Πρόοδος

ΟΤΑΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ανακάλυψαν τη γραφή, στα προϊστορικά χρόνια, έγραφαν ως γνωστόν σε ταμπλέτες. Ήταν ένα πρωτόγονο μέσο ασφαλώς, γιατί για να διαβάσει κανείς το βιβλίο του σε τάμπλετ, απαιτούνταν η υποστήριξη δύο παγκόσμιων (μάλιστα, παγκόσμιων) δικτύων. Ενός δικτύου που παρείχε ενέργεια, απαραίτητη για τη φόρτιση των ταμπλετών, και ενός δικτύου –«παγκόσμιο ιστό» το αποκαλούσαν– μέσω του οποίου διετίθετο το περιεχόμενο βιβλίων, άρθρων και λοιπών αναγνωσμάτων. Σε περίπτωση που βρισκόταν κάποιος εκτός της εμβέλειας ενός από τα δύο δίκτυα ήταν αδύνατο να απολαύσει το αγαπημένο του ανάγνωσμα, κατάσταση που στις ταμπλέτες αποτυπωνόταν με έναν μικρό ατέρμονα κύκλο και στις ψυχές των ανθρώπων με μια αίσθηση ματαίωσης και αγωνίας.

Έπρεπε να περάσουν χιλιάδες χρόνια και να φτάσουμε στον 1ο αι. μ.Χ., τότε που ως γνωστόν ανακαλύφθηκε ο υπολογιστής – ή κάτι πολύ κοντά σε αυτόν. Οι άνθρωποι, για πρώτη φορά στην ιστορία, είδαν τη δυνατότητα να απελευθερωθούν από την ηγεμονία του ενός τουλάχιστον από τα δύο παγκόσμια δίκτυα, που επί τόσα χρόνια τους μετέτρεπε παρά τη θέλησή τους σε εξαρτήματα μιας γιγαντιαίας μηχανής. Μαζί με τον υπολογιστή ανακάλυψαν και τον οπτικό δίσκο, στον οποίο μπορούσαν να αποθηκεύσουν χιλιάδες βιβλία για να τα απολαύσουν με την ησυχία τους, μακριά από σημεία σύνδεσης και χωρίς να χρειάζεται κάθε φορά να μετέλθουν τη βασανιστική τελετουργία που απαιτούσε η εν λόγω σύνδεση. Βεβαίως, συνέχιζαν να είναι εξαρτημένοι από το άλλο δίκτυο, εκείνο που παρείχε ενέργεια, αλλά αυτή η εξάρτηση δεν ήταν τόσο επαχθής, γιατί αφορούσε σχεδόν όλες τις πλευρές της ζωής τους κι έτσι είχε αποκτήσει μια «φυσικότητα».

Ώσπου, στις αρχές της Αναγέννησης, της εποχής που με τις σφαγές και τους πολέμους της ήρθε να διαυγάσει τα σκοτάδια του Μεσαίωνα, οι άνθρωποι έκαναν την κρίσιμη ανακάλυψη: Το βιβλίο. Τους ήρθε η ιδέα να σκαλίσουν τα γράμματα του υπολογιστή σε μικροσκοπικά κομματάκια ξύλου ή μετάλλου κι έτσι να απελευθερώσουν το βιβλίο από το μέσο που το κρατούσε φυλακισμένο. Είχαν ήδη μάθει να φτιάχνουν χαρτί από μεταξωτά και βαμβακερά κουρέλια κι έτσι η ιδέα της εκτύπωσης ακολούθησε περίπου φυσικά. Τώρα, ήταν πια σε θέση να απολαμβάνουν τα αναγνώσματά τους μακριά από πηγές ενέργειας και τελετουργίες σύνδεσης και απελευθερωμένοι από την επιτήρηση του παγκόσμιου ιστού. Στερήθηκαν τη δυνατότητα να έχουν ολόκληρη τη βιβλιοθήκη τους σε έναν οπτικό δίσκο, αλλά ταυτόχρονα ανέπτυξαν την ικανότητα να διαβάζουν ένα βιβλίο κάθε φορά, να προσηλώνονται, να στοχάζονται και, πάνω απ’ όλα, να σημειώνουν τις σκέψεις και τις παρατηρήσεις τους στα περιθώρια των βιβλίων.

Ευτυχώς, όπως έχει δείξει κατ’ επανάληψη η ιστορία, χάρη στην τεχνολογική πρόοδο ο ανθρώπινος πολιτισμός οδεύει σταθερά προς απλούστερες καταστάσεις ύπαρξης, λιγότερη επιτήρηση και μεγαλύτερη ελευθερία.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 7, στις 17.12.2016

Res cogitans

ΣΤΑ ΜΕΣΑ του 17ου αιώνα, ο René Descartes οριστικοποίησε ένα σχήμα που διαπερνούσε μεγάλο μέρος του δυτικού φιλοσοφικού και θεολογικού στοχασμού. Τη διάκριση σώματος-πνεύματος. Το υλικό σώμα ταυτίζεται με την ιδιότητα της έκτασης, ενώ το πνεύμα με την ικανότητα της σκέψης. Το σώμα αντιπροσωπεύει την παθητικότητα και την αδράνεια, ενώ το πνεύμα αντιπροσωπεύει την ενεργητικότητα και τη βούληση. Ένα σημαντικό πρόβλημα που προέκυψε από αυτή τη διάκριση είναι το πρόβλημα της επικοινωνίας των δύο διαστάσεων της ύπαρξης. Πώς μεταφέρει το σώμα τις εμπειρίες και τις ανάγκες του στο πνεύμα και, κυρίως, πώς μεταφέρει το πνεύμα τις αποφάσεις του στο σώμα; Υπάρχει κάποιο ειδικό όργανο μέσω του οποίου πραγματοποιείται αυτή η μεταβίβαση; Και αν ναι, που ανήκει αυτό, στο σώμα ή στο πνεύμα;

Προφανώς, δεν θα μας απασχολήσει εδώ η πορεία του φιλοσοφικού στοχασμού που αφιερώθηκε στην απάντηση των συγκεκριμένων ερωτημάτων. Στην πορεία της ιστορίας όμως ο καρτεσιανός δυϊσμός μεταφέρθηκε και στα έργα των ανθρώπων. Η κατασκευή των υπολογιστών αναπαράγει σε μεγάλο βαθμό το συγκεκριμένο σχήμα. Η εδραία διάκριση ανάμεσα σε software και hardware κάθε άλλο παρά αναγκαία και τεχνολογικά αυτονόητη είναι: το λογισμικό παραπέμπει στον ανθρώπινο λογισμό και το υλισμικό στην αδρανή σωματικότητα της ύλης. Ακόμα και η ηθική κανονιστικότητα που είναι συναρτημένη με τον καρτεσιανό δυϊσμό βρίσκει εφαρμογή εδώ: το λογισμικό έχει αδιαπραγμάτευτα ηγεμονικό ρόλο και, προοπτικά, τείνει να απορροφήσει το υλισμικό.

Πώς πραγματοποιείται όμως η σύζευξη των δύο διαστάσεων της τεχνολογικής ύπαρξης; Ο Καρτέσιος ήταν πεπεισμένος ότι στο κέντρο του εγκεφάλου βρισκόταν ένας αδένας που επιτελούσε αυτή τη λειτουργία. Στον σύγχρονο υπολογιστή, τη θέση αυτού του οργάνου την παίρνει ο επεξεργαστής. Το CPU είναι το καρτεσιανό conarium. Οι πιο παλιοί θυμούνται, εξάλλου: μέχρι τη δεκαετία του ’80 ο υπολογιστής ονομαζόταν «ηλεκτρονικός εγκέφαλος». Ο εγκέφαλος αυτός περιστοιχίζεται από συσκευές εισόδου και εξόδου, οι οποίες έχουν την ευθύνη να άγουν πληροφορίες από τον κόσμο της ύλης στον κόσμο του πνεύματος, και αντίστροφα. Κι εκείνος, βάσει των δεδομένων με τα οποία τροφοδοτείται, κρίνει, αποφασίζει και ενεργεί. Με αυτή την έννοια, ο υπολογιστής δεν είναι ούτε εργαλείο (=χρήση) ούτε μηχανή (=αυτοματισμός). Είναι ένα νέο είδος που κατασκεύασε ο άνθρωπος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν, όχι του εαυτού του, αλλά μιας φιλοσοφικής θεώρησης του εαυτού του.

Θα είχε, επομένως, ενδιαφέρον να αναρωτηθούμε πώς θα ήταν τα πράγματα, αν οι τεχνολογικές επιλογές είχαν καθοριστεί από μια άλλη φιλοσοφική παράδοση. Μολονότι ιστορικά ένα τέτοιο ερώτημα είναι ασφαλώς άνευ νοήματος, το ότι μπορούμε να το διατυπώσουμε είναι σημαντικό: μας επιτρέπει να στοχαστούμε την ενδεχομενικότητα της τεχνολογίας και τον μη αναπόδραστο χαρακτήρα επιλογών που μας επιβάλλονται με το βάρος της «φυσικής» αναγκαιότητας.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 4, στις 5.11.2016

Image Credit: Dora Maar, Sans titre, 1934.