Ηλεκτρισμός

ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ να ζήσουμε χωρίς ηλεκτρισμό. Ο ηλεκτρισμός αποτελεί τη βασική υλική συνθήκη του σύγχρονου πολιτισμού. Ακόμα και περιοχές που δεν καλύπτονται από το τερατώδες δίκτυο που αγκαλιάζει την επιφάνεια του πλανήτη, μπορούν να ενωθούν με αυτό χάρη στις φορητές συσκευές παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Η σύνδεση με το ηλεκτρικό δίκτυο αποτελεί προϋπόθεση για τη συμμετοχή στον πολιτισμό. Και, όμως, ο ηλεκτρισμός είναι μια πολύ πρόσφατη τεχνολογία. Πρακτικά, η χρήση του άρχισε να γενικεύεται στις αρχές του 20ού αιώνα και, λίγες μόνο γενιές αργότερα, έγινε τόσο αυτονόητη που δεν μπορούμε να διανοηθούμε έναν κόσμο χωρίς ηλεκτρισμό.

Το περίεργο είναι ότι ο ηλεκτρισμός ήταν γνωστός στους ανθρώπους για χιλιάδες χρόνια. Και για χιλιάδες χρόνια παρέμεινε ένα παράδοξο χωρίς ενδιαφέρον, χωρίς καμία χρησιμότητα. Ακόμα κι όταν άρχισε να μελετάται επιστημονικά στις αρχές του 18ου αιώνα, παρέμεινε μια φυσική παραδοξότητα, που χρησιμοποιήθηκε για λόγους εντυπωσιασμού και επίδειξης. Οι φυσικοί φιλόσοφοι της εποχής οργάνωναν παραστάσεις με αιωρούμενα παιδάκια, κυρίες με ανορθωμένα μαλλιά και στιβαρούς άντρες που εκτινάσσονταν από την εκφόρτιση ογκωδών πυκνωτών. Κανείς δεν απαίτησε ποτέ από τον ηλεκτρισμό κάτι περισσότερο από αυτό, για έναν ολόκληρο αιώνα. Διότι απλούστατα ο κόσμος δεν χρειαζόταν τις υπηρεσίες του: κανείς δεν είχε σκεφτεί να μετατρέψει τη νύχτα σε μέρα και κανείς δεν είχε ανάγκη την τεχνητή ψύξη (η οποία, εξάλλου, μάλλον όψιμα συνδέθηκε με τον ηλεκτρισμό).

Τι άλλαξε; Στις αρχές του 19ου αιώνα κάνει την εμφάνισή της μια ομάδα ανθρώπων που σταδιοδρομούν χάρη στις μηχανικές εφευρέσεις τους: οι εφευρέτες-επιχειρηματίες-μηχανικοί. Κάποιοι από αυτούς κατασκευάζουν και επιδεικνύουν ηλεκτρικές μηχανές και διατάξεις προσπαθώντας να πείσουν τα ακροατήριά τους, πρώτον, ότι ο ηλεκτρισμός είναι μια σπουδαία και χρήσιμη δύναμη και, δεύτερον, ότι ίδιοι είναι οι μόνοι που μπορούν να εξουσιάσουν και να ελέγξουν αυτή τη δύναμη. Ο ηλεκτρισμός ως χρήσιμη δύναμη (δεν υπάρχει ακόμα η έννοια της ενέργειας) και οι κύριοι του ηλεκτρισμού συμπαράγονται  μέσω μιας αμοιβαία νομιμοποιητικής διαδικασίας. Η κοινωνική καταξίωση των μηχανικών προάγει τη χρήση του ηλεκτρισμού και οι πρακτικές εφαρμογές του ηλεκτρισμού συμβάλλουν στην αναβάθμιση του κύρους των ειδημόνων-μηχανικών.

Το περιβάλλον του αναδυόμενου βιομηχανικού καπιταλισμού αποτελεί, ασφαλώς, ιδανικό πλαίσιο γι’ αυτή τη διαδικασία. Η τιθάσευση  του ηλεκτρισμού, όμως, δεν υπακούει σε κάποια ιστορική νομοτέλεια. Δεν είναι μια τεχνολογική ανακάλυψη που αργά ή γρήγορα θα γινόταν. Η ίδια η βιομηχανική παραγωγή θα χρειαστεί περισσότερο από έναν αιώνα για να ενσωματώσει πλήρως τον ηλεκτρισμό. Με άλλα λόγια, ο ηλεκτρισμός δεν έρχεται να επιλύσει κάποιο προϋπάρχον πρόβλημα της κοινωνίας ή της παραγωγής. Η χρήση του καθιερώνεται χάρη στο γεγονός ότι το δίδυμο τεχνολογία-ειδικοί επιλύει με επιτυχία τα προβλήματα που δεν θα υπήρχαν, αν το δίδυμο αυτό δεν είχε εδραιωθεί κοινωνικά.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 45, στις 14.7.2018.

Τεχνολογικός ντετερμινισμός

Κάθε φορά είναι σαν να στεκόμαστε στην άκρη μιας καρφίτσας. Το λέμε, άλλωστε: «Στην αιχμή της τεχνολογίας». Το παρελθόν δεν έχει καμιά σημασία. Έχει παρέλθει οριστικά και αυτό που πραγματικά έχει σημασία είναι μόνο η στιγμή που προηγείται του παρόντος. Η πρόοδος είναι ένα ρεύμα που ξεβράζει διαρκώς στις όχθες του χρόνου κάθε άχρηστη, ανούσια, ανώφελη έκφραση της ανθρώπινης ζωής, ενώ συγκεντρώνει στο ορμητικό μέτωπό του το απόσταγμα της ανθρώπινης προσπάθειας για βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης. Κρατάει μόνο τα χρήσιμα και επιτυχημένα για να τα κάνει περισσότερο χρήσιμα και επιτυχημένα χάρη στη μελλοντική εργασία που θα επενδυθεί σε αυτά και ξεφορτώνεται τους περιοριστικούς τρόπους σκέψεις και τις πολιτισμικές προκαταλήψεις που δεσμεύουν την κοινωνία σε παρωχημένα πρότυπα ζωής.

 LÁSZLÓ MOHOLY-NAGY, SPACE MODULATOR (1938-40)

Η ατμομηχανή αυτής της κίνησης είναι, «ασφαλώς», η τεχνολογία. Η τεχνολογία δημιουργεί διαρκώς νέες δυνατότητες για τους ανθρώπους. Νέους τρόπους παραγωγής, νέες μορφές επικοινωνίας, νέους τρόπους μετακίνησης, νέες μεθόδους έρευνας, νέες μορφές θεραπείας… Όλες αυτές οι τεχνολογικές καινοτομίες έχουν ανθρωπολογικό αντίκρισμα. Οι άνθρωποι βλέπουν περισσότερα, κατανοούν καλύτερα και, ως εκ τούτου, αποδεσμεύονται από ταυτότητες και συμπεριφορές που τους περιορίζουν στο στενό τοπικό τους πλαίσιο – στις τοπικές παραδόσεις τους. Δεν είναι, λοιπόν, μόνο ο χρόνος που γίνεται γραμμικός με αιχμηρή απόληξη, αλλά και ο χώρος που γίνεται σφαιρικός με ομοιογενή χαρακτηριστικά.

Στην ιστοριογραφία αυτή η αντίληψη ονομάζεται τεχνολογικός ντετερμινισμός: Η επιστημονική επανάσταση έγινε δυνατή χάρη στην ανακάλυψη του τηλεσκοπίου και η βιομηχανική επανάσταση χάρη στην ανακάλυψη της ατμομηχανής. Η κοινωνία προοδεύει χάρη στην ανάπτυξη νέων τεχνολογικών δυνατοτήτων. Η ουσία αυτών των δυνατοτήτων είναι πέρα από κάθε συζήτηση – πέρα από κάθε αμφισβήτηση. Είναι «αντικειμενικά» θετικές. Το πώς και από ποιους θα χρησιμοποιηθούν, όμως, είναι όντως υπό συζήτηση. Υπάρχουν καλές και κακές χρήσεις ή μάλλον υπάρχει η αυτονόητα καλή χρήση τους προς όφελος της ανθρωπότητας και η στρεβλή χρήση τους προς όφελος μιας ελίτ, μιας τάξης ή ενός τζεημσμποντικού κακού.

Ωστόσο, αν κάποιος κάνει τον κόπο να σκύψει κάτω από μια ατμομηχανή ή να επεξεργαστεί ενσυνείδητα αυτό που βλέπει κοιτώντας στο εσωτερικό μιας ηλεκτρονικής συσκευής, θα συνειδητοποιήσει ότι η τεχνολογία (όχι η πρόοδός της, αλλά η ίδια η ύπαρξη των τεχνουργημάτων) είναι ένα εγχείρημα που απαιτεί περισσότερους πόρους από αυτούς που η ίδια αποδίδει στην κοινωνία. Επίσης, απαιτεί σύνθετες διαδικασίες κοινωνικής νομιμοποίησης καθώς και ειδικές μορφές οργάνωσης του συλλογικού βίου που δεν θα ήταν απαραίτητες αν δεν υπήρχαν τα συγκεκριμένα τεχνουργήματα. Τα αυτοκίνητα δεν κινούνται σε ήδη ασφαλτοστρωμένους δρόμους – οι δρόμοι κατασκευάζονται για να μπορούν να κινηθούν τα αυτοκίνητα. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι «τι είναι αυτό που κάνει δυνατό η τεχνολογία;», αλλά «τι είναι αυτό που κάνει δυνατή την τεχνολογία;».

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 33, στις 27.1.2018.

Ενέργεια

Η ενέργεια, αντίθετα απ’ ό,τι θα πίστευε κανείς, είναι πολύ πρόσφατη ανακάλυψη. Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα οι περισσότερες από τις φυσικές εκδηλώσεις που σήμερα συνδέονται με την έννοια της ενέργειας συνδέονταν κατά κύριο λόγο με τη δύναμη, και μάλιστα με μια πολύ χαλαρή εκδοχή του όρου: η μηχανική ώση, η δύναμη που «έχει» ένα κινούμενο σώμα, η δύναμη της θερμότητας, η δύναμη του ηλεκτρισμού, το φως κ.λπ. Γύρω στα μέσα του αιώνα, οι φυσικοί αρχίζουν να διατυπώνουν ο ένας μετά τον άλλο την αρχή διατήρησης μιας οντότητας που μπορεί να παίρνει διάφορες μορφές και μέσω των μετασχηματισμών της ζωογονεί τη φύση. Το δεύτερο μισό του αιώνα αφιερώθηκε στη διαμάχη γύρω από τη φύση της οντότητας που «ανακαλύφθηκε»: Τι είναι ενέργεια; Είναι ένα αβαρές ρευστό, μια διάσταση του θείου σχεδίου της Δημιουργίας ή μια μαθηματική αφαίρεση, που συμπυκνώνει τη δυναμική της αλλαγής στη φύση;

Όπως συμβαίνει τις περισσότερες φορές, η απάντηση δεν δόθηκε ποτέ. Η φυσική, αντίθετα από ό,τι αφήνει να εννοείται, ποτέ δεν τα πήγαινε καλά με ερωτήματα οντολογίας. Αυτό που έγινε, όμως, είναι ότι επανιδρύθηκε η φυσική: η επιστήμη που γνωρίζουμε σήμερα θεμελιώνεται στην έννοια της ενέργειας, χωρίς να διερωτάται για τη φύση και την προέλευσή της. Αποφασιστικής σημασίας γι’ αυτή την εξέλιξη υπήρξε η δεύτερη Βιομηχανική Επανάσταση. Η ενέργεια, η διατήρησή της, οι μετατροπές και οι απώλειές της έγιναν το κατεξοχήν αντικείμενο ενός θεωρητικού και πρακτικού στοχασμού που είχε στόχο να τιθασεύσει τις δυνάμεις που έδωσε ο Θεός στη φύση και να τις θέσει στην υπηρεσία του βιομηχανικού καπιταλισμού. Κάτι πολύ περισσότερο, μάλιστα: να δείξει ότι ο κόσμος, όπως φτιάχτηκε από τον Θεό είναι συμβατός με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και, αντιστρόφως, ότι ο καπιταλισμός είναι ένα «φυσικό» σύστημα.

Ως αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας, οι μηχανές που «παράγουν» ενέργεια και τα θεωρητικά μοντέλα που μελετούν τους «νόμους» της μετατροπής της απέκτησαν τέτοια φυσικότητα, που τους επέτρεψε να αποτελέσουν τη βάση για την κατανόηση ολόκληρης της φύσης: Ο κόσμος παύει να είναι ο σύνθετος, πλην απλοϊκός στη σύλληψή του, ωρολογιακός μηχανισμός του Καρτέσιου. Γίνεται μια μοντέρνα μηχανή που αυτορυθμίζεται μέσω της ανταλλαγής ποσοτήτων ενέργειας, και η γνώση του κόσμου γίνεται η γνώση των κανονικοτήτων και των περιορισμών που διέπουν αυτές τις ανταλλαγές. Αυτό δεν σημαίνει ότι η φυσική γνώση είναι μια μεταφορά – όπως δεν ήταν, εξάλλου, και στα χρόνια του Καρτέσιου. Αυτό που γνωρίζουμε θεμελιώνεται πάντοτε στην αντικειμενική πραγματικότητα. Ο τρόπος που το γνωρίζουμε, όμως, δεν θεμελιώνεται σε μια μεθοδολογική ουδετερότητα. Αντιθέτως, συμπυκνώνει τις κοινωνικές σχέσεις και τις σχέσεις εξουσίας του πλαισίου στο οποίο διαμορφώθηκε. Και, ως αποτέλεσμα, συντείνει στην περαιτέρω φυσικοποίηση αυτών των σχέσεων.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 9, στις 14.01.2017.