνάμε αυτή τη γραμμή προς τη μία ή προς την άλλη κατεύθυνση νοσούμε ή αναρρώνουμε. Άρα, οι άνθρωποι χωρίζονται σε υγιείς και ασθενείς, ανάλογα με το πού βρίσκονται σε σχέση με αυτή τη γραμμή. Και η μέριμνα της κοινωνίας συνίσταται στην χορήγηση της κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής που θα επιτρέψει στους νοσούντες να αναρρώσουν, αλλά και στην λήψη των κατάλληλων μέτρων που θα επιτρέψουν στους υγιείς να διατηρήσουν την υγεία τους. Υπάρχει κοινά αποδεκτός τρόπος να αποφασίσουμε πού ακριβώς βρίσκεται αυτή η γραμμή;

Η αλήθεια είναι ότι η απάντηση είναι δύσκολη. Ας αναδιατυπώσουμε την ερώτηση για να την κάνουμε πιο σαφή: Πότε αρχίζει κάποιος να είναι ασθενής και πότε αρχίζει να είναι υγιής; Δυστυχώς, τώρα έγινε ακόμα πιο δύσκολη η απάντηση. Θα μπορούσαμε ίσως να καταφύγουμε στη βοήθεια της βιολογίας. Ένας άνθρωπος αρχίζει να ασθενεί από τη στιγμή που θα δεχθεί στον οργανισμό του έναν παθογόνο οργανισμό. Η παρουσία του παθογόνου οργανισμού σηματοδοτεί την εκδήλωση της ασθένειας. Εδώ, όμως, υπάρχουν δύο προβλήματα. Αφενός, όπως όλοι μάθαμε τον τελευταίο καιρό, η παρουσία του μικροοργανισμού από μόνη της δεν δηλώνει πολλά πράγματα. Απαιτείται να προσδιοριστεί και η συγκέντρωσή του, πράγμα που πολλές περιπτώσεις δεν είναι εύκολο. Αφετέρου, ξέρετε πόσους παθογόνους οργανισμούς έχουμε κάθε στιγμή στο σώμα μας; Τι καθορίζει αν η παρουσία τους θα οδηγήσει στην εκδήλωση ή όχι μιας ασθένειας;

Ένα πρόσθετο πρόβλημα είναι ότι δεν οφείλονται όλες οι ασθένειες σε παθογόνους οργανισμούς. Οφείλονται και σε δυσλειτουργίες οργάνων, στην υψηλή ή χαμηλή συγκέντρωση συγκεκριμένων ουσιών στο αίμα, στη διαταραχή των νοητικών λειτουργιών. Σε καμία από αυτές τις περιπτώσεις το όριο δεν είναι σαφές. Πότε αρχίζει να δυσλειτουργεί ένα όργανο; Ποιες είναι οι «φυσιολογικές τιμές» των χημικών συγκεντρώσεων; Πότε μια προσωπικότητα αρχίζει να θεωρείται διαταραγμένη; Το όριο δεν μπορεί, ασφαλώς, να προσδιοριστεί με αναγωγή στον μέσο όρο του πληθυσμού, γιατί ο πληθυσμός περιλαμβάνει υγιείς και ασθενείς. Ούτε μπορεί να προσδιοριστεί βάσει των τιμών των υγιών, γιατί κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι ήδη γνωρίζουμε ποιοι είναι υγιείς, άρα ότι γνωρίζουμε το όριο.

Σοφιστείες; Ίσως… Αυτό που υπονοούν αυτές οι σοφιστείες, όμως, είναι ότι το όριο ανάμεσα σε υγεία και ασθένεια δεν είναι μια γραμμή, αλλά μια περιοχή στην οποία πραγματοποιείται διαρκώς μια εντατική κοινωνική διαπραγμάτευση. Άρα, το ερώτημα δεν είναι ποιο είναι το όριο, αλλά ποια είναι η φύση και ο συσχετισμός των δυνάμεων που κάθε φορά καθορίζουν τι είναι υγιές και τι πάσχον, τι είναι φυσιολογικό και τι αποκλίνον ­– που κανονικοποιούν, δηλαδή, την ανθρώπινη κατάσταση.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 98, στις 5 Δεκεμβρίου 2020.

Image: Paracelcus von Hohenheim

Επιστημονική πολιτική

ΣΤΟΝ ΧΩΡΟ των Σπουδών Επιστήμης και Τεχνολογίας, αλλά και στον χώρο της Φιλοσοφίας της Επιστήμης είναι σύνηθες να ασκείται κριτική στον επιστημονικό ορθολογισμό και στη συναρτημένη με αυτόν διανοητική υπεροψία. Ωστόσο, οι περισσότεροι ενεργοί επιστήμονες αντιμετωπίζουν απαξιωτικά τον αναστοχαστικό λόγο της επιστήμης, ταυτίζοντάς τον συχνά με ψευδοεπιστημονικές αντιλήψεις. Να, όμως, που σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο, κατά την οποία το μέλλον της κοινωνίας εξαρτάται από την ορθή άσκηση της επιστήμης, αυτή η τελευταία, αντί να εφαρμόζει τις αρχές που την έχουν αναγάγει σε πρότυπο ορθολογικότητας, καταφεύγει στον κοινό νου!

Γιατί τι άλλο είναι οι οδηγίες που δίνουν με στόμφο από τα παράθυρα των ΜΜΕ οι καθόλα άξιοι επιστήμονες, παρά συμβουλές βασισμένες στον κοινό νου; Κρατάτε τις αποστάσεις, πλένετε τα χέρια σας, φοράτε μάσκες. Χρειάζεται να είναι κανείς επιδημιολόγος ή λοιμωξιολόγος το 2020 για να δώσει αυτές τις συμβουλές; Το πρόβλημα δεν θα ήταν σοβαρό αν οι συγκεκριμένες συμβουλές ήταν πράγματι αποτελεσματικές. Η επιστήμη πάντα είχε τον τρόπο της να επωφελείται από την πείρα του παρελθόντος και την προφάνεια του κοινού νου. Όταν όμως οι συμβουλές αποδεικνύονται ανεπαρκείς, τότε οι επιστήμονες, αντί να εργαστούν επιστημονικά, κατηγορούν τους νέους, τη συλλογική ανευθυνότητα, την έκλυση των ηθών, τα πανηγύρια…

Τι σημαίνει να εργαστούν επιστημονικά; Κατ’ αρχάς, να ανιχνεύσουν προσεκτικά τη σχέση θεωρίας-πραγματικότητας. Λέγεται ΠΕΙΡΑΜΑ και έχει ενταχθεί στη φαρέτρα της επιστήμης από τον 17ο αιώνα. Εάν η εμπειρία δεν επιβεβαιώνει τη θεωρία, διορθώνουμε τη θεωρία, δεν κατηγορούμε την πραγματικότητα! Πολλοί από τους επιστήμονες των καναλιών, όχι μόνο δεν φαίνεται να αντιλαμβάνονται την κρίσιμη σημασία της συστηματικής πειραματικής δοκιμής, αλλά οργανώνουν τη δημόσια στρατηγική τους βασιζόμενοι σε μεγάλο βαθμό σε «προδημοσιεύσεις», δηλαδή σε προσωρινά πειραματικά αποτελέσματα των οποίων η οριστική επιβεβαίωση βρίσκεται ακόμα σε εκκρεμότητα.

Δεύτερον, λέγεται ΜΕΤΡΗΣΗ και έχει ενταχθεί στη φαρέτρα της επιστήμης από την αρχαιότητα. Οι περισσότεροι αριθμοί που ακούγονται από υπεύθυνα χείλη είναι παραπλανητικοί: ακριβείς μεν, εκτός πλαισίου δε. Οι αριθμοί για να πουν την αλήθεια τους πρέπει να συνδυαστούν. Αντί να κάνουν αυτό οι επιστήμονες των καναλιών, επικαλούνται μεγέθη που προκαλούν τρόμο, αλλά μεταφέρουν λάθος πληροφορίες. Με αυτόν τον τρόπο προσπαθούν, πιθανότατα, να διορθώσουν την απόκλιση ανάμεσα στα θεωρητικώς αναμενόμενα αποτελέσματα της πολιτικής τους και την τρέχουσα κοινωνική πραγματικότητα. Αυτό, όμως, αποτελεί συμπεριφορικό έλεγχο και όχι συστηματική συγκέντρωση ποσοτικών δεδομένων από τα οποία μπορούν να εξαχθούν ασφαλή επιστημονικά συμπεράσματα.

Θα μπορούσε να πει κανείς, βεβαίως, ότι αυτός είναι ο δημόσιος λόγος της επιστήμης και δεν έχει σχέση με το τι γίνεται στο εργαστήριο. Από αυτήν την άποψη, όμως, έχει τεράστιο ενδιαφέρον το γεγονός ότι η άσκηση δημόσιας πολιτικής από τους επιστήμονες οδηγεί στην υπονόμευση εκείνων ακριβώς των αρχών, βάσει των οποίων τους ανατέθηκε η άσκηση αυτής της πολιτικής.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 92, στις 12 Σεπτεμβρίου 2020.

Image credit: Andy Warhol και Jean-Michel, Basquiat, Paramount, 1984-5

Μέτρηση

Η ΗΘΙΚΗ της επιστήμης θεμελιώνεται στην αντικειμενικότητα και η αντικειμενικότητα στη μέτρηση. Δεν είναι τόσο απλό, αλλά «στο τέλος της ημέρας», όπως συνηθίζουμε να λέμε τελευταία, έτσι είναι. Η αποβολή από την επιστημονική πρακτική της υποκειμενικότητας, άρα και της ενδεχόμενης προσωπικής ιδιοτέλειας αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση μιας ηθικά ακέραιης επιστήμης. Και ο καλύτερος τρόπος για να γίνει αυτό είναι να εμπιστευθούμε τους αριθμούς. Οι αριθμοί είναι ψυχροί, αδιάφοροι, και γι’ αυτό εγγενώς ηθικοί.

Η μετατροπή της πραγματικότητας σε αριθμούς, ωστόσο, δεν είναι μια τετριμμένη διαδικασία. Η μέτρηση είναι πολύ περισσότερα πράγματα από τη σύγκριση ενός μεγέθους με ένα άλλο. Έχει προϋποθέσεις που δεν τις σκεφτόμαστε: Ένα μέγεθος που χρησιμοποιείται ως κοινό μέτρο σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης· μια δεξιότητα που είναι επίσης κοινή σε όσους πραγματοποιούν μετρήσεις και περιορίζει δραστικά τα περιθώρια των προσωπικών επιλογών· κι ακόμα, τη μεταφυσική παραδοχή ότι ο κόσμος είναι σταθερός και η τιμή που παίρνουμε από τη μέτρηση ενός μεγέθους δεν επηρεάζεται από τις «διαθέσεις» αυτού που μετράμε.

Το ενδιαφέρον είναι ότι καμία από αυτές τις προϋποθέσεις δεν θεμελιώνεται στην ίδια την επιστήμη. Για τη μεταφυσική παραδοχή της σταθερότητας και της συνέχειας της ύπαρξης αυτό είναι προφανές: πρέπει να προσφύγουμε στον φιλοσοφικό στοχασμό. Όμως εκεί θα συναντήσουμε, ας πούμε, τον σκεπτικισμό του Χιουμ, που συνδέει αυτές τις αντιλήψεις με τις προσδοκίες του υποκειμένου και όχι με τον κόσμο: η μέτρηση δεν αποτυπώνει τη φύση όπως είναι, αλλά προβάλλει σε αυτή ένα ιδεώδες κανονικότητας, για το οποίο δεν διαθέτουμε καμία βεβαιότητα. Τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι λίγο καλύτερα σε σχέση με τις μονάδες και τις διαδικασίες της μέτρησης. Όμως οι ιστορικοί των επιστημών έχουν φέρει στο φως πολλές περιπτώσεις συγκρούσεων μέσω των οποίων οι διάφορες τοπικές μονάδες παραχώρησαν τη θέση τους σε «έγκυρες» διεθνείς μονάδες και η τεχνογνωσία των τοπικών ειδημόνων αντικαταστάθηκε από «αδιάβλητες» διαδικασίες μέτρησης. Οι συγκρούσεις αυτές δεν είναι επιστημονικές, αλλά πρωτίστως πολιτικές και πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της αποικιοκρατίας και της ιμπεριαλιστικής επέκτασης του κεφαλαίου. Χωρίς κοινές μονάδες μέτρησης και χωρίς την περιθωριοποίηση των τοπικών ειδημόνων δεν μπορεί να εδραιωθεί ο έλεγχος πάνω στις συναλλαγές και ένα κοινό ήθος εμπορίου.

Η μέτρηση ήταν και παραμένει μια διαδικασία συναλλαγής με τον φυσικό κόσμο. Ο στόχος της είναι να δώσει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να ανα-μετρηθεί με την αταξία και την τυχαιότητα που τον περιβάλλει. Αυτό όμως δεν τη θωρακίζει απέναντι στους περιορισμούς, τις αντιφάσεις και τους ανταγωνισμούς της ίδιας της ανθρώπινης κατάστασης. Και, υπό αυτή την έννοια, είναι αμφίβολο αν μπορεί να εγγυηθεί την ηθική ακεραιότητα της επιστημονικής γνώσης.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 10, στις 28.1.2017.

IMAGE CREDIT: Gregor Reisch, Margarita philosophica (1503).