Θεωρίες Συνωμοσίας

ΔΙΑΒΑΖΩ τελευταία ότι η Γη είναι επίπεδη. Επίσης, ότι έχει καταληφθεί από reptilians, εξωγήινα ερπετοειδή που έχουν πάρει ανθρώπινη μορφή. Η σημαντικότερη είδηση όμως είναι ότι οι «αλήθειες» αυτές και άλλες παρόμοιες αποκρύπτονται από τον κόσμο. Μυστικά επιτελεία, τα οποία διαθέτουν απεριόριστη οικονομική υποστήριξη και προηγμένα τεχνολογικά μέσα, έχουν αναλάβει τη φύλαξή τους. Τα επιτελεία αυτά κρατούν τους ανθρώπους στο σκοτάδι και διαιωνίζουν μια μορφή εκμετάλλευσης που έχει στόχο να αποστραγγίξει τις πλουτοπαραγωγικές πηγές του πλανήτη, να χρησιμοποιήσει τις ανθρώπινες ψυχές ως καύσιμο σε διαπλανητικά ταξίδια, να διασπείρει στον πλανήτη ένα δηλητήριο, το οποίο θα σκοτώνει επιλεκτικά τους φτωχούς και θα αφήνει ανεπηρέαστους τους πλούσιους και τους μυημένους.

Οι θεωρίες συνωμοσίας εκκινούν πάντα από την αναγνώριση μιας μορφής κοινωνικής αδικίας. Εκφράζουν ένα παράπονο και μια διαμαρτυρία για τον αποκλεισμό της πλειονότητας των ανθρώπων από κάποια προνόμια ή δικαιώματα. Το ότι η διαμαρτυρία αυτή παίρνει τη μορφή της θεωρίας συνωμοσίας οφείλεται στο γεγονός ότι αυτοί που την εκφράζουν δεν διαθέτουν τα μέσα να αναλύσουν την κοινωνική πραγματικότητα με άλλους τρόπους. Οφείλεται, όμως, και στη δυσπιστία τους απέναντι σε αυτούς τους «άλλους τρόπους». Οι ταξικές, οικονομικές και κοινωνιολογικές αναλύσεις αποτελούν προνομιακό πεδίο των μορφωμένων, των προνομιούχων και των ανθρώπων που διαθέτουν εξουσία. Οι θεωρίες συνωμοσίας, όσο παράξενο κι αν ακούγεται, είναι μια ενσυνείδητη προσπάθεια δημιουργίας μιας επιστήμης από τα κάτω, μιας επιστήμης που θα μιλάει στους ανθρώπους για τα δικά τους προβλήματα στη δική τους γλώσσα.

Αυτό προσδίδει στις θεωρίες συνωμοσίας και τον χαρακτηριστικό επιστημονικοφανή χαρακτήρα τους. Τα τεκμήρια που επικαλούνται διαθέτουν μια πειστικότητα που ικανοποιεί τον κοινό νου και το αφήγημα που πλάθουν χαρακτηρίζεται από προφάνεια και συνεκτικότητα. Η μέθοδος που ακολουθούν υποτίθεται ότι πληροί τις προϋποθέσεις της επιστημονικής αυστηρότητας. Ταυτόχρονα όμως είναι διαφανής κατά τρόπον ώστε να επιτρέπει στους κοινούς θνητούς να παρακολουθήσουν την επεξεργασία των δεδομένων και να συμμετάσχουν νοερά στη συνδιαμόρφωση των συμπερασμάτων. Αυτή ακριβώς η αίσθηση της συμμετοχής, σε συνδυασμό με την αίσθηση δικαίου από την οποία εμφορούνται όσοι εμπλέκονται στη συγκεκριμένη διαδικασία, είναι που επιτρέπει στις θεωρίες συνωμοσίας να ριζώσουν σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού.

Οι θεωρίες συνωμοσίας δεν είναι για πέταμα. Αποτελούν πολύτιμο υλικό μελέτης γι’ αυτούς που οι ίδιες αντιμετωπίζουν με καχυποψία και επιφυλακτικότητα: τους επιστήμονες, τους πολιτικούς, τους φιλοσόφους, τους ιστορικούς και τους κοινωνιολόγους. Υπό αυτή την έννοια, οι θεωρίες συνωμοσίας τροφοδοτούν ακούσια την ίδια τη διάκριση που τις παράγει, τη διάκριση ανάμεσα στον κόσμο της έγκυρης γνώσης και τον κόσμο της άγνοιας και της πλάνης. Ταυτόχρονα όμως αποτελούν έναν καθρέφτη, στην παραμορφωτική αντανάκλαση του οποίου ο κόσμος της γνώσης έχει την ευκαιρία να στοχαστεί για τη σχέση του τεχνοεπιστημονικού ελιτισμού με τους μηχανισμούς της κοινωνικής εξουσίας.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 25, στις 7.10.2017.

Image credit: Joan Miró, Πατατα, 1928.

Εκλαΐκευση

Αυτές τις μέρες το Πρίσμα κλείνει ένα χρόνο. Στη διάρκεια της ετήσιας περιφοράς του γύρω από τον Ήλιο, παρουσίασε θέματα σχετικά με τις τελευταίες επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις και με τον τρόπο που αυτές επηρεάζουν την επικοινωνία, την εργασία και την οικονομία. Παρουσίασε τους ανθρώπους που συμμετέχουν στα συγκεκριμένα επιστημονικά και τεχνολογικά εγχειρήματα και προσπάθησε να συνδέσει τις φιλοδοξίες τους με τις προσδοκίες και τους φόβους των πολιτών. Παρουσίασε όψεις της ιστορίας και της φιλοσοφίας της επιστήμης και επιχείρησε να δείξει γιατί αυτές αφορούν το λεγόμενο ευρύ κοινό και γιατί οφείλουν να αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της συζήτησης που συνοδεύει κάθε επιστημονική και τεχνολογική αλλαγή.

Το Πρίσμα οφείλει ασφαλώς πολλά στη διαθεσιμότητα των συνεργατών του, αλλά και στην προθυμία όσων συνέβαλαν με άρθρα και συνεντεύξεις στον εμπλουτισμό της ύλης του. Το έκαναν όλες και όλοι με υπευθυνότητα και σεβασμό προς τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες του εντύπου, χωρίς να καταφεύγουν σε προκατασκευασμένες παρουσιάσεις ή σε αποθαρρυντικές τεχνοφλυαρίες που έχουν στόχο να εντυπωσιάσουν το απληροφόρητο κοινό. Κι αυτό είναι κάτι στο οποίο το Πρίσμα διαφέρει από τα περισσότερα έντυπα τεχνοεπιστημονικής πληροφόρησης: ο στόχος του δεν είναι η εκλαΐκευση της επιστήμης και της τεχνολογίας.

Η εκλαΐκευση της επιστήμης και της τεχνολογίας έχει κι αυτή την ιστορία της, που πάει πίσω στον 19ο αιώνα και συνοδεύει τις πρώτες προσπάθειες επαγγελματοποίησης της επιστήμης, αλλά και τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις κοινότητες των επιστημόνων και των μηχανικών για τη διεύρυνση της κοινωνικής τους επιρροής. Η εκλαΐκευση στηρίζεται σε μια θεμελιώδη παραδοχή: ότι οι επιστήμονες ξέρουν ενώ το γενικό κοινό δεν ξέρει· και μάλιστα ότι δεν έχει την παραμικρή ελπίδα να εισχωρήσει στον σκληρό πυρήνα των τεχνοεπιστημονικών γνώσεων, εφόσον στερείται των απαραίτητων δεξιοτήτων και εκπαίδευσης. Σε αυτή τη βάση, οι επιστήμονες και οι μηχανικοί αναλαμβάνουν να ενημερώσουν τους πολίτες απλοποιώντας τις σχετικές γνώσεις, ούτως ώστε να γίνουν κατανοητές από το ακατάρτιστο κοινό. Και κάτι ακόμα σημαντικότερο: να νουθετήσουν και να κατευθύνουν τους πολίτες στη λήψη αποφάσεων που αφορούν τη ζωή τους, βάσει ακριβώς των επιστημονικών γνώσεων που οι ίδιοι διαθέτουν, ενώ οι πολίτες στερούνται.

Αυτό ακριβώς είναι που δεν κάνει αυτό το ένθετο. Το Πρίσμα θεωρεί ότι τα ζητήματα που συνδέονται με την τεχνοεπιστημονική οργάνωση της κοινωνικής ζωής αποτελούν περιοχές εντατικού φιλοσοφικού προβληματισμού και ενεργητικού πολιτικού διαλόγου, όπου τον πρώτο λόγο έχουν οι ενημερωμένοι πολίτες και όχι οι ειδικοί. Και οι σελίδες του προσφέρονται σε όσες και όσους είναι διατεθειμένοι να συμβάλουν με τις γνώσεις και τις απόψεις τους σε αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 24, στις 23.9.2017.

IMAGE CREDIT: Jackson Pollock, Mural, 1943

Η πολιτική ως project

Η ΕΡΕΥΝΑ στην Ελλάδα, αλλά και στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες στηρίζεται κατά κύριο λόγο σε μικρής διάρκειας χρηματοδοτούμενα προγράμματα. Είναι λίγες οι περιπτώσεις που μια ομάδα ατόμων ή ένα ίδρυμα δεσμεύονται γύρω από ένα μακροπρόθεσμο ερευνητικό σχεδιασμό, στον οποίο μπορούν να διοχετεύσουν χρηματοδοτήσεις από διάφορες πηγές. Τις περισσότερες φορές το ερευνητικό δυναμικό απασχολείται σε διετή προγράμματα που έχουν πολύ συγκεκριμένα «παραδοτέα», τα οποία σηματοδοτούν και την ολοκλήρωση του κάθε προγράμματος. Τα χαρακτηριστικά των προγραμμάτων έχουν παγιωθεί εδώ και πολλά χρόνια από την τεχνογραφειοκρατία που διαχειρίζεται τα ερευνητικά κονδύλια, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Ένα βασικό χαρακτηριστικό της διαδικασίας είναι ότι τα προγράμματα είναι ανταγωνιστικά. Οι διεκδικητές πρέπει να υποβληθούν σε μια απαιτητική γραφειοκρατική δοκιμασία προκειμένου να φτάσουν στο στάδιο της κρίσης, όπου ένα στα ν προγράμματα θα λάβει την αιτούμενη χρηματοδότηση. Τότε τα εμπλεκόμενα μέρη θα οργανώσουν την ερευνητική ομάδα και θα συντάξουν το τεχνικό δελτίο που προβλέπει το ακριβές χρονοδιάγραμμα εκτέλεσης του έργου, τα «ορόσημα», τα ενδιάμεσα και τα τελικά παραδοτέα. Η χορήγηση της χρηματοδότησης κατανέμεται ανάλογα. Με την ολοκλήρωση κάθε φάσης κατατίθεται στην εποπτεύουσα αρχή αναφορά όπου περιγράφονται οι δράσεις που υλοποιήθηκαν και οι στόχοι που επιτεύχθηκαν. Οι χρηματοδοτικοί φορείς εγκρίνουν την πορεία του προγράμματος, καθώς και τυχόν δικαιολογημένες αποκλίσεις και χορηγούν την επόμενη δόση. Στο τέλος γίνεται η συνολική αποτίμηση των δράσεων, ο οικονομικός απολογισμός και παρουσιάζονται τα αποτελέσματα της έρευνας.

Είναι κοινό μυστικό, ότι τα περισσότερα από τα παραδοτέα είναι πρότυπα ή ημιτελείς εφαρμογές που απαιτούν περαιτέρω ανάπτυξη. Αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα, όμως. Αντίθετα, αποτελεί όρο για τη συνέχιση λειτουργίας του συστήματος: Όσο τα παραδοτέα παραμένουν ανολοκλήρωτα τόσο οι ερευνητικοί φορείς κινητοποιούνται σε αναζήτηση πρόσθετων χρηματοδοτήσεων, τις οποίες μάλιστα διεκδικούν από καλύτερη θέση, εφόσον έχουν ήδη διανύσει ένα τμήμα της διαδρομής.

Υπάρχουν πολλά ζητήματα που απαιτούν μεγαλύτερη διασάφηση. Ένα στοιχείο που έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι η διαδικασία αυτή έχει αποκτήσει καθεστώς φυσικότητας: Πώς αλλιώς θα μπορούσαν να είναι τα πράγματα, δηλαδή; Έτσι κινείται η επιστήμη (ανταγωνιστικά και σε διαρκή αναζήτηση καινοτομίας), αυτή είναι η μορφή χρηματοδότησης που της αντιστοιχεί. Είναι όμως πράγματι έτσι; Η οργάνωση της έρευνας αντλεί τη νομιμοποίησή της από τη φύση της επιστήμης ή μήπως είναι μια μορφή οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων που επιβάλλεται στην επιστήμη; Και μάλιστα όχι μόνο στην επιστήμη, αλλά και σε άλλες σφαίρες της κοινωνικής ζωής. Πώς αλλιώς εξηγείται το γεγονός ότι ο τρόπος με τον οποίο εκφράζεται η «αρχή της επικουρικότητας» από την Ευρωπαϊκή Ένωση στην υπερχρεωμένη Ελλάδα έχει ακριβώς τον χαρακτήρα ερευνητικού project – με την επουσιώδη διαφορά ότι το τελικό παραδοτέο είναι μια ολόκληρη χώρα, αναμορφωμένη σύμφωνα με τις προδιαγραφές του τεχνικού δελτίου που συνέταξαν οι εμπειρογνώμονες των θεσμών και τα «τεχνικά κλιμάκια»;

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 22, στις 22.7.2017.

Image credit: Antoine Mayo, Portrait surréaliste, 1937.